Παράλιο Άστρος
logo: Το Άστρος της Θαλάσσης
Αναζήτηση Go

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα: 81 χρόνια από το θάνατό του

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 19-08-2011 12:33:22 am | Αναδημοσίευση 19-08-2012 | από nskarmoutsos

Πατήστε εδώ. «Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι / Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι»
(«Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα», του Ν. Καββαδία)

Σαν σήμερα 19 Αυγούστου 1936, πριν από 81 χρόνια, δολοφονήθηκε ο Λόρκα από τους παραστρατιωτικούς του φρανκικού καθεστώτος. Αν και ήταν μόλις 38 χρόνων, κατάφερε να γίνει μύθος με τον δικό του τρόπο, χωρίς να απαρνηθεί τις εμμονές του, χωρίς να προδώσει τις αξίες του. Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1898 στο χωριό Φουέντε Βακέρος κοντά στη Γρανάδα. Ο πατέρας του ήταν ένας ευκατάστατος γαιοκτήμονας και η μητέρα του δασκάλα. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Ανδαλουσία. Το 1909 οι οικογένεια Γκαρθία μετακόμισε στη Γρανάδα, έναν τόπο που σημάδεψε συναισθηματικά τον Λόρκα, απ’ όπου κληρονόμησε τον αυθόρμητο λόγο και τη χρήση της μεταφορικής γλώσσας όπου δέντρα, βουνά, άλογα, ποτάμια και άνθρωποι αλληλοδιαπλέκονται. Σύμφωνα με τον βιογράφο του, αν και είχε ένα μικρό πρόβλημα στο αριστερό του πόδι που τον εμπόδιζε να συμμετάσχει σε παιχνίδια, δεν ήταν διόλου μοναχικός. Του άρεσε να δίνει διαταγές και να παίζει τη «λειτουργία», μια προσομοίωση της καθολικής τελετής, στην αυλή του σπιτιού του. Σταμάτησε να παίζει τον ιερέα ή τον Χριστό όταν ένας θίασος κουκλοθέατρου επισκέφτηκε το χωριό. Οι γονείς του του αγόρασαν ένα κανονικό κουκλοθέατρο, και οι αυτοσχέδιες παραστάσεις άρχισαν. Όμως τα γεγονότα που χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη του Φεδερίκο ήταν η θέα του πτώματος ενός υποτακτικού της οικογένειας και η σχολική ζωή του, όταν οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν για τη θηλυπρέπεια του.

