Παράλιο Άστρος
logo: Το Άστρος της Θαλάσσης
Αναζήτηση Go

Η κυρά μας η μαμή

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 30-11-2011 12:08:33 am | από nskarmoutsos

Εισαγωγικό σημείωμα: Η τελευταία μαμή στο τόπο μας ήταν η Μαρία Κουτσογιάννη*, μάλιστα ήταν και «διπλοθεσίτισσα!», είχε το φούρνο του Παραλίου Άστρους, η οικία της μετά του φούρνου ήταν στην αρχή της οδού Ζαφειρόπουλου (πεζόδρομος), απέναντι από το ξενοδοχείο Astros Beach, σήμερα ο φούρνος δεν υπάρχει στη θέση του είναι ταχυφαγείο (φαστφούντ). Η κυρά μας η μαμή εξάσκησε το επάγγελμα!! μέχρι το τέλος της ζωής της, προς τέλη της δεκαετίας του 50, όσοι συμπολίτες μας είναι πάνω από 55 ετών, είδαν το φως της ζωής από τα χέρια της Θειά-Μαρίας. Σημειωτέον και σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων, έφερε όλες τις γέννες εις πέρας, χωρίς να «χάσει» γυναίκα ή παιδί. 

Οι πρακτικές μαίες (μαμές) ήταν οι γυναίκες που αναλάμβαναν να ξεγεννήσουν τις εγκύους. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, οι μαμές εκπαιδεύονταν συνήθως από κάποια ηλικιωμένη (συχνά συγγενή) προκάτοχο στο επάγγελμα, που αναλάμβανε να μυήσει τις διαδόχους της. Οι πρακτικές και τα «μυστικά» των συγκεκριμένων γυναικών δεν έχουν διασωθεί.

Η μαμή, όπου κι αν ήταν ή ότι κι αν έκανε, ήταν υποχρεωμένη από καθήκον, να τρέξει και να βοηθήσει την ετοιμόγεννη κι ανήμπορη γειτόνισσα, να ξεγεννήσει. Την ξάπλωνε στο δωμάτιο του σπιτιού κι αν το σπίτι ήταν ένα δωμάτιο, στην άκρη του σπιτιού ετοίμαζε με 2 λιόπανα το χώρισμα. Εκεί, αν ήταν και νύχτα, συνέπασχαν όλοι μαζί. Κανείς δεν κοιμότανε. Ήταν όλοι στο πόδι. Ο ένας να ανάψει τη φωτιά, ο άλλος την λάμπα, ο άλλος να ετοιμάσει τα ζωντανά κι ο άλλος να ετοιμάσει το φαγητό. Σωστός συναγερμός.
Η μαμή παρακολουθούσε και βοηθούσε ψυχολογικά την γυναίκα που θα γένναγε. Της άλλαζε στάσεις, της έσπρωχνε την κοιλιά και τέλος, μόλις άρχιζε να φαίνεται το παιδί, με χίλιες δυο προφυλάξεις, το τράβαγε σιγά-σιγά για να το βγάλει στο φως της μέρας.
Όταν έκοβε τον αφαλό, τον έδενε κόμπο ή με σχοινί, που το αποστείρωνε με χαλκό ή καυτό λάδι. Όσο για το ύστερο, που τώρα λέγεται πλακούντας, περίμενε τη φύση να το τακτοποιήσει. Το έκοβε με μεγάλη προσοχή και το έθαβε στη γη, για να μην το φάνε τα σκυλιά. Έβγαζε το μωρό και το σήκωνε ψηλά. Του καθάριζε τη μύτη και το φύσαγε να πάρει την πρώτη αναπνοή.
Ετοίμαζε το πρώτο μπάνιο, τα χαμομήλια και τα σκουτιά (=ρούχα) για να το τυλίξει. Η φασκιά σε πρώτο πλάνο. Οι οδηγίες έδιναν κι έπαιρναν.
Μετά τα γεννητούρια και εφ’ όσον όλα πήγαιναν καλά, η οικογένεια δώριζε στη μαμή ένα σαπούνι, ένα ψωμί και χρήματα.
Η μαμή του χωριού δεν ήταν υπεράνθρωπος. Ήταν μια απλή & αγράμματη γυναίκα, που έμαθε την τέχνη απ’ τη μάνα της κι απ’ τις γριές του χωριού. Το ίδιο πράγμα έκανε κι αυτή. Παρέδιδε τις γνώσεις της και τις εμπειρίες της, στις επόμενες.

Πατήστε εδώ για να δείτε τη μεγέθυνση της «ταυτότητας».

*Η Μαρία Κουτσογιάννη  ήταν γιαγιά των αδελφών Κουτσογιάννη (Ματίνας, Γιάννη, Μίμη, Γρηγόρη, Βαγγέλη).

Ο Παγοπώλης

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 04-06-2012 12:05:53 am | από nskarmoutsos

Το σημερινό ψυγείο δεν έχει τη μορφή που είχαν οι πρόγονοί του μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα (τον προηγούμενο αιώνα). Παλιά τα ψυγεία ήταν ξύλινα. Οι άνθρωποι διατηρούσαν τα τρόφιμά τους σε πάγο. Τα ξύλινα ψυγεία είχαν ένα δοχείο από λαμαρίνα όπου τοποθετούσαν τον πάγο σε μορφή παγοκολώνας που προμηθεύονταν από τον παγοπώλη.

Ο παγοπώλης μετέφερε τον πάγο στην αρχή με μία χειράμαξα στην οποία έστρωνε λινάτσες και εκεί πάνω τοποθετούσε τις παγοκολώνες, ενώ από πάνω τις κάλυπτε πάλι με λινάτσες. Αργότερα όταν η τεχνολογία αναπτύχθηκε άρχισε να κάνει τη μεταφορά με κάρο και κατόπιν με την τρίκυκλη μηχανή του.

