Παράλιο Άστρος
logo: Το Άστρος της Θαλάσσης
Αναζήτηση Go

Κομματάρχης

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 17-06-2012 10:10:21 am | από nskarmoutsos

Ο Κομματάρχης ήταν και είναι? ο παρατρεχάμενος του υποψηφίου σε τοπικό επίπεδο, κάτι σαν προϊστάμενος παρατήματος, η «δράση» του στις παλιότερες εποχές ήταν αφόρητη, κατέχοντας και κάποια κοινωνική θέση!! εκβίαζε με κάθε τρόπο για την υπερψήφιση του «αφεντικού» του.

Κλασσικό παράδειγμα ο Σκούταρης (η μαγκούρα στη Βουλή)

Οι παλαιότεροι είναι σίγουρο ότι θυμούνται το αξέχαστο Διονύση Παπαγιανόπουλο στην ταινία «Τζένη-Τζένη» (1965) να υποδύεται τον Κοσμά Σκούταρη, κομματάρχη ενός νησιού, που έχει ως σήμα κατατεθέν τη μαγκούρα!!!

Και ενώ ο Σκούταρης είναι θερμός υποστηρικτής του υποψήφιου Γκόρτσου, ξαφνικά αλλάζει!!!!

Ο πολιτικός του αντίπαλος εφοπλιστής (Λάμπρος Κωνσταντάρας) τον «εξαγοράζει» προκειμένου να στηρίξει τον ανιψιό του Νίκο Μαντά (Ανδρέα Μπάρκουλη) που κατεβαίνει υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές.

Υφάντρα

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 10-06-2012 06:44:38 pm | από nskarmoutsos

Εισαγωγικό σημείωμα: Τελευταία υφάντρα στο τόπο μας ήταν η Βασιλική Σαρρή, η οποία εδώ και αρκετά χρόνια έχει σταματήσει να υφαίνει στον παραδοσιακό αργαλειό της.

Από τα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τον αργαλειό για να κατασκευάσουν αντικείμενα καθημερινής χρήσης.

Οι πρώτοι αργαλειοί ήταν όρθιοι και αργότερα έγιναν οριζόντιοι. Από παραστάσεις σε ελληνικά αγγεία μαθαίνουμε πως χρησιμοποιούνταν στην Ελλάδα από το 600 π.Χ. Στην πατρίδα μας, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου, όλα τα μάλλινα και βαμβακερά είδη του σπιτιού γίνονταν στον ακόμα και σήμερα μπορεί να βρει κανείς τα περίφημα υφαντά μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης με τους υπέροχους χρωματισμούς και τα πρωτότυπα σχέδια, υφασμένα στον αργαλειό.

Υπήρχαν πολλές υφάντρες που δούλευαν επαγγελματικά στα σπίτια τους που ήταν στημένος ο αργαλειός και δεχόταν παραγγελίες.

Στην ευρύτερη περιοχή μας σε κάθε χωριάτικο σπίτι ο αργαλειός κατείχε ξεχωριστή θέση. Τα υφαντά μας διακρίνονταν για τη σφιχτή ύφανση, την αρμονία των χρωμάτων και την καλαίσθητη διακόσμηση τους. Οι γυναίκες της περιοχής μας ήταν γνωστές για την ιδιαίτερη δεξιοτεχνία τους στη κατασκευή υφαντών. Στον αργαλειό έφτιαχναν τα ρούχα, τα καθημερινά είδη του σπιτιού και την προίκα των κοριτσιών, όπως μπατανίες, πετσέτες, χράμια, χαλιά, ποδιές, τραπεζομάντιλα κ.α. Ολόκληρες οικογένειες απασχολούνται συχνά με την υφαντουργία, από την εκτροφή των προβάτων ως την τελική ύφανση του μαλλιού. Οι χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες ήταν βαμβάκι, μαλλί, λινάρι, μετάξι, ανάλογα με το είδος και τη χρήση του υφαντού. Τις πρώτες αυτές ύλες οι γυναίκες τις κατεργάζονταν μόνες τους. Επίσης μόνες έβαφαν τα νήματα, χρησιμοποιώντας φυτικές βαφές, όπως ρίζες φυτών, φύλλα, λουλούδια, καρπούς, φλοιούς δέντρων κ.ά. Το χρώμα που επικρατούσε ήταν το κόκκινο ενώ τα πλουμιά και τα ξόμπλια ήταν πολύχρωμα.

Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία έβαλε στο περιθώριο την παραδοσιακή υφαντική. Σήμερα το επάγγελμα της υφάντρας και η τέχνη του αργαλειού έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονες μηχανές. Απέμειναν μόνο λίγες υφάντρες που δουλεύουν ακόμη στον παραδοσιακό αργαλειό και έτσι ακόμα και σήμερα μπορεί να βρει κανείς τα περίφημα υφαντά, μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης με τα πρωτότυπα σχέδια και τους υπέροχους χρωματισμούς.

Πηγή: winefest-dafnes.gr

Πλανόδιος κινηματογραφιστής

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 14-05-2012 09:44:10 am | από nskarmoutsos

1971, θερινό σινεμά στη μάντρα «Βλαχάκη» (σημερινός παιδότοπος)

Στο τόπο μας σαν θερινά σινεμά λειτουργούσαν: 1) Τη δεκαετία του 60, στον ακάλυπτο χώρο που υπήρχε πίσω από το σημερινό καφέ «Αρμονία», από πλανόδιους κινηματογραφιστές, ντόπιους και «ξένους» και 2) Τη δεκαετία του 70, στη μάντρα του Βλαχάκη, σε μόνιμη κατασκευή, από τον κινηματογραφιστή Βασίλη Μπινιάρη, ο οποίος διατηρούσε και το καφενείο του Ξενοδοχείου «Χρυσή Ακτή» (σημερινό «Astros Beach»). Έκτοτε η οθόνη «βούλιαξε», προσωρινά ελπίζουμε, περιμένοντας καλύτερες μέρες.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα και στο βαθμό που το κινηματογραφικό θέαμα γινόταν πιο πλούσιο άρχισαν να χτίζονται ειδικές αίθουσες που θα το στεγάσουν. Έτσι το πεδίο δράσης των πλανόδιων σταδιακά περιορίζονταν. Τους απόμειναν μόνο οι γιορτές και τα πανηγύρια. Από το 1914-15 λοιπόν αρχίζουν να εξαφανίζονται οι πλανόδιοι στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης αλλά στις λιγότερο ανεπτυγμένες, όπως η Ελλάδα, αρχίζει η βασιλεία τους.