Στη Μαδρίτη

Το 1919 ο Λόρκα εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη κι έμεινε στη Φοιτητική Εστία. Αυτός ο χώρος διαμονής των σπουδαστών, εκείνα τα χρόνια, ήταν κυψέλη έντονης καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Εκεί έμεναν ο Σαλβαντόρ Νταλί και αργότερα ο σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ, οι ποιητές Δάμασο Αλόνσο, Πέδρο Σαλίνας και Ραφαέλ Αλμπέρτι, που έγιναν φίλοι του. Οι τρεις τελευταίοι, ο Λόρκα και άλλοι 10 ποιητές ανήκουν στην γενιά του ’27 που έδωσε στην Ισπανία 14 ποιητές. Ο Λόρκα και ο Νταλί γίνονται στενοί φίλοι. Ο ζωγράφος τοποθετεί στα έργα του το κεφάλι του Λόρκα, κι ο Λόρκα γράφει ποιήματα για τον Νταλί. Μαζί ιχνηλατούν τις νέες τάσεις στην Τέχνη και γνωρίζουν το σουρεαλισμό. Ο Λόρκα ήταν ένας μάγος της κοινωνικής συντροφιάς, και όλοι οι καλλιτέχνες της Φοιτητικής Εστίας μετατρέπονταν απ’ αυτόν σε ακροατήριό του. Εκεί απάγγελλε ή τραγουδούσε τα ποιήματά του πριν ακόμα εκδοθούν. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Λόρκα ήταν το «Βιβλίο ποιημάτων» που κυκλοφόρησε το 1921. Απόλυτα εξαρτημένος από τους γονείς του, ο Λόρκα πήρε με το ζόρι πτυχίο Νομικής και άρχισε να μελετά το «κάντε χόνδο» (βαθύ τραγούδι), την «περιθωριακή» ως τότε μουσική των τσιγγάνων της Ανδαλουσίας. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το «Ποίημα του κάντε χόνδο». Ολόκληρη η συλλογή είναι αφιερωμένη στις διάφορες ποικιλίες ρυθμών και μέτρων αυτού του λαϊκού τραγουδιού της Ανδαλουσίας. Το 1922 εκδίδεται η συλλογή του «Πρώτα τραγούδια» και το 1924 η συλλογή «Τραγούδια» όπου υπάρχουν πολλά από τα πιο αντιπροσωπευτικά λυρικά του ποιήματα. Αλλά το εκρηκτικό ταλέντο του Λόρκα δεν περιοριζόταν μόνο στην ποίηση. Ήταν επίσης ζωγράφος, σκιτσογράφος και μουσικός. Το 1927 έκανε μια έκθεση των έργων του με μεγάλη επιτυχία, ενώ την ίδια χρονιά είχε και την πρώτη του επιτυχία στο θέατρο με το έμμετρο έργο «Μαριάνα Πινέδα», με πρωταγωνίστρια τη διάσημη Μαργαρίτα Σίργου και σκηνικά του Νταλί. Ήταν όμως το βιβλίο του «Τσιγγάνος τραγουδιστής», που κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο, και έκανε τον Λόρκα διάσημο σε όλον τον ισπανόφωνο κόσμο. Οι 18 ρομάντζες της συλλογής είναι βγαλμένες από τους θρύλους και τις ιστορίες των τσιγγάνων της Ανδαλουσίας.

Το πέρασμα από τη Ν. Υόρκη

Το 1929 - 1930 ο Λόρκα βρίσκεται στη Νέα Υόρκη ως σπουδαστής στο πανεπιστήμιο της Columbia. Γαλουχημένος με τις αξίες της αυστηρής ισπανικής παράδοσης της υπαίθρου, παθαίνει σοκ μέσα στους θορύβους και το χάος της μεγαλούπολης, με τα «πλήθη που κατουράνε», «τα πλήθη που ξερνάνε», την «πολιτεία δίχως ύπνο». Τα θέατρα, τα παράνομα μπαρ λόγω της ποτοαπαγόρευσης, το «μαύρο» Μπρονξ, οι Εβραίοι, η Γουλ Στριτ εντυπωσίασαν τον ποιητή. Έτσι, θα γράψει τη συλλογή «Ποιητής στη Νέα Υόρκη», όπου πραγματεύεται τις χαοτικές αντιθέσεις της βιομηχανικής μεγαλούπολης. «…η μαύρη μάσκα θα χορέψει ανάμεσα σε κολόνιες από αίμα και αριθμούς, ανάμεσα στις λαίλαπες του χρυσού και τα βογκητά των ανέργων…/κοιτάτε τη μαύρη μάσκα! Πώς φτύνει δηλητήριο ζούγκλας πάνω στην ημιτελή αγωνία της Νέας Υόρκης!» Από κει πήγε στην Αβάνα και επιστέφει στην Ισπανία αφού έπεσε η δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα και στις εκλογές νίκησαν οι Δημοκρατικοί.

«Κομμουνιστής, εχθρός της Εκκλησίας και ομοφυλόφιλος»...