 Συνήθως περνούσε μία φορά την ημέρα και σε περιόδους καύσωνα μπορεί και δύο φορές την ημέρα. Η πληρωμή γινόταν αναλόγως του μεγέθους του πάγου, ενώ κάθε γειτονιά στις πόλεις είχε τον δικό της παγοπώλη.

O παγοπώλης ήταν από τους πιο αγαπημένους και ευπρόσδεκτους τακτικούς επισκέπτες των νοικοκυριών μέχρι το 1931, οπότε ο Αμερικανός χημικός Tόμας Mίτζλι παρασκεύασε ένα χημικό μόριο της κατηγορίας των χλωροφθορανθράκων, που γρήγορα οδήγησε στην ανακάλυψη του φρέον, μίας ουσίας άοσμης, σταθερής και μη τοξικής.

Tα ψυγεία όπως τα ξέρουμε σήμερα είχαν γεννηθεί. Mέχρι τότε οι άνθρωποι προσπαθούσαν να διατηρήσουν τα τρόφιμά τους σε πάγο ή σε ογκώδη ψυγεία που χρησιμοποιούσαν αμμωνία, ουσία διαβρωτική και δηλητηριώδης. Aργότερα ανακαλύφθηκε ότι οι χλωροφθοράνθρακες βλάπτουν το στρώμα του όζοντος και σήμερα γίνονται προσπάθειες να αντικατασταθούν.

Σταδιακά τα ψυγεία του πάγου αντικαταστάθηκαν από τα ηλεκτρικά ΠΙΤΣΟΣ, ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ γύρω στο 1960.

Μοιραία το επάγγελμα του παγοπώλη άρχισε να ατονεί αφού οι μόνες παγοκολώνες που μετέφερε πλέον ήταν στους ψαράδες για την συντήρηση των ψαριών. Έτσι το εργοστάσιο του Φιξ στα Πατήσια, που από το 1903 παρήγε παγοκολώνες, σταμάτησε τη λειτουργία του το 1983.

Ο σκουπιδιάρης

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 16-12-2012 09:36:02 am | από nskarmoutsos

Το απορριμματοφόρο (τρίκυκλο)!! της Κοινότητας Παραλίου Άστρους,  εκείνα τα χρόνια (τέλος της δεκαετίας του 60) ήταν ανοιχτό....
Περνούσε μια δύο φορές την βδομάδα από τις γειτονιές και έπαιρνε
τα σκουπίδια.
Όχι δεν είχε κάδους....υπήρχαν σκουπιδοτενεκέδες που τους άφηνες έξω
στο πεζοδρόμιο.
Περνούσε το τρίκυκλο και ο σκουπιδιάρης φώναζε για να ακούσουν οι νοικοκυρές.... αναγγέλλοντας την άφιξή του....
Δουλεύανε
: ένας που μάζευε και ο οδηγός.
Ο ένας ανέβαινε στην καρότσα και ο άλλος του πέταγε τον τενεκέ για να τον αδειάσει.
Καθόλου εύκολη δουλειά!
Στη συνέχεια τα πάταγε με τα άρβυλα για να χωρέσουν κι άλλα.
Η αλήθεια είναι ότι πολλά σκουπίδια όπως σήμερα δεν υπήρχαν.
Οι συσκευασίες των προϊόντων ανύπαρκτες....ο μπακάλης τύλιγε στην εφημερίδα
την παλιά που δεν την πέταγες αμέσως ....την έκοβες σε μικρότερα κομμάτια
και την κάρφωνες στο καρφί στην τουαλέτα της αυλής.
Από φαγητά τι να πετάξεις;
Η κατσαρόλα άδειαζε μεσημέρι βράδυ....το ψωμί ήταν αμαρτία να πεταχτεί...
το έβρεχες και το έτρωγες.
Ας γυρίσουμε όμως στους σκουπιδιάρηδες Παραμονές Εορτών....
Περνούσαν από τα σπίτια της γειτονιάς να πουν χρόνια πολλά και να τους δώσεις
κάτι ...ακόμα και γλυκά κουραμπιέδες και μελομακάρονα..
Τους αγαπούσαν.... όλοι έδιναν.

Αγροφύλακες

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 11-04-2012 06:18:59 pm | από nskarmoutsos

             

Οι αγροφύλακες συγκροτούσαν ένστολο και (περιοδικά) ένοπλο ελεγκτικό σώμα, επιφορτισμένο με την περιφρούρηση της ιδιωτικής και δημόσιας (αγροτικής) περιουσίας. Όπως ανέφερε κάποιος αγροφύλακας, αντίστοιχοι φύλακες δραστηριοποιούνται επί τουλάχιστον 150 χρόνια. Αρχικά η αγροφυλακή συντηρούταν από τις κοινότητες, με φόρο που πλήρωναν τα μέλη τους, ενώ από το 1977 έγιναν κρατικοί υπάλληλοι και πληρώνονταν από το Δημόσιο, με ξεχωριστό ταμείο, το Τ.Α.Ο.Α. (Ταμείο Αρωγής Οργάνων Αγροφυλακής). Η αγροφυλακή κάθε νομού, ήταν οργανωμένη σε σωματείο, το «Σύλλογο Οργάνων Αγροφυλακής», ενώ υπήρχε και γενική ομοσπονδία με έδρα την Αθήνα. Προστάτης του επαγγέλματος ήταν ο Άγιος Ευστάθιος και ανήμερα της γιορτής του, στις είκοσι Σεπτεμβρίου, γινόταν δοξολογία στη μητρόπολη της Μυτιλήνης όπου και παραβρισκόταν το σώμα της τοπικής αγροφυλακής.

Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντά τους, που ορίζονταν με τον νόμο 3030 του 1954 και τις ανάλογες τροποποιήσεις του, ήταν: ο έλεγχος για την καταπάτηση γης και τη μετακίνηση ορόσημων, καθώς και την αυθαίρετη βόσκηση, ο εμβολιασμός αγρίων δέντρων, η εκτίμηση αγροζημιών, η περιφρούρηση των δασών για έλεγχο πυρκαγιάς, ενώ μερικές φορές ακόμη και η περιφρούρηση αρχαιολογικών χώρων. Ο αγροφύλακας ήταν υπεύθυνος για την περιοχή που είχε «χρεωθεί». Σ’ αυτή είχε δικαίωμα να περιοδεύει κατά την κρίση του, σε ανύποπτο τόπο και χρόνο καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο (στις νυχτερινές περιπολίες ο νόμος όριζε την παρουσία δύο αγροφυλάκων). Επίσης, είχε την υποχρέωση να συνδράμει, εφόσον του ζητηθεί, όλες τις δημόσιες αρχές (εφορία, αρχαιολογική υπηρεσία, νομαρχία, δικαστήρια κ.ά.). Οι αγροφύλακες ήταν υπόλογοι στον αγρονόμο της περιοχής, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος και με την εκπαίδευσή τους σε μηνιαία βάση.

Για τη συμμόρφωση των παραβατών είχαν το δικαίωμα να υποβάλλουν μηνύσεις (μετά από τρεις άκαρπες ειδοποιήσεις) για οποιοδήποτε παράβαση, ενώ διατηρούσαν και το δικαίωμα της θανάτωσης ζώων (πτηνών, σκυλιών, χοίρων και αιγών), που ανακάλυπταν μέσα σε αγροτικά κτήματα στα οποία μπορούσαν να προξενήσουν ζημιές. Ακόμη παλαιότερα, υπήρχε και το μέτρο των «συλλήπτρων»: όταν ο αγροφύλακας έπιανε ένα ζώο που βρισκόταν σε «ξένο» χωράφι, το παρέδιδε στον ιδιοκτήτη, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει τα καθορισμένα «σύλληπτρα».

Για να γίνει κάποιος αγροφύλακας έπρεπε να κατάγεται από την περιοχή που αναλάμβανε να εποπτεύει, να γνωρίζει πρόσωπα και περιουσίες, να έχει εμπειρία και γνώση γύρω από το αντικείμενο, να είναι αμερόληπτος, ηθικός και τίμιος, να είναι τελειόφοιτος δημοτικού, να έχει τελειώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, να μην υπερβαίνει το 35ο έτος της ηλικίας του, να μην έχει πάνω από δέκα μικρά ζώα ή πέντε μεγάλα ως προσωπική ιδιοκτησία και να μην έχει καταδικαστεί τον τελευταίο χρόνο πριν το διορισμό του για αγροζημία.

Τα αντικείμενα που έπρεπε να έχει μαζί του ήταν, το βιβλίο των συμβάντων για να πιστοποιεί την ταυτότητά του και να καταγράφει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, μια σφυρίχτρα για να συνεννοείται (με κωδικοποιημένα σφυρίγματα) όταν ήταν μακριά από το κέντρο της υπηρεσίας του, σακίδιο και σχοινί (π.χ. για να πιάσει ένα αδέσποτο ζώο), ενώ σε ειδικές περιστάσεις και όπλο.

Η δουλειά του αγροφύλακα ήταν δύσκολη και το ωράριο ακαθόριστο. Την περίοδο της άνοιξης, ο φόρτος εργασίας ήταν συνήθως μεγαλύτερος. Ο μισθός τους ήταν από τους χαμηλότερους μεταξύ των αντίστοιχων δημοσίων υπαλλήλων.

Πηγή: ct-srv2.aegean.gr

Φωτογράφος

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 01-05-2012 07:05:14 pm | από nskarmoutsos

Το επάγγελμα του φωτογράφου συνδέεται με τις τεχνολογίες παραγωγής μόνιμων εικόνων σε χημικά παρασκευασμένη επιφάνεια, με την επίδραση του (φυσικού) φωτός. Η επίσημη ημερομηνία εφεύρεσης της φωτογραφίας, θεωρείται η 19η Αυγούστου 1839 (Σαμπανίκου Ε., 2003:155). Οι πρώτοι φωτογράφοι εμφανίστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ οι περισσότεροι διδάχτηκαν την τέχνη της φωτογραφίας δουλεύοντας ως βοηθοί σε φωτογραφεία της Αθήνας. Κάποιοι άλλοι (λιγότεροι) έμαθαν την τέχνη κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας.