Στην Ελλάδα το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα είναι σίγουρα η πιο δύσκολη περίοδος για την ανάπτυξη του κινηματογράφου τόσο σταθερού όσο και κινητού αφού οι ένοπλες συγκρούσεις κι οι πόλεμοι διαδέχονται ο ένας τον άλλο: Βαλκανικοί πόλεμοι, Α. Παγκόσμιος, Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή.

Με το τέλος αυτών των περιπετειών οι πλανόδιοι απλώνονται σταδιακά σε όλη την Ελλάδα, κι αν πιστέψουμε τον "Κινηματογραφικό Αστέρα", το 1935 «λυμαίνονται» όλη την επαρχία.

Ακολουθεί ο Β. Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή κι ο Εμφύλιος και μόνο μετά το τέλος του αρχίζει η μεγάλη και ουσιαστική ανάπτυξη των πλανόδιων κινηματογράφων στην ελληνική επαρχία.

Πολλές φορές η πραγματική ιστορία γράφεται ερήμην των πρωταγωνιστών της ή μάλλον με την πλήρη άγνοιά τους για το τι συντελείται εκείνη τη στιγμή. Οι πλανόδιοι προβολατζήδες, οι άνθρωποι που γύριζαν με μια κινηματογραφική μηχανή την ελληνική επαρχία προβάλλοντας ταινίες σε πλατείες, δρόμους και καφενεία, αυτό που έκαναν εκείνη τη στιγμή είναι να βρίσκουν έναν (μάλλον δύσκολο) τρόπο για να επιβιώσουν, να βγάλουν τα προς το ζην. Ηταν κάποιοι καπάτσοι της μεταπολεμικής Ελλάδας που βρήκαν έναν τρόπο για να βγάλουν μερικά (όχι και τόσο εύκολα) χρήματα, ήταν κάποιοι που προσπάθησαν να μεταλαμπαδεύσουν τη μαγεία της κινηματογραφικής τέχνης σε όσους δεν είχαν τη δυνατότητα να τη γευτούν.

Μυλωνάς

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 12-05-2012 07:56:19 pm | από nskarmoutsos

Εισαγωγικό σημείωμα: Τελευταίος μυλωνάς, στο τόπο μας, ήταν ο Γεώργιος Κασκαμπάς, επονομαζόμενος και Μπαταρόλας, ο οποίος διατηρούσε νερόμυλο στο ομώνυμο ρυάκι που υπάρχει και σήμερα.

Μυλωνάδες λέγονταν στα παλιά χρόνια αυτοί που εκμεταλλεύονταν τους μύλους και άλεθαν τα σιτηρά, για να παράγουν αλεύρι, με το οποίο παρασκεύαζε το ψωμί της η οικογένεια.

Οι αλευρόμυλοι διακρίνονταν σε κείνους που κινούνταν με νερό τους νερόμυλους, και σε κείνους που κινούνταν με τον αέρα, που λέγονταν ανεμόμυλοι. Οι περισσότεροι νερόμυλοι λειτουργούσαν το χειμώνα και ελάχιστοι το καλοκαίρι και σε τόπους όπου υπήρχαν τρεχάμενα νερά. Η λειτουργία ενός νερόμυλου απαιτούσε εγκαταστάσεις, που εξασφάλιζαν τη μεταφορά και την αποθήκευση του νερού, για την κίνηση του μύλου και μηχανισμούς έξω και μέσα στο κτίσμα του μύλου, με τους οποίους γίνονταν η εκμετάλλευση της υδατόπτωσης του νερού και η μετάδοση της κίνησης στη μυλόπετρα για το άλεσμα των καρπών.

Οι ανεμόμυλοι κινούνταν με τη βοήθεια του ανέμου και γι’ αυτό οι περισσότεροι λειτουργούσαν μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, που οι άνεμοι ήταν ήπιοι. Οι ανεμόμυλοι χτίζονταν τις πιο πολλές φορές ομαδικά στα λεγόμενα μυλοτόπια. Τα μυλοτόπια ήταν συνήθως τόποι με στρωτούς ανέμους όπως οι πλαγιές λόφων. Οι ανεμόμυλοι διακρίνονταν σε μονόκαιρους και σε στρογγυλούς. Οι μονόκαιροι ήταν προσανατολισμένοι αποκλειστικά προς βορρά και βορειοδυτικά, γιατί από την κατεύθυνση αυτή πνέουν συνήθως οι άνεμοι στην Κρήτη. Οι στρογγυλοί μύλοι μπορούσαν να κινούνται με όλους τους ανέμους, αφού μπορούσαν να περιστραφούν και να προσανατολιστούν κάθε φορά στην κατεύθυνση απ’ όπου έπνεε ο άνεμος. Το βασικό εξάρτημα του ανεμόμυλου, με το οποίο εξασφαλίζονταν η κίνηση του με την επενέργεια του ανέμου, ήταν η φτερωτή, που βρισκόταν μπροστά και έξω από το κτίσμα του μύλου. Και στις δυο περιπτώσεις ο βασικός κορμός του μύλου ήταν η πέτρα. Δυο πέτρινοι δίσκοι κινούνταν αντίθετα και τρίβοντας τον καρπό τον μετέτρεπαν σε αλεύρι. Η κίνησή τους γινόταν μέσα από ένα σύστημα αξόνων από τη ρόδα του νερόμυλου ή του ανεμόμυλου στους πέτρινους δίσκους.