Το 1931 μαζί με τον Εδουάρδο Ουγκάρτε, θέλοντας να βοηθήσει στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των Δημοκρατικών, δημιούργησε την «Μπαράκα», ένα κινούμενο πανεπιστημιακό θέατρο και ανέβασε τους Ισπανούς κλασικούς στα πιο απομακρυσμένα χωριά της χώρας. Αντιμετώπιζε συχνά τους τραμπούκους και τα ακροδεξιά έντυπα, που υπογράμμιζαν την ομοφυλοφιλία του. Από τα θεατρικά του έργα, ο «Ματωμένος γάμος» αποδείχθηκε το μεγάλο έργο του Λόρκα, το οποίο ανέβηκε σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ακολουθούν η «Γέρμα», η «Θαυμαστή μπαλωματού», «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα». Το 1935 ο ταυρομάχος και φίλος του Λόρκα Ιγνάθιο Σαντσιέθ Μεχίας σκοτώθηκε σε μια ταυρομαχία. Η βαθιά οδύνη εμπνέει στον Λόρκα ένα από τα ωραιότερα και πιο δραματικά σε τόνο ποιήματα που μας άφησε, το «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σαντσιέθ Μεχίας». Εν τω μεταξύ, η πολιτική κατάσταση στην Ισπανία έχει φτάσει στα άκρα. Ο Λόρκα, παρόλο που δεν πήρε ποτέ ενεργό μέρος στην πολιτική, ήταν γνωστό το πάθος του για την ελευθερία, ήταν για τους δεξιούς κομμουνιστής, εχθρός της Εκκλησίας και ομοφυλόφιλος. Λόγοι ικανοί για να τον καταστήσουν ένοχο στα μάτια της τοπικής φασιστικής οργάνωσης των οπαδών του Φράνκο. Όταν ξέσπασε ο εμφύλιος, ο Λόρκα γυρνάει στη Γρανάδα, μέρος που ελέγχουν οι ακροδεξιοί στασιαστές. Κάνει το λάθος να κυκλοφορεί ελεύθερα. Οι φαλαγγίτες αρχίζουν να τον ενοχλούν στο σπίτι του. Ο ποιητής, νιώθοντας πως κινδυνεύει, βρήκε καταφύγιο στο σπίτι ενός φίλου του που ήταν μέλος της τοπικής φασιστικής επιτροπής, πιστεύοντας πως δεν θα υποπτεύονταν αυτή την κρυψώνα. Υπολόγισε λάθος. Παρά τις προσπάθειες του φίλου του, συνελήφθη και εκτελέστηκε λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Αυγούστου στο χωριό Βίθναρ.

Ο τραγικός και πρόωρος θάνατός του, αλλά και το σπουδαίο έργο που άφησε πίσω του, έκαναν την ποίηση του πολύ γρήγορα γνωστή. Τα ποιήματά του έγιναν σύμβολο αντίστασης στο φασισμό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το έργο του έγινε ιδιαίτερα γνωστό και στην Ελλάδα. Μεταφράστηκε από πολλούς και άξιους συγγραφείς (Γκάτσο, Ελύτη), μελοποιήθηκε από τους σημαντικότερους συνθέτες (Χατζηδάκη, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο). Αλλά και οι δεκάδες παραστάσεις των θεατρικών του έργων αποδεικνύουν την αγάπη του ελληνικού κοινού για τον Ισπανό συγγραφέα. Η ποίηση του Λόρκα δεν έπαψε ποτέ να συγκινεί και να διαβάζεται γιατί είναι μια ποίηση αληθινή. Ο Λόρκα δεν έζησε για να γράψει. Έγραψε γιατί έζησε. Το έργο του κυκλοφόρησε ελεύθερα στην πατρίδα του το 1975, αφού πέθανε ο Φράνκο.

Πηγή: kokkino.org

Ονορέ ντε Μπαλζάκ (1799-1850)

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 18-08-2011 12:02:47 am | Αναδημοσίευση 18-08-2012 | από nskarmoutsos

                   

«Η συνείδηση είναι ένας αλάνθαστος κριτής, όταν δεν την έχουμε μπορεί ακόμα και να δολοφονήσει»
Ονορέ ντε Μπαλζάκ
(Honoré de Balzac, 20 Μαΐου 1799 – 18 Αυγούστου 1850)  Ένας από τους πολυγραφότερους συγγραφείς όλων των εποχών. Δημιουργός 2.504 ηρώων και ένας από τους θεμελιωτές του ρεαλισμού στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία, κατέκτησε το κοινό της εποχής του. Η «Ανθρώπινη Κωμωδία» του, μία συνεκτική συλλογή αρκετών μυθιστορημάτων, περιγράφει σχεδόν εξαντλητικά τη γαλλική κοινωνία του 19ου αιώνα. Πιστεύεται πως επέλεξε τον τίτλο του σ' αντιδιαστολή με το έργο του Δάντη, «Θεία Κωμωδία».