Τόσο στο παρελθόν, όσο και σήμερα, οι φωτογραφίες ήταν και είναι συνυφασμένες με ιδιαίτερες στιγμές της ζωής, γι΄ αυτό και οι περισσότερες φωτογραφίες των απλών ανθρώπων αφορούν σε γάμους, βαφτίσια, παρελάσεις, πανηγύρια, κέντρα διασκεδάσεως, χοροεσπερίδες, ενώ (στο παρελθόν και) οι κάτοικοι μικρών χωριών αξιοποιούσαν (κάποιες φορές) την ευκαιρία για να φωτογραφηθούν, όταν, ως γυρολόγος, τους επισκεπτόταν ο φωτογράφος της ευρύτερης περιοχής. Όπως αναφέρει η Ε. Σαμπανίκου (ό.π.), συνήθεια των αρχών του 20ου αιώνα, αποτελεί η συγγραφή αφιερώσεων και στίχων στο πίσω μέρος των φωτογραφιών, αλλά και το στήσιμο σκηνικών πριν τη φωτογράφηση εντός των φωτογραφείων. Ένα βασικό εισόδημα εισέπρατταν οι φωτογράφοι από τις φωτογραφίες για τα διάφορα δημόσια έγγραφα (ταυτότητα, ναυτικό φυλλάδιο κ.α.), αλλά και από τις cart postal που παρήγαγαν. Μάλιστα, οι φωτογράφοι, προσπαθώντας να προσελκύσουν πελάτες σε ειδικές χρονικές επετείους, τοποθετούσαν τα Χριστούγεννα ως «κράχτες» προσωπικές κατασκευές (π.χ. φάτνη, έλκηθρο), για να φωτογραφίζονται τα παιδιά.

Η τέχνη της φωτογραφίας είναι συνεχώς μεταβαλλόμενη, αφού επηρεάζεται από τις τεχνολογικές εξελίξεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο φωτογράφος να βρίσκεται σε διαρκή μαθητεία - ενημέρωση, για να παρακολουθεί τις εξελίξεις, για να μάθει να χειρίζεται τα καινούρια μέσα και να χρησιμοποιεί τα διαφοροποιημένα μέσα και υλικά.

Οι πρώτες φωτογραφικές μηχανές ήταν ογκώδεις και βαριές, με ενσωματωμένο το σκοτεινό θάλαμο. Για την αποτύπωση των εικόνων χρησιμοποιούσαν γυάλινες πλάκες με τη χρήση εύφλεκτου διαλύματος υγρού κολλοδίου [ή νιτροσελλυλόζης, που χρησιμοποιήθηκε από το 1851 - ενώ πριν χρησιμοποιούσαν αλμπουμίνα, δηλ. ασπράδι αυγού (χήνας)]. Από το 1860 καθιερώνεται το φωτογραφικό χαρτί αλμπουμίνας, επιστρωμένο όπως οι γυάλινες πλάκες, όπου τύπωναν ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Υπήρχαν και οι «επισκεπτήριες κάρτες», φωτογραφίες σε μικρές διαστάσεις (6Χ10 εκ.). Συχνά γινόταν επιχρωματισμός των φωτογραφιών. Οι έγχρωμες φωτογραφίες εμφανίζονται το 1861, με συνδυασμό ασπρόμαυρων φιλμ και χρήση φίλτρων με τα τρία βασικά χρώματα (μπλε, πράσινο, κόκκινο). Ο 20ος αι. αρχίζει με τις αυτοχρωμικές φωτογραφίες (δηλ. τα σλάιντς της εποχής), με επιπλέον επεξεργασία και πρόσθετα χρώματα, που δεν είχαν ιδιαίτερη διάδοση. Στην Ελλάδα ήρθαν το 1913. Στα μέσα περίπου του 20ου αιώνα οι φωτογράφοι της επαρχίας προμηθεύτηκαν φωτογραφικές μηχανές χειρός (μηχανές 35mm, όπως η δημοφιλέστατη και φτηνή Argus, 1936 - για έγχρωμες φωτογραφίες - ή οι ακριβές Leica και Kodak - που χρησιμοποιούσαν εύκαμπτο φιλμ KODACHROME, 35mm) και δημιούργησαν τον προσωπικό τους σκοτεινό θάλαμο. Ουσιαστικά όμως η έγχρωμη φωτογραφία αρχίζει να διαδίδεται στην επαρχία από τη δεκαετία του 1960.

Τα απαραίτητα μέσα για την δημιουργία μιας φωτογραφίας είναι: φωτογραφική μηχανή, εκτυπωτική μηχανή, φιλμ, χαρτιά, κοπτικό μηχάνημα, εργαλείο για τη λείανση των φυσαλίδων, ερυθρή δέσμη φωτός, χημικά εμφάνισης και στερέωσης, νερό. Η διαδικασία της εμφάνισης περνάει από τέσσερις φάσεις: Ι) τύπωμα-εμφάνιση, ΙΙ) στερέωμα, ΙΙΙ) φιξάρισμα και IV) πλύσιμο.

Σήμερα, με την εμφάνιση των ψηφιακών μέσων, το επάγγελμα του φωτογράφου έχει διαφοροποιηθεί αισθητά και εκτός των φωτογραφικών εκτυπώσεων και ανατυπώσεων, οι φωτογράφοι αναλαμβάνουν βιντεοσκοπήσεις, δημιουργία ψηφιακών άλμπουμ, επεξεργασία βίντεο, επεξεργασία φωτογραφιών κ.α..

Πηγή: ct-srv2.aegean.gr

Υφάντρα

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 10-06-2012 06:44:38 pm | από nskarmoutsos

Εισαγωγικό σημείωμα: Τελευταία υφάντρα στο τόπο μας ήταν η Βασιλική Σαρρή, η οποία εδώ και αρκετά χρόνια έχει σταματήσει να υφαίνει στον παραδοσιακό αργαλειό της.

Από τα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τον αργαλειό για να κατασκευάσουν αντικείμενα καθημερινής χρήσης.

Οι πρώτοι αργαλειοί ήταν όρθιοι και αργότερα έγιναν οριζόντιοι. Από παραστάσεις σε ελληνικά αγγεία μαθαίνουμε πως χρησιμοποιούνταν στην Ελλάδα από το 600 π.Χ. Στην πατρίδα μας, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου, όλα τα μάλλινα και βαμβακερά είδη του σπιτιού γίνονταν στον ακόμα και σήμερα μπορεί να βρει κανείς τα περίφημα υφαντά μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης με τους υπέροχους χρωματισμούς και τα πρωτότυπα σχέδια, υφασμένα στον αργαλειό.