Η δουλειά του μυλωνά ήταν μοναχική, σκληρή, επίπονη αλλά προσοδοφόρα. Συνήθως δεν πληρωνόταν με χρήματα, αλλά με αλεύρι, ανάλογα με τη ποσότητα που άλεθε. (αλεστικά).

Πηγή: winefest-dafnes.gr

Οι oινοπώλες

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 07-01-2013 06:03:51 pm | από nskarmoutsos

Το ελληνικό κρασί σήμερα σημειώνει επιτυχίες ως προϊόν μιας σύγχρονης οινοποιίας. Αλλά η κατάσταση δεν ήταν ίδια στην αυγή της παραγωγής του ελληνικού κρασιού, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το κρασί το έφτιαχναν οι οινοπώλες και όχι οι οινοποιοί. Τότε οι πρωτοπόροι του κρασιού άρχιζαν να συνειδητοποιούν ότι αποτελούν ξεχωριστή ομάδα με ίδια συμφέροντα.

Εχθρος τους η μπίρα, η νομοθεσία, τα ωράρια, το χαλασμένο κρασί και κύριο μέλημα η ποιότητά του και η συντήρησή του. Μια βόλτα στα πρώτα βήματα του αθηναϊκού κρασιού μέσα από ένα φυλλάδιο που κυκλοφόρησε το Σωματείο Οινοπωλών το 1934, μας δίνει μια άλλη διαφορετική εικόνα του κόσμου του κρασιού.

Μέχρι το 1897 οινοπώλες και οινοπαντοπώλες αποτελούσαν μια ενιαία κατηγορία επαγγελματιών και βρίσκονταν συγκεντρωμένοι σε μια κοινή επαγγελματική οργάνωση που είχε τη μορφή εταιρείας: την εταιρεία των οινοπαντοπωλών.

Τότε, οι οινοπώλες, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν πλήθος ζητημάτων που διαχωρίζουν τα συμφέροντα και τις ανάγκες τους από εκείνα των οινοπαντοπωλών, αποφάσισαν να πάρουν τον δικό τους δρόμο, ιδρύοντας το δικό τους Σωματείο των Οινοπωλών.

Τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι δημιουργοί του κρασιού εκείνης της εποχής ήταν πολλά και ορισμένα από αυτά προκαλούσαν ζημιές στην αγορά. Ενα από αυτά ήταν η ανησυχία του κόσμου για τη νοθεία στο κρασί. Πρακτικοί οινοπώλες χρησιμοποιούσαν διάφορα συστατικά όπως το «σαμπελικόν οξύ» ή την κινίνη για να διορθώνουν το κρασί τους.

Η κινίνη ήταν αρκετά διαδεδομένη στην Ευρώπη και πολλοί φαρμακοποιοί πειραματίζονταν στη μίξη κινίνης και κρασιού (σε έναν τέτοιο πειραματισμό οφείλεται και η δημιουργία του Barolo Chinato που, χωρίς να πρόκειται για εξαιρετικό ποτό, είναι μια ενδιαφέρουσα τοπική σπεσιαλιτέ της περιοχής του Αστι στο Πιεμόντε της Ιταλίας).

Κάποιος οινοπώλης στον Πειραιά εισήγαγε από την Ιταλία το θειώδες ασβέστιο και φαίνεται ότι η μέθοδός του είχε επιτυχία και έγινε ανάρπαστη. Μια γνωστή φαρμακαποθήκη της εποχής, η Φαρμακαποθήκη Κρίνου, άρχισε να πουλά ευρέως το νέο «φάρμακο για το κρασί».

Σε φυλλάδιο που εξέδωσε το Σωματείο Οινοπωλών το 1934 περιγράφεται η περίοδος: «Οι Οινοπώλαι προσέτρεχαν, όσοι είχαν οίνους βεβλαμμένους και επρομηθεύοντο τούτο εκ της άνω αποθήκης, η οποία πωλεί εκ της αυτής θυρίδος και Αμίαντα, δηλαδή φωτοβολίδας Αουερ, είχε δε και επιγραφή προ της θυρίδος διαγωνίως ΑΜΙΑΝΤΑ. Η επιγραφή αυτή εξελήφθη ότι αφορά το θειώδες ασβέστιον, ολίγον δε κατ” ολίγον ο φαρμακοποιός και οι Οινοπώλαι το μεταβάπτισαν εις Αμίαντον του κρασιού.

Αλλά τότε ο κύκλος ήτο στενός και το φάρμακον εγνώσθη και εγενικεύθη η γνώμη, ότι οι Οινοπώλαι βάζουν αμίαντα στο κρασί». Αποτέλεσμα, ένα μεγάλο σκάνδαλο με το οποίο ασχολήθηκε ο Τύπος της εποχής. Και το νεαρό σωματείο αναγκάστηκε να αναθέσει σε χημικούς την ανάλυση των κρασιών, ώστε να αποδείξει ότι αυτά που έφτιαχναν τα μέλη του ήταν καθαρά και να πληρώσει 15 δραχμές (!) σε καταχωρίσεις που αποκαθιστούσαν τη φήμη του αθηναϊκού κρασιού.

Ομως εκτός της νοθείας και άλλα θέματα είχαν ανάγκη ρύθμισης. Οπως το πότε θα γίνεται ο τρύγος, την εποχή του οποίου συμφώνησαν τα μέλη. Το σωματείο επίσης όρισε επόπτες που είχαν την ευθύνη να παρακολουθούν τον τρύγο και τη μεταφορά του γλεύκους ώστε να αποφεύγονται νοθείες με νερό.

Εκείνη την εποχή παρατηρούνται και οι πρώτες απόπειρες της επιστήμης να εμπλακεί στον κόσμο του κρασιού. Αναφέρεται λοιπόν ότι ένας οινολόγος ονόματι Ν. Σπετσέρης ζήτησε χρήματα από το σωματείο για να δημοσιεύσει έναν οδηγό οινοποιίας, αλλά του τα αρνήθηκαν. Τόσο οι οινοπώλες όσο και η κοινή γνώμη ήταν ακόμα ιδιαίτερα καχύποπτοι στους «γιατρούς του κρασιού», είτε ήταν επιστήμονες είτε πρακτικοί.