Στο κείμενο που ακολουθεί, η Μαρία Τσούτσουρα αναφέρεται στην υποδοχή της οποίας έτυχε το έργο του Μπαλζάκ από τους διανοουμένους της Ελλάδας. Η κριτική τον απέρριψε και τα μεταφρασμένα κείμενά του αποστειρώνονται από τα τολμηρά θέματα και τις καινοτόμες ιδέες του και παραδίδονται ελλιπή στο αναγνωστικό κοινό. Αναδημοσίευση από «Το Βήμα».

Το 1816 ο 17χρονος Ονορέ εγκαταλείπει τη Νομική στη Σορβόννη για μια φτωχική σοφίτα χάριν της συγγραφικής τέχνης. Στο Παρίσι, πόλη 2 εκατομμυρίων κατοίκων, δοκιμασμένη από αλλεπάλληλες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, η συγγραφή μπορούσε να προσφέρει χρήμα, δόξα, εξουσία. Στη γαλλική, πρώτη μεταξύ των γλωσσών, ενισχυμένη με το σφρίγος των νέων ιδεών του μετεπαναστατικού κόσμου, οι επιφυλλίδες είχαν απήχηση στο πλατύ κοινό, όπως σήμερα οι επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές. Χρειάστηκαν όμως αρκετά χρόνια ακατάβλητης προσπάθειας, γράφοντας μυθιστορήματα της σειράς χωρίς να υπογράφει καν, ωσότου το 1829 ο Μπαλζάκ αγγίξει την επιτυχία. Στον σκληρό ανταγωνισμό, όπου όλα τα ρομαντικά θέματα είχαν αξιοποιηθεί, απέδωσε συστηματικά μια ολόκληρη κοινωνία, τους νόμους και τους αδυσώπητους μηχανισμούς της: περίπου 2.000 χαρακτήρες από τον επιχειρηματικό, δημοσιογραφικό, καλλιτεχνικό κόσμο, άντρες και γυναίκες της αριστοκρατίας, παιδιά του δρόμου, παπάδες και γιατροί που εξομολογούν τις αμαρτίες του πνεύματος και της σάρκας, στη μεγαλούπολη ή στην επαρχία, διαπλέκονται μεταξύ τους σε άπειρους συνδυασμούς, αναλώνουν καθένας τη ζωή του στην ένταση των παθών.

Επί 20 χρόνια, ως τον αιφνίδιο θάνατό του στο αποκορύφωμα της δόξας, ο Μπαλζάκ έγραψε συνολικά 90 μυθιστορήματα, 30 νουβέλες, πέντε θεατρικά έργα: άμεσα, επίκαιρα, αποτελεσματικά, έπεισαν τους αναγνώστες που πολλαπλασίαζαν τις πωλήσεις των εφημερίδων. Φανατικοί, σήμερα ακόμη διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν τα έργα του στο σύνολό τους, βυθίζονται στον πλασματικό του κόσμο αποκομίζοντας εμπειρία και πληροφορίες, μολονότι τα θέματά τους κρίθηκαν συχνά παρατραβηγμένα, προσβλητικά για τα χρηστά ήθη: η απουσία του καλού φάνταζε περισσότερο ακόμη καθώς προέκυπτε άδηλα από τα γεγονότα.