Υπήρχαν πολλές υφάντρες που δούλευαν επαγγελματικά στα σπίτια τους που ήταν στημένος ο αργαλειός και δεχόταν παραγγελίες.

Στην ευρύτερη περιοχή μας σε κάθε χωριάτικο σπίτι ο αργαλειός κατείχε ξεχωριστή θέση. Τα υφαντά μας διακρίνονταν για τη σφιχτή ύφανση, την αρμονία των χρωμάτων και την καλαίσθητη διακόσμηση τους. Οι γυναίκες της περιοχής μας ήταν γνωστές για την ιδιαίτερη δεξιοτεχνία τους στη κατασκευή υφαντών. Στον αργαλειό έφτιαχναν τα ρούχα, τα καθημερινά είδη του σπιτιού και την προίκα των κοριτσιών, όπως μπατανίες, πετσέτες, χράμια, χαλιά, ποδιές, τραπεζομάντιλα κ.α. Ολόκληρες οικογένειες απασχολούνται συχνά με την υφαντουργία, από την εκτροφή των προβάτων ως την τελική ύφανση του μαλλιού. Οι χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες ήταν βαμβάκι, μαλλί, λινάρι, μετάξι, ανάλογα με το είδος και τη χρήση του υφαντού. Τις πρώτες αυτές ύλες οι γυναίκες τις κατεργάζονταν μόνες τους. Επίσης μόνες έβαφαν τα νήματα, χρησιμοποιώντας φυτικές βαφές, όπως ρίζες φυτών, φύλλα, λουλούδια, καρπούς, φλοιούς δέντρων κ.ά. Το χρώμα που επικρατούσε ήταν το κόκκινο ενώ τα πλουμιά και τα ξόμπλια ήταν πολύχρωμα.

Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία έβαλε στο περιθώριο την παραδοσιακή υφαντική. Σήμερα το επάγγελμα της υφάντρας και η τέχνη του αργαλειού έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονες μηχανές. Απέμειναν μόνο λίγες υφάντρες που δουλεύουν ακόμη στον παραδοσιακό αργαλειό και έτσι ακόμα και σήμερα μπορεί να βρει κανείς τα περίφημα υφαντά, μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης με τα πρωτότυπα σχέδια και τους υπέροχους χρωματισμούς.

Πηγή: winefest-dafnes.gr

Οι «μπακαλόγατοι» άλλοτε και τώρα....

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 27-05-2012 02:54:40 pm | από nskarmoutsos

Πρόκειται για μεγαλομπακάλικο της Παλιάς Αθήνας
με πολλούς υπαλλήλους-μπακαλόγατους όπως τους έλεγαν.
Στα ράφια κρεμασμένα και κοκόρια και ρόδια....
Τους έφτιαχναν κρασάτους....ωραίος μεζές....
Οι υπάλληλοι των μαγαζιών αυτών ήταν κυρίως από επαρχία
μακρινοί συγγενείς ή γνωστοί των αφεντικών.
Έμεναν και μέσα στο μαγαζί σε κάποιο χώρο πρόχειρα
διαμορφωμένο για να γλυτώνουν το νοίκι.
Ήταν έμπιστοι .....
Σήμερα σε χοντρεμπορικές αποθήκες τροφίμων πίσω από την Αθηνάς
υπάρχουν βοηθοί κυρίως αλλοδαποί που μένουν στις υπόγειες
αποθήκες κάνοντας και χρέη σεκιουριτά...
Φυσικά οι συνθήκες είναι από κακές έως άθλιες....
Εκείνα τα χρόνια τα παιδιά που δουλεύανε σε μεγαλομπακάλικα
σε καλές γειτονιές....Κολωνάκι....Κυψέλη...Πλατεία Αγάμων (Αμερικής)
βγάζανε καλό μεροκάματο και από τα τυχερά.
Το πρωί περνούσε η υπηρεσία της μεγαλοκυρίας από το μπακάλικο
και άφηνε το σημείωμα με τα ψώνια για να τα πάει αργότερα
ο "μικρός".
Υπήρξαν και πολλά ειδύλλια και αργότερα γάμοι μεταξύ των
δουλικών όπως έλεγαν τις υπηρέτριες και των μπακαλόγατων.

Πηγή: pisostapalia.blogspot.com

Πλανόδιος κινηματογραφιστής

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 14-05-2012 09:44:10 am | από nskarmoutsos

1971, θερινό σινεμά στη μάντρα «Βλαχάκη» (σημερινός παιδότοπος)

Στο τόπο μας σαν θερινά σινεμά λειτουργούσαν: 1) Τη δεκαετία του 60, στον ακάλυπτο χώρο που υπήρχε πίσω από το σημερινό καφέ «Αρμονία», από πλανόδιους κινηματογραφιστές, ντόπιους και «ξένους» και 2) Τη δεκαετία του 70, στη μάντρα του Βλαχάκη, σε μόνιμη κατασκευή, από τον κινηματογραφιστή Βασίλη Μπινιάρη, ο οποίος διατηρούσε και το καφενείο του Ξενοδοχείου «Χρυσή Ακτή» (σημερινό «Astros Beach»). Έκτοτε η οθόνη «βούλιαξε», προσωρινά ελπίζουμε, περιμένοντας καλύτερες μέρες.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα και στο βαθμό που το κινηματογραφικό θέαμα γινόταν πιο πλούσιο άρχισαν να χτίζονται ειδικές αίθουσες που θα το στεγάσουν. Έτσι το πεδίο δράσης των πλανόδιων σταδιακά περιορίζονταν. Τους απόμειναν μόνο οι γιορτές και τα πανηγύρια. Από το 1914-15 λοιπόν αρχίζουν να εξαφανίζονται οι πλανόδιοι στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης αλλά στις λιγότερο ανεπτυγμένες, όπως η Ελλάδα, αρχίζει η βασιλεία τους.