Ενας μεγάλος εχθρός: η μπίρα

Στις αρχές του 20ού αιώνα ένας νέος κίνδυνος εμφανίζεται. Η διάδοση πλέον της μπίρας απειλεί το κρασί. Οσοι από την καλή κοινωνία πίνουν κρασί προτιμούν εκείνο που εισάγεται από τη Γαλλία, ενώ το αθηναϊκό κρασί θεωρείται δεύτερο είδος, κατάλληλο για τους χωρικούς και τους εργάτες. Ακόμα, τα ζυθοπωλεία μένουν ανοιχτά πιο αργά από τα οινοπωλεία προκαλώντας και άλλες απώλειες πελατείας. Οι οινοπώλες διαμαρτύρονται με υπομνήματα το 1906, το 1908 και το 1910.

Αλλά παρά την αποτυχία τους να δημιουργήσουν κρασί ποιότητας και να το συντηρήσουν έτσι ώστε να μη χαλάει, παραμένουν καχύποπτοι και αρνητικοί απέναντι στη χείρα βοηθείας που τους δίνει η επιστήμη. Η προσφορά ενός χημικού, του Πλούταρχου Ζέρβα, να κάνει διάλεξη εξηγώντας στους οινοπώλες πώς να φτιάχνουν το κρασί, απορρίπτεται!

Ομως ο θρίαμβος της επιστήμης ήταν τελικά κοντά. Η επιμονή του Σπετσέρη απέδωσε. Ο ίδιος κατάφερε να μαζέψει μια μικρή ομάδα οινοπωλών και να τους μυήσει στην τέχνη του κρασιού. Ενας ακόμη επιστήμονας, ο Ρουσόπουλος, καταφέρνει να ιδρύσει «Ακαδημία» με μια μικρή ομάδα οινοπωλών. «Ηρχησαν και ούτοι εν κρυπτώ εργαζόμενοι.

Ολίγον κατ” ολίγον έπεισαν τινάς, ότι αι ασθένειαι των Οίνων μόνον προλαμβάνονται διά της καθαριότητος και της διορθώσεως του γλεύκους. Και μετά πολλούς κόπους και επιμονήν αφάνταστον έκαμαν τους πρώτους πυρήνας πελατών των. Οι Κουρτάκις, Βογιατζής, Κισσόπουλος, Ανέλλος, Πύρλας και άλλοι με μαρτυρικήν όντως προσπάθεια προσέφεραν τας υπηρεσίας των».

Στις αρχές της δεκαετίας του ’20 όλοι σχεδόν οι οινοπώλες χρησιμοποιούσαν οινολόγους ή χημικούς, κρύβοντας όμως ακόμη το γεγονός αυτό. Η κοινή γνώμη θεωρούσε ακόμη ότι ο οινολόγος επεμβαίνει για να διορθώσει το χαλασμένο κρασί και όχι να βελτιώσει την οινοποίηση. Γι” αυτό και εξακολουθούσαν να τους αποκαλούν γιατρούς!

Μια νέα περίοδος άνοιξε για το ελληνικό κρασί το 1925. Τη χρονιά αυτή την προεδρία του σωματείου ανέλαβε ο Μιχαήλ Ανδριώτης, ένας άνθρωπος με όραμα για το μέλλον του ελληνικού κρασιού. Με σύνθημά του το «η επιστήμη είνε ο μόνος σωτήρ και ο μόνος βοηθός του Οινοπώλου», επέβαλε την είσοδο του ελληνικού κρασιού στη νεότερη εποχή. Η οινοποιία άρχισε να διδάσκεται, αρχικά σε εκατό οινοπώλες, από τον Χρήστο Κουτσογιαννόπουλο, που ήταν επιμελητής της Οινολογίας στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή.

Και παράλληλα άνοιξε η συζήτηση ανάμεσα στους ανθρώπους του κρασιού και την πολιτεία: φορολογία, αργίες, ρυθμίσεις στην πώληση, στις τιμές του γλεύκους. Χρειάστηκαν αρκετές δεκαετίες μέχρι να φτάσουμε στο σημερινό κρασί, με τις διαφορετικές ποικιλίες και τη φιλοδοξία να βγει δυνατά έξω από τα σύνορα της Ελλάδας. Αλλά οι παππούδες των σημερινών παραγωγών έδωσαν τη δική τους, ρομαντική για μας σήμερα, μάχη για το ελληνικό κρασί.

Πηγή: νησίδες

Δικολάβος

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 31-01-2012 06:58:23 pm | από nskarmoutsos

Εισαγωγικό σημείωμα: το επάγγελμα του Δικολάβου τείνει να εξαλειφθεί ή έχει εξαλειφθεί σήμερα, γεννήθηκε σαν τέκνο της «ανάγκης», από την έλλειψη Δικηγόρων τα παλαιότερα χρόνια και ήκμασε μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 60.

Δικολάβος ονομάζεται ο νομικός ο οποίος αναλαμβάνει να παρέχει νομικές συμβουλές σε κάποιον ή να τον εκπροσωπήσει ενώπιον συγκεκριμένων ειρηνοδικείων στην έδρα των οποίων δεν υπάρχουν αρκετοί δικηγόροι. Ο νόμος τον χαρακτηρίζει άμισθο δημόσιο λειτουργό, και για να διοριστεί δεν χρειάζεται να διαθέτει πτυχίο Νομικής. Το επάγγελμα του δικολάβου είναι ένα επάγγελμα που τείνει να εξαφανιστεί, κυρίως επειδή δεν υπάρχουν πια Ειρηνοδικεία που να μην έχουν δικηγόρους, λόγω του πληθωρισμού που χαρακτηρίζει το δικηγορικό επάγγελμα σήμερα.