Στην Ελλάδα το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα είναι σίγουρα η πιο δύσκολη περίοδος για την ανάπτυξη του κινηματογράφου τόσο σταθερού όσο και κινητού αφού οι ένοπλες συγκρούσεις κι οι πόλεμοι διαδέχονται ο ένας τον άλλο: Βαλκανικοί πόλεμοι, Α. Παγκόσμιος, Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή.

Με το τέλος αυτών των περιπετειών οι πλανόδιοι απλώνονται σταδιακά σε όλη την Ελλάδα, κι αν πιστέψουμε τον "Κινηματογραφικό Αστέρα", το 1935 «λυμαίνονται» όλη την επαρχία.

Ακολουθεί ο Β. Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή κι ο Εμφύλιος και μόνο μετά το τέλος του αρχίζει η μεγάλη και ουσιαστική ανάπτυξη των πλανόδιων κινηματογράφων στην ελληνική επαρχία.

Πολλές φορές η πραγματική ιστορία γράφεται ερήμην των πρωταγωνιστών της ή μάλλον με την πλήρη άγνοιά τους για το τι συντελείται εκείνη τη στιγμή. Οι πλανόδιοι προβολατζήδες, οι άνθρωποι που γύριζαν με μια κινηματογραφική μηχανή την ελληνική επαρχία προβάλλοντας ταινίες σε πλατείες, δρόμους και καφενεία, αυτό που έκαναν εκείνη τη στιγμή είναι να βρίσκουν έναν (μάλλον δύσκολο) τρόπο για να επιβιώσουν, να βγάλουν τα προς το ζην. Ηταν κάποιοι καπάτσοι της μεταπολεμικής Ελλάδας που βρήκαν έναν τρόπο για να βγάλουν μερικά (όχι και τόσο εύκολα) χρήματα, ήταν κάποιοι που προσπάθησαν να μεταλαμπαδεύσουν τη μαγεία της κινηματογραφικής τέχνης σε όσους δεν είχαν τη δυνατότητα να τη γευτούν.

Πρακτικός «γιατρός»

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 17-12-2011 12:12:59 am | από nskarmoutsos

                   

Πρακτικός ορθοπεδικός τσέλιγκας στην Αθήνα τακτοποιεί σπασμένο χέρι Αθηναίου

Εισαγωγικό σημείωμα: Τελευταία Πρακτική «Ιατρός», στο Παράλιο Άστρος και μάλιστα με ειδικότητα Ορθοπεδικού ήταν η Σταυρούλα Ιατρίδη, διπλοκάτοικος εκ Καστρίου ορμώμενη, το σπίτι της ήταν  απέναντι από την οικία της Μαρίνας Κωνσταντίνου δίπλα από την οικία του Γιάννη Δήμα, στους πρόποδες του Νησιού. Όλοι, σχεδόν είχαμε περάσει από τα χέρια της, υπήρξε ειδική, και αλάνθαστη στο να επαναφέρει τα «βγαλμένα» άκρα και «στραμπουλήγματα».

 Σήμερα οι άνθρωποι έχουν στην διάθεσή τους σε περίπτωση αρρώστιας ή ατυχήματος, Κέντρα Υγείας, ασθενοφόρα και σύγχρονα νοσοκομεία. Πριν από 50 χρόνια ο άνθρωπος ειδικά της υπαίθρου, δεν είχε τέτοιες χάρες, δεν υπήρχε καν δρόμος, για να μεταφερθεί ο ασθενής στο νοσοκομείο. Το έλλειμμα αυτό προσπάθησαν να καλύψουν - και ενίοτε το πετύχαιναν - μερικοί έξυπνοι άνθρωποι χωρίς καμία μόρφωση ή εκπαίδευση, με την βοήθεια απίθανων εργαλείων. Οι πρακτικοί αυτοί “γιατροί” ήταν το υπήνεμο λιμάνι στο οποίο κατέφευγαν όλα τα ταλαιπωρημένα πλοία. Ελαφρό να’ ναι το χώμα που τους σκέπασε.

Τα παλαιότερα χρόνια, σε κάθε χωριό υπήρχε και ένας πρακτικός γιατρός ή μια γιάτρισσα. Δεν ήτανε σπουδασμένοι με διπλώματα και πτυχία. Άνθρωποι απλοί, που είχανε το χάρισμα και τη θέληση να θεραπεύουνε τους άρρωστους, να περιποιούνται τις λαβωματιές για να γιάνουνε και γενικά να κάνουνε το καλό. Άξια και ευλογημένα τα χέρια τους, ανώτερα κι' από σπουδασμένου γιατρού.

Από σπασμένο πόδι ή χέρι μέχρι στραμπούληγμα και νευροκαβαλίκεμα όλα τα γιατρεύανε. Άφτρα, που πιάνει τα μικρά παιδιά και χρυσή (ίκτερο). Λυσουνάρια (σπυριά)και "ανεμοπύρι" ακόμα και "κακό σπυρί" ...θεός να φυλάει!.. Πίεση, πεσμένη μέση, ανορεξία και όλα όσα παιδεύουνε τους ανθρώπους τα διώχνανε οι "γιατροί" του παλιού καιρού. Άλλα με τα άξια χέρια τους, άλλα με βοτάνια, αμέτρητα βοτάνια, που είχανε κρεμασμένα στους τοίχους του σπιτιού τους, αλλά και με αλοιφές, με σκόνες και καταπλάσματα.

Για τα κρυολογήματα είχανε καφτούρες (μηλόσπακα, φασκομηλιά, χαμομήλι, μαντζουράνα). Απήγανο, λεμιθόχορτο, γαλαζόπετρα, θειάφι και χίλια δυο γιατρικά, το καθένα για τη χρήση του. Πολεμάγανε τις αρρώστιες άλλοτε με την πείρα και άλλοτε με τα γιατροσόφια και τις αλοιφές που ξέρανε να φτιάνουνε. Για την ψώρα βάζανε μια αλοιφή από θειάφι και σκόνη από ατσάλι ή σίδερο. Για το κρυολόγημα παίρνανε στον άρρωστο βεντούζες. Για την ψύξη βάζανε καταπλάσματα από σιναπόσπορο. Και αμέτρητες άλλες συνταγές για χίλιες δύο αρρώστιες.

Συνήθως δεν παίρνανε αμοιβή από όσους θεραπεύανε. Δώρα όμως δεν μπορούσανε να αρνηθούνε. (Ευγένεια και ευγνωμοσύνη πως μπορείς να τα αποδιώξεις;) Τους πηγαίνανε καμιά μυτζήθρα, λίγο μέλι (για φάρμακο) και κάνα μπουκάλι λάδι. Κοτόπουλα, σύγκλινα και αρνί ολόκληρο καμιά φορά. Κουκιά, λούπινα και φακές.... Η φήμη τους είχε απλωθεί σε όλα τα γύρω χωριά. Για την πείρα και τα γιατροσόφια τους όλοι τους εκτιμούσανε και τους αγαπούσαν. Είχανε το κύρος και την υπόληψη αληθινού, γιατρού.

Οι περισσότερες γριές ξέρανε να ξεματιάζουνε και δίνανε στα παιδιά " θαλασσώματα" για το κακό μάτι. Ξέρανε να κάνουνε την μαμή και να φροντίζουνε τη λεχώνα και το νεογέννητο. Πάντα λέγανε την καλή τους κουβέντα στις νιόπαντρες και στις γκαστρωμένες. Άμα βλέπανε καμιά "ξεκοιλιακούσα" (με φουσκωμένη κοιλιά) την συμβουλεύανε και κάνανε προβλέψεις για το παιδί που θα γεννηθεί. Ζυγίζανε με το μάτι το μέγεθος και το σχήμα της κοιλιάς και βγάζανε την πρόγνωση: "Αηγορο (αγόρι) έχεις και τα μάτια σου τέσσερα και καλή σου ελευτερία"... Αν βλέπανε ότι η γκαστρωμένη θα κάμει "φηλυκό" δεν της το λέγανε αλλά "ό,τι πει ο Θεός" κάνανε, "...παιδία του θεού είναι όλα τους και καλή μοίρα νά 'χουνε..." Οι πρακτικοί γιατροί θεραπεύανε μέχρι τα βαθειά τους γεράματα. Τότε ξεδιαλέγανε κάποιο από τα παιδιά ή τα εγγόνια τους για να του διδάξουνε όλα τα γιατροσόφια και τα μυστικά της τέχνης τους. Για το καλό των αλλωνώνε...

Το ξεμάτιασμα
Ήτανε και είναι?? παραδεχτό το «μάτι», και πως μπορούσε κάποιος με κατάλληλη προσευχή και "μυστικά λόγια" να ελευθερώσει αυτόν που "χτυπήθηκε" από "κακό μάτι". Μπορούσε δηλαδή, να ξεματιάσει τον ματιασμένο. Την κακή επίδραση που έχει η επίμονη, θαυμαστική ή ζηλόφθονη ματιά κάποιου πάνω σε ένα άλλο άτομο, την καταλάβαινε η "ξεματιάστρα" από ορισμένα σημάδια. Τα σημάδια αυτά ήτανε ζάλη, κατατονία (απώλεια δυνάμεων), πολλά χασμουρητά, τά ση για ύπνο, βαρεία κουρασμένα βλέφαρα, άτονο βλέμμα κ.α. Με κατάλληλα ευχολόγια και "σταυρώματα" η ξεματιάστρα ή ο ξεματιαστής έδιωχνε το μάτιασμα και θεράπευε τον ματιασμένο.

Εκτός από τους ανθρώπους, το "κακό μάτι" μπορούσε να πέσει και πάνω σε ζωντανά. Οι παλαιότεροι του χωριού μου, θυμούνται άλογα, μουλάρια, πρόβατα κ.λπ. που "σκάσανε" από κακό μάτι και άλλα που σωθήκανε με ξεμάτιασμα. Οι χάντρες και τα κομπολόγια, τα χαϊμαλιά, που βάζανε στα μουλάρια και καμιά φορά και στα γαϊδούρια, εκτός από στολίδια είχανε κι' άλλη χρησιμότητα. Οι παλαιοί πιστεύανε πως το "κακό μάτι" προσελκύεται από τις πολύχρωμες χάντρες και δεν πείραζε το ζωντανό. Κάτι ανάλογο ήτανε το "θαλασσόματο" για τους ανθρώπους. Μια μικρή θαλασσινή πετρούλα, (ίσως απολίθωμα παλαιού θαλάσσιου οργανισμού), που στο κέντρο είχε μια ανοιχτόχρωμη βούλα όμοια με μάτι". Όποιος είχε κρεμασμένο θαλασσόματο πάνω του, δεν τον έπιανε το μάτι.