Δικολάβος μπορεί να διοριστεί κάποιος μόνο εάν δεν υπάρχουν 4 τουλάχιστον δικηγόροι ή ασκούμενοι δικηγόροι στην έδρα κάποιου Ειρηνοδικείου. Στην περίπτωση που πληρούται η προϋπόθεση αυτή, επιτρέπεται η εκπροσώπηση και υπεράσπιση των διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδικείου αυτού και ενώπιον του μεταβατικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που συνεδριάζει στην έδρα του Ειρηνοδικείου τούτου. Βέβαια, σε κάθε Ειρηνοδικείο δεν μπορούν να διοριστούν παραπάνω από 4 δικολάβοι.

Για να διοριστεί κάποιος ως δικολάβος πρέπει: α) να είναι Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους του ΕΟΧ, β) να έχει συμπληρώσει το 21ον έτος της ηλικίας του και να μην είναι δημόσιος υπάλληλος, γ) να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ή να έχει απαλλαγεί νομίμως από αυτές, δ) να έχει την ικανότητα να παρίσταται στα Δικαστήρια και να μη διατελεί σε δικαστική συμπαράσταση και να μη έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, ε) να μη έχει καταδικαστεί για οποιοδήποτε κακούργημα ή για κάποιο πλημμέλημα συνεπεία του οποίου στερήθηκε των πολιτικών του δικαιωμάτων, στ) να έχει απολυτήριο τουλάχιστον Λυκείου ή ισότιμης Σχολής, ή τουλάχιστον πενταετή προϋπηρεσία σε θέση γραμματέα δικαστηρίου και ζ) να επιτύχει σε εξετάσεις ενώπιον Επιτροπής αποτελούμενης από τον Προέδρου και τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου, της περιφερείας στην οποία υπάγεται το Ειρηνοδικείο στο οποίο θέλει να ασκήσει ο δικολάβος τα καθήκοντά του. Απαλλάσσεται της εξέτασης ο πτυχιούχος Ανωτάτης Σχολής.
Αφού πληρωθούν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο Δικολάβος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και που ανακοινώνεται στον Δικηγορικό Σύλλογο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει το Ειρηνοδικείο όπου θα ασκήσει τα καθήκοντά του. Στη συνέχεια, ο δικολάβος μπορεί να αναλάβει τα καθήκοντά του αφού πρώτα δώσει τον όρκο του Δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Ειρηνοδικείου που έχει διοριστεί και καταβάλλει την ετήσια εισφορά υπέρ του τοπικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Ο δικολάβος υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις με τους δικηγόρους, που προβλέπει το άρθρο 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Δηλαδή: 1) ο δικολάβος οφείλει να εκτελεί την εντολή που του αναθέτει ο πελάτης του ευσυνείδητα και με επιμέλεια, προσπαθώντας να λύσει πρώτα με συμβιβασμό τις διαφορές και να συμβάλλει στην επικράτηση της αληθείας και του δικαίου, και 2) ο δικολάβος οφείλει να μην υπερασπίζεται παράνομες και προφανώς άδικες υποθέσεις, ν' απέχει από κάθε πλάγιο τρόπο υπεράσπισης, να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε και να μην παρελκύει τις δίκες. Επίσης, ο δικολάβος είναι υποχρεωμένος να διατηρεί γραφείο στην έδρα του Ειρηνοδικείου όπου είναι διορισμένος.

Οι δικολάβοι υπόκεινται όπως και οι Δικηγόροι σε πειθαρχική δίωξη ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου στην περιφέρεια του οποίου ασκούν το επάγγελμά τους. Οι δικολάβοι μπορεί να διωχθούν πειθαρχικά, σε γενικές γραμμές, για τα ίδια πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν και για τους δικηγόρους και ιδίως εάν ασκούν παράλληλα και επάγγελμα ασυμβίβαστο με αυτό του δικηγόρου ή δεν ασκούν πραγματικά το επάγγελμά τους από γραφείο στην έδρα του Δικαστηρίου όπου είναι διορισμένοι.

Πηγή: el.wikipedia.org

Tσαγκάρης

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 19-10-2011 12:15:08 am | από nskarmoutsos

                    

Εισαγωγικό σημείωμα: Τελευταίος τσαγκάρης στο τόπο μας, υπήρξε ο Θεμιστοκλής Ροζολής, είχε το τσαγκαράδικο του εκεί που είναι το σημερινό κτίριο, ιδιοκτησίας Γραβάνη, επί της οδού Βασιλείου Δουζένη, απέναντι από το πρακτορείο εφημερίδων, το οποίο και διατήρησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 70. Κατόπιν το μετέφερε στην οικία του, όπου και εξυπηρετούσε τους συμπολίτες μας, σχεδόν μέχρι του τέλους της ζωής του.

Ο τσαγκάρης κατασκευάζει ή επιδιορθώνει υποδήματα. Στη σύγχρονη γλώσσα χρησιμοποιείται κυρίως με τη δεύτερη έννοια. Συνώνυμα: υποδηματοποιός και παπουτσής. Παλαιότερα αυτός που επιδιόρθωνε παπούτσια λεγόταν και μπαλωματής.
Η ετυμολογία της λέξης, σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, είναι από το τσαγγάριος/τζαγγάριος, που ανάγεται στην ελληνιστική τζάγγα = είδος μαλακού περσικού υποδήματος.
Λέξεις της ίδιας οικογένειας: τσαγκαράδικο και τσαγκάρικο (= εργαστήριο του τσαγκάρη), τσαγκαροδευτέρα. Παλιότερα η Δευτέρα ήταν αργία για τους τσαγκάρηδες, και γι' αυτό ειρωνικά χρησιμοποιείται η λέξη για την επόμενη μέρα αργίας όπου αποφεύγουμε τη δουλειά από τεμπελιά.

Ο τσαγκάρης, στο μικρό συνήθως, μαγαζάκι του, είχε ένα μικρό τετράγωνο πάγκο (τραπεζάκι). Πάνω υπήρχαν ένα τασάκι με χωρίσματα για τα καρφιά, τις ξυλόπροκες, τις βελόνες, τις σακοράφες, τα σουβλιά, τα σφυράκια, τις λίμες, τις φαρτσέτες για να κόβει τα πετσιά, τα μπουκάλια με τους λούστρους, το κερί, ο σπάγγος και κάποια άλλα εργαλεία. Εργαλεία επίσης κρεμόταν στα πλάγια του πάγκου, περασμένα σε πέτσινες θήκες. Πλάι του είχε την «πατούνα» (ένα ειδικό αμόνι) και σε ράφια ή στους τοίχους κρεμασμένα τα καλαπόδια.