Πατήστε εδώ για να δείτε τη μεγέθυνση της φωτογραφίας.

Πηγή: mani.org.gr

Κουρέας ή μπαρμπέρης

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 26-10-2011 12:17:30 am | από nskarmoutsos

Εισαγωγικό σημείωμα: Τελευταίοι κουρείς στο τόπο μας ήταν οι: 1. Ο Γεώργιος Αντωνόπουλος, ο οποίος, στα τέλη της ζωής του, είχε κουρείο επί της οδού Ζαφειρόπουλου (πεζόδρομος), εκεί που είναι σήμερα το ιχθυοπωλείο Καρρά, η οικία του ήταν το πρώην αλληλοδιδακτικό σχολείο, και 2. Ο Δημήτριος Γεωργάς, ο οποίος ήταν ο τελευταίος επιζών, έφυγε από τη ζωή αρχές τη δεκαετία του 80, και αυτός είχε το κουρείο του επί της Ζαφειρόπουλου, εκεί που είναι σήμερα το ψητοπωλείο «το Νόστιμο», η οικία του ήταν εκεί που είναι σήμερα το internet καφέ, ιδιοκτησίας Λαμπίρη.

Ο μπαρμπέρης1 (κουρέας) δούλευε συνήθως τα Σάββατα και τις παραμονές γιορτών. Είχε και ειδικό δοχείο, για να πλένει ή να λούζει όσους πελάτες επιθυμούσαν. Πολλοί μπαρμπέρηδες ήταν και «οδοντογιατροί», είχαν μια ειδική τανάλια κι έβγαζαν τα χαλασμένα δόντια. Επίσης ήταν και «ολίγον» γιατροί!! έβαζαν βδέλλες προς αφαίμαξη. Στα χωριά δεν ήταν κύριο επάγγελμα, αλλά δεύτερο επάγγελμα κάποιου γεωργού ή άλλου επαγγελματία.

Θυμάμαι , όταν ήμουν στο Δημοτικό σχολείο, έπρεπε πριν αρχίσουν τα σχολεία όλοι οι μαθητές (τα αγόρια), να περάσουν από τον κουρέα του χωριού για το σχετικό κούρεμα με την «ψιλή» μηχανή, όπως έλεγαν τότε, κανόνας απαράβατος, όλα τα αγόρια έπρεπε να ήσαν κουρεμένα σχεδόν «γουλί»! το μόνο που μπορούσες να περισώσεις από τα μαλλιά σου ήταν το περίφημο «κοκοράκι», μία τούφα μαλλιά πάνω από το μέτωπο, σαν το λειρί του κόκορα. 

Έτσι λοιπόν μαζεύονταν όλα τα παιδιά, κυρίως το Σάββατο έξω από το κουρείο για το σχετικό κούρεμα.

Τον πολύ παλιό καιρό, στα χωριά ο κουρέας δεν είχε κουρείο, αλλά κούρευε σε κάποια γωνία του καφενείου ή έξω στο προαύλιο χώρο, έτσι τα πειράγματα σε κάθε ένα που κουρευόταν έξω από το καφενείο πήγαιναν σύννεφο, γιατί μην νομίζετε ότι όλοι όσοι κούρευαν τότε, ήσαν και επαγγελματίες2!

Οι περισσότεροι όπως έλεγαν με καμάρι, έμαθαν να κουρεύουν στον στρατό, όταν πήγαιναν φαντάροι αυτοί που συνήθως ήταν τσοπάνηδες και ήξεραν από κούρεμα των προβάτων, τους έκαναν κουρείς στους νεοσύλλεκτους στρατιώτες, έτσι έπαιρναν το "τιμητικό δίπλωμα" από τον στρατό!

Βέβαια υπήρχαν και επαγγελματίες κουρείς που σε κούρευαν απίθανα, σου έβαζαν στο τέλος και την σχετική κολόνια που η μυρωδιά της μου έρχεται ακόμα στην μύτη μου, όσο δε για την “λογοδιάρροια”2 που είχαν, άσε δεν το συζητώ καθόλου ή μάλλον κοίταζες την ώρα πότε θα τελειώσει το κούρεμα ή το ξύρισμα για να γλυτώσεις από το "μαρτύριο" αυτό!

Παρόλα αυτά συναντάς και σήμερα σε χωριά και πόλεις αυτά τα μικρά παραδοσιακά κουρεία που τα συντηρούν ακόμα οι γέροντες πλέον κουρείς, αλλά τα περισσότερα κουρεία σήμερα έχουν αλλάξει το "προφίλ" τους!

Έχουν γίνει σύγχρονα , με τις ηλεκτρικές μηχανές τους, το λούσιμο και ειδικό κούρεμα-χτένισμα μαλλιών και τόσα άλλα!

Το κουρείο τώρα έγινε και κομμωτήριο μαλλιών, έτσι συναντάς αντρικά κουρεία με γυναίκες κουρείς που αναλαμβάνουν να σε κουρέψουν, ξυρίσουν, λούσουν, χτενίσουν, να στα βάψουν!! και ...αν θέλεις σου "πατάνε" στα γρήγορα και ένα πιο καινούριο "προϊόν" και ανδρικό πλέον: το "μανικιούρ-πεντικιούρ" έτσι για χαλάρωση, αλλά ασφαλώς με πιο "βαθιά" το χέρι στην τσέπη σας!

1Μπαρμπέρης από το Αγγλικό barber=κουρέας.

2Τα σχόλια είναι γενικά και δεν απευθύνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

Προηγούμενες αναρτήσεις