Ο τσαγκάρης έφτιαχνε καινούρια παπούτσια, πολύ σπάνια όμως διότι «δει δη χρημάτων ω άνδρες Αθηναίοι και άνευ τούτων*» ή επιδιόρθωνε παλιά. Έβαζε τακούνια και σόλες και μπάλωνε με σπάγκο τα τρυπημένα παπούτσια.

Για να μη λιώνουν τα ανδρικά καθημερινά παπούτσια, τους έβαζε πίσω στο τακούνι και μπροστά στη σόλα, ημικυκλικά πέταλα και ολόγυρα και στη μέση, σειρά από «βιδάτες» (χοντρά καρφιά που εξείχαν). Κάποια εποχή (στη Κατοχή) έβαζαν για πάτους και λάστιχα αυτοκινήτων.

* Δημοσθένης Α΄Ολυνθιακός, σε ελεύθερη μετάφραση: (χωρίς τα χρήματα δεν γίνεται τίποτα).

Πρακτικός «γιατρός»

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 17-12-2011 12:12:59 am | από nskarmoutsos

                   

Πρακτικός ορθοπεδικός τσέλιγκας στην Αθήνα τακτοποιεί σπασμένο χέρι Αθηναίου

Εισαγωγικό σημείωμα: Τελευταία Πρακτική «Ιατρός», στο Παράλιο Άστρος και μάλιστα με ειδικότητα Ορθοπεδικού ήταν η Σταυρούλα Ιατρίδη, διπλοκάτοικος εκ Καστρίου ορμώμενη, το σπίτι της ήταν  απέναντι από την οικία της Μαρίνας Κωνσταντίνου δίπλα από την οικία του Γιάννη Δήμα, στους πρόποδες του Νησιού. Όλοι, σχεδόν είχαμε περάσει από τα χέρια της, υπήρξε ειδική, και αλάνθαστη στο να επαναφέρει τα «βγαλμένα» άκρα και «στραμπουλήγματα».

 Σήμερα οι άνθρωποι έχουν στην διάθεσή τους σε περίπτωση αρρώστιας ή ατυχήματος, Κέντρα Υγείας, ασθενοφόρα και σύγχρονα νοσοκομεία. Πριν από 50 χρόνια ο άνθρωπος ειδικά της υπαίθρου, δεν είχε τέτοιες χάρες, δεν υπήρχε καν δρόμος, για να μεταφερθεί ο ασθενής στο νοσοκομείο. Το έλλειμμα αυτό προσπάθησαν να καλύψουν - και ενίοτε το πετύχαιναν - μερικοί έξυπνοι άνθρωποι χωρίς καμία μόρφωση ή εκπαίδευση, με την βοήθεια απίθανων εργαλείων. Οι πρακτικοί αυτοί “γιατροί” ήταν το υπήνεμο λιμάνι στο οποίο κατέφευγαν όλα τα ταλαιπωρημένα πλοία. Ελαφρό να’ ναι το χώμα που τους σκέπασε.

Τα παλαιότερα χρόνια, σε κάθε χωριό υπήρχε και ένας πρακτικός γιατρός ή μια γιάτρισσα. Δεν ήτανε σπουδασμένοι με διπλώματα και πτυχία. Άνθρωποι απλοί, που είχανε το χάρισμα και τη θέληση να θεραπεύουνε τους άρρωστους, να περιποιούνται τις λαβωματιές για να γιάνουνε και γενικά να κάνουνε το καλό. Άξια και ευλογημένα τα χέρια τους, ανώτερα κι' από σπουδασμένου γιατρού.

Από σπασμένο πόδι ή χέρι μέχρι στραμπούληγμα και νευροκαβαλίκεμα όλα τα γιατρεύανε. Άφτρα, που πιάνει τα μικρά παιδιά και χρυσή (ίκτερο). Λυσουνάρια (σπυριά)και "ανεμοπύρι" ακόμα και "κακό σπυρί" ...θεός να φυλάει!.. Πίεση, πεσμένη μέση, ανορεξία και όλα όσα παιδεύουνε τους ανθρώπους τα διώχνανε οι "γιατροί" του παλιού καιρού. Άλλα με τα άξια χέρια τους, άλλα με βοτάνια, αμέτρητα βοτάνια, που είχανε κρεμασμένα στους τοίχους του σπιτιού τους, αλλά και με αλοιφές, με σκόνες και καταπλάσματα.

Για τα κρυολογήματα είχανε καφτούρες (μηλόσπακα, φασκομηλιά, χαμομήλι, μαντζουράνα). Απήγανο, λεμιθόχορτο, γαλαζόπετρα, θειάφι και χίλια δυο γιατρικά, το καθένα για τη χρήση του. Πολεμάγανε τις αρρώστιες άλλοτε με την πείρα και άλλοτε με τα γιατροσόφια και τις αλοιφές που ξέρανε να φτιάνουνε. Για την ψώρα βάζανε μια αλοιφή από θειάφι και σκόνη από ατσάλι ή σίδερο. Για το κρυολόγημα παίρνανε στον άρρωστο βεντούζες. Για την ψύξη βάζανε καταπλάσματα από σιναπόσπορο. Και αμέτρητες άλλες συνταγές για χίλιες δύο αρρώστιες.

Συνήθως δεν παίρνανε αμοιβή από όσους θεραπεύανε. Δώρα όμως δεν μπορούσανε να αρνηθούνε. (Ευγένεια και ευγνωμοσύνη πως μπορείς να τα αποδιώξεις;) Τους πηγαίνανε καμιά μυτζήθρα, λίγο μέλι (για φάρμακο) και κάνα μπουκάλι λάδι. Κοτόπουλα, σύγκλινα και αρνί ολόκληρο καμιά φορά. Κουκιά, λούπινα και φακές.... Η φήμη τους είχε απλωθεί σε όλα τα γύρω χωριά. Για την πείρα και τα γιατροσόφια τους όλοι τους εκτιμούσανε και τους αγαπούσαν. Είχανε το κύρος και την υπόληψη αληθινού, γιατρού.

Οι περισσότερες γριές ξέρανε να ξεματιάζουνε και δίνανε στα παιδιά " θαλασσώματα" για το κακό μάτι. Ξέρανε να κάνουνε την μαμή και να φροντίζουνε τη λεχώνα και το νεογέννητο. Πάντα λέγανε την καλή τους κουβέντα στις νιόπαντρες και στις γκαστρωμένες. Άμα βλέπανε καμιά "ξεκοιλιακούσα" (με φουσκωμένη κοιλιά) την συμβουλεύανε και κάνανε προβλέψεις για το παιδί που θα γεννηθεί. Ζυγίζανε με το μάτι το μέγεθος και το σχήμα της κοιλιάς και βγάζανε την πρόγνωση: "Αηγορο (αγόρι) έχεις και τα μάτια σου τέσσερα και καλή σου ελευτερία"... Αν βλέπανε ότι η γκαστρωμένη θα κάμει "φηλυκό" δεν της το λέγανε αλλά "ό,τι πει ο Θεός" κάνανε, "...παιδία του θεού είναι όλα τους και καλή μοίρα νά 'χουνε..." Οι πρακτικοί γιατροί θεραπεύανε μέχρι τα βαθειά τους γεράματα. Τότε ξεδιαλέγανε κάποιο από τα παιδιά ή τα εγγόνια τους για να του διδάξουνε όλα τα γιατροσόφια και τα μυστικά της τέχνης τους. Για το καλό των αλλωνώνε...

Το ξεμάτιασμα
Ήτανε και είναι?? παραδεχτό το «μάτι», και πως μπορούσε κάποιος με κατάλληλη προσευχή και "μυστικά λόγια" να ελευθερώσει αυτόν που "χτυπήθηκε" από "κακό μάτι". Μπορούσε δηλαδή, να ξεματιάσει τον ματιασμένο. Την κακή επίδραση που έχει η επίμονη, θαυμαστική ή ζηλόφθονη ματιά κάποιου πάνω σε ένα άλλο άτομο, την καταλάβαινε η "ξεματιάστρα" από ορισμένα σημάδια. Τα σημάδια αυτά ήτανε ζάλη, κατατονία (απώλεια δυνάμεων), πολλά χασμουρητά, τά ση για ύπνο, βαρεία κουρασμένα βλέφαρα, άτονο βλέμμα κ.α. Με κατάλληλα ευχολόγια και "σταυρώματα" η ξεματιάστρα ή ο ξεματιαστής έδιωχνε το μάτιασμα και θεράπευε τον ματιασμένο.

Εκτός από τους ανθρώπους, το "κακό μάτι" μπορούσε να πέσει και πάνω σε ζωντανά. Οι παλαιότεροι του χωριού μου, θυμούνται άλογα, μουλάρια, πρόβατα κ.λπ. που "σκάσανε" από κακό μάτι και άλλα που σωθήκανε με ξεμάτιασμα. Οι χάντρες και τα κομπολόγια, τα χαϊμαλιά, που βάζανε στα μουλάρια και καμιά φορά και στα γαϊδούρια, εκτός από στολίδια είχανε κι' άλλη χρησιμότητα. Οι παλαιοί πιστεύανε πως το "κακό μάτι" προσελκύεται από τις πολύχρωμες χάντρες και δεν πείραζε το ζωντανό. Κάτι ανάλογο ήτανε το "θαλασσόματο" για τους ανθρώπους. Μια μικρή θαλασσινή πετρούλα, (ίσως απολίθωμα παλαιού θαλάσσιου οργανισμού), που στο κέντρο είχε μια ανοιχτόχρωμη βούλα όμοια με μάτι". Όποιος είχε κρεμασμένο θαλασσόματο πάνω του, δεν τον έπιανε το μάτι.

Πατήστε εδώ για να δείτε τη μεγέθυνση της φωτογραφίας.

Πηγή: mani.org.gr

Η κυρά μας η μαμή

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 30-11-2011 12:08:33 am | από nskarmoutsos

Εισαγωγικό σημείωμα: Η τελευταία μαμή στο τόπο μας ήταν η Μαρία Κουτσογιάννη*, μάλιστα ήταν και «διπλοθεσίτισσα!», είχε το φούρνο του Παραλίου Άστρους, η οικία της μετά του φούρνου ήταν στην αρχή της οδού Ζαφειρόπουλου (πεζόδρομος), απέναντι από το ξενοδοχείο Astros Beach, σήμερα ο φούρνος δεν υπάρχει στη θέση του είναι ταχυφαγείο (φαστφούντ). Η κυρά μας η μαμή εξάσκησε το επάγγελμα!! μέχρι το τέλος της ζωής της, προς τέλη της δεκαετίας του 50, όσοι συμπολίτες μας είναι πάνω από 55 ετών, είδαν το φως της ζωής από τα χέρια της Θειά-Μαρίας. Σημειωτέον και σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων, έφερε όλες τις γέννες εις πέρας, χωρίς να «χάσει» γυναίκα ή παιδί. 

Οι πρακτικές μαίες (μαμές) ήταν οι γυναίκες που αναλάμβαναν να ξεγεννήσουν τις εγκύους. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, οι μαμές εκπαιδεύονταν συνήθως από κάποια ηλικιωμένη (συχνά συγγενή) προκάτοχο στο επάγγελμα, που αναλάμβανε να μυήσει τις διαδόχους της. Οι πρακτικές και τα «μυστικά» των συγκεκριμένων γυναικών δεν έχουν διασωθεί.

Η μαμή, όπου κι αν ήταν ή ότι κι αν έκανε, ήταν υποχρεωμένη από καθήκον, να τρέξει και να βοηθήσει την ετοιμόγεννη κι ανήμπορη γειτόνισσα, να ξεγεννήσει. Την ξάπλωνε στο δωμάτιο του σπιτιού κι αν το σπίτι ήταν ένα δωμάτιο, στην άκρη του σπιτιού ετοίμαζε με 2 λιόπανα το χώρισμα. Εκεί, αν ήταν και νύχτα, συνέπασχαν όλοι μαζί. Κανείς δεν κοιμότανε. Ήταν όλοι στο πόδι. Ο ένας να ανάψει τη φωτιά, ο άλλος την λάμπα, ο άλλος να ετοιμάσει τα ζωντανά κι ο άλλος να ετοιμάσει το φαγητό. Σωστός συναγερμός.
Η μαμή παρακολουθούσε και βοηθούσε ψυχολογικά την γυναίκα που θα γένναγε. Της άλλαζε στάσεις, της έσπρωχνε την κοιλιά και τέλος, μόλις άρχιζε να φαίνεται το παιδί, με χίλιες δυο προφυλάξεις, το τράβαγε σιγά-σιγά για να το βγάλει στο φως της μέρας.
Όταν έκοβε τον αφαλό, τον έδενε κόμπο ή με σχοινί, που το αποστείρωνε με χαλκό ή καυτό λάδι. Όσο για το ύστερο, που τώρα λέγεται πλακούντας, περίμενε τη φύση να το τακτοποιήσει. Το έκοβε με μεγάλη προσοχή και το έθαβε στη γη, για να μην το φάνε τα σκυλιά. Έβγαζε το μωρό και το σήκωνε ψηλά. Του καθάριζε τη μύτη και το φύσαγε να πάρει την πρώτη αναπνοή.
Ετοίμαζε το πρώτο μπάνιο, τα χαμομήλια και τα σκουτιά (=ρούχα) για να το τυλίξει. Η φασκιά σε πρώτο πλάνο. Οι οδηγίες έδιναν κι έπαιρναν.
Μετά τα γεννητούρια και εφ’ όσον όλα πήγαιναν καλά, η οικογένεια δώριζε στη μαμή ένα σαπούνι, ένα ψωμί και χρήματα.
Η μαμή του χωριού δεν ήταν υπεράνθρωπος. Ήταν μια απλή & αγράμματη γυναίκα, που έμαθε την τέχνη απ’ τη μάνα της κι απ’ τις γριές του χωριού. Το ίδιο πράγμα έκανε κι αυτή. Παρέδιδε τις γνώσεις της και τις εμπειρίες της, στις επόμενες.

Πατήστε εδώ για να δείτε τη μεγέθυνση της «ταυτότητας».

*Η Μαρία Κουτσογιάννη  ήταν γιαγιά των αδελφών Κουτσογιάννη (Ματίνας, Γιάννη, Μίμη, Γρηγόρη, Βαγγέλη).

Ο Παγοπώλης

Κατηγορία Παλιά επαγγέλματα | Αναρτήθηκε 04-06-2012 12:05:53 am | από nskarmoutsos

Το σημερινό ψυγείο δεν έχει τη μορφή που είχαν οι πρόγονοί του μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα (τον προηγούμενο αιώνα). Παλιά τα ψυγεία ήταν ξύλινα. Οι άνθρωποι διατηρούσαν τα τρόφιμά τους σε πάγο. Τα ξύλινα ψυγεία είχαν ένα δοχείο από λαμαρίνα όπου τοποθετούσαν τον πάγο σε μορφή παγοκολώνας που προμηθεύονταν από τον παγοπώλη.

Ο παγοπώλης μετέφερε τον πάγο στην αρχή με μία χειράμαξα στην οποία έστρωνε λινάτσες και εκεί πάνω τοποθετούσε τις παγοκολώνες, ενώ από πάνω τις κάλυπτε πάλι με λινάτσες. Αργότερα όταν η τεχνολογία αναπτύχθηκε άρχισε να κάνει τη μεταφορά με κάρο και κατόπιν με την τρίκυκλη μηχανή του.

 Συνήθως περνούσε μία φορά την ημέρα και σε περιόδους καύσωνα μπορεί και δύο φορές την ημέρα. Η πληρωμή γινόταν αναλόγως του μεγέθους του πάγου, ενώ κάθε γειτονιά στις πόλεις είχε τον δικό της παγοπώλη.

O παγοπώλης ήταν από τους πιο αγαπημένους και ευπρόσδεκτους τακτικούς επισκέπτες των νοικοκυριών μέχρι το 1931, οπότε ο Αμερικανός χημικός Tόμας Mίτζλι παρασκεύασε ένα χημικό μόριο της κατηγορίας των χλωροφθορανθράκων, που γρήγορα οδήγησε στην ανακάλυψη του φρέον, μίας ουσίας άοσμης, σταθερής και μη τοξικής.

Tα ψυγεία όπως τα ξέρουμε σήμερα είχαν γεννηθεί. Mέχρι τότε οι άνθρωποι προσπαθούσαν να διατηρήσουν τα τρόφιμά τους σε πάγο ή σε ογκώδη ψυγεία που χρησιμοποιούσαν αμμωνία, ουσία διαβρωτική και δηλητηριώδης. Aργότερα ανακαλύφθηκε ότι οι χλωροφθοράνθρακες βλάπτουν το στρώμα του όζοντος και σήμερα γίνονται προσπάθειες να αντικατασταθούν.

Σταδιακά τα ψυγεία του πάγου αντικαταστάθηκαν από τα ηλεκτρικά ΠΙΤΣΟΣ, ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ γύρω στο 1960.

Μοιραία το επάγγελμα του παγοπώλη άρχισε να ατονεί αφού οι μόνες παγοκολώνες που μετέφερε πλέον ήταν στους ψαράδες για την συντήρηση των ψαριών. Έτσι το εργοστάσιο του Φιξ στα Πατήσια, που από το 1903 παρήγε παγοκολώνες, σταμάτησε τη λειτουργία του το 1983.

Προηγούμενες αναρτήσεις