Η πόλωση των λογοτεχνών

Εν τω μεταξύ η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος. Τότε όμως (1830-1850) ο πληθυσμός της δεν υπερβαίνει το 1 εκατομμύριο και η Αθήνα, πρωτεύουσα από το 1834, τις 30.000 κατοίκους. Σε ολόκληρη τη χώρα το οδικό δίκτυο είναι σχεδόν ανύπαρκτο, οι πολιτειακοί θεσμοί ατελείς, οι κοινωνικές δομές αδιαβάθμητες. Πώς λοιπόν θα μπορούσε ένα έργο που απευθύνεται σε μια οργανωμένη και ώριμη κοινωνία, την ανατέμνει, τη σχολιάζει και τη χλευάζει, να αφορά το ελληνικό κοινό και με ποιους όρους; Μια ελίτ λογίων και γλωσσομαθών επέλεγε με διδακτικά και θεματικά κριτήρια συνάφειας ορισμένα έργα της ευρωπαϊκής γραμματείας, που μεταφράζονταν και τυπώνονταν στα ισχυρά κέντρα του μείζονος ελληνισμού πριν ακόμη από το '21.

Γύρω στο 1850 επιχειρείται συνειδητά ο συγχρονισμός των ελληνικών γραμμάτων με την ευρωπαϊκή γραμματεία και κυκλοφορούν φιλολογικά περιοδικά. Μεταφράζονται έργα της Σάνδη, του Μεριμέ, έπειτα του Μυσέ και του Ουγκό σε αυτοτελείς εκδόσεις. Παράλληλα κυκλοφορούν κατά κόρον, προς τέρψιν του κοινού, μυθιστορήματα δευτέρας και τρίτης διαλογής. Η πρώτη γενιά των μειζόνων γάλλων ρομαντικών προσλαμβάνεται δηλαδή ταυτόχρονα με τις νεότερες ρεαλιστικές και νεοκλασικές τάσεις, καθώς το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα συντονίστηκε ευκολότερα με μικρογραφίες της φύσης και των αισθημάτων στο τοπίο της επαρχίας ή με τον εξωτισμό ιστορικό, γεωγραφικό, είτε απλά τον πολιτισμικό εξωτισμό των Μυστηρίων του Παρισιού. Δυσκολεύτηκε όμως να παρακολουθήσει τις μεγάλες ευρωπαϊκές ανησυχίες, την αγωνία των επιστημών και της προόδου του αστικού κόσμου, την αντανάκλαση των κοινωνικών φαινομένων στον ιδιωτικό και στον εσωτερικό βίο των ανθρώπων, όπως θαυμαστά τις ερμήνευσε το συμπαγές κεντρομόλο οικοδόμημα της Ανθρώπινης Κωμωδίας. Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία παγιδεύτηκε λοιπόν ανάμεσα στον άτεγκτο διδακτισμό αφενός και στην ελεύθερη αγορά του βιβλίου, με την επιπόλαιη, ναρκισσιστική οικείωση των εσπερίων ηθών αφετέρου. Το έργο του Μπαλζάκ, περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο, είναι δείκτης αυτής της πόλωσης που το σημάδεψε ως σήμερα.

Τη δεκαετία του 1860 παρουσιάζονται ελληνικά δύο εκλεκτές μεταφράσεις: οι Αθλιοι του Ουγκό υπό Ι. Σκυλίσση και το Οδοιπορικό του Σατωβριάνδου υπό Ροΐδου, διδακτικό ως προς το ύφος και ελληνοκεντρικό ως προς τη θεματολογία, που επιχειρεί να θεραπεύσει το γεγονός ότι «... ετράπημεν εις ακαίρους μυθιστορημάτων μεταφράσεις (...), των δε κορυφαίων ποιητών και πεζογράφων τα έργα μένουσιν εισέτι άγνωστα πολλοίς, ως ξένων γλωσσών απείροις». Στον πρόλογό του ο Ροΐδης επισημαίνει την έλλειψη μεταφράσεων του Μπαλζάκ που αρχίζουν να δημοσιεύονται την επόμενη δεκαετία. Ποια όμως όψη του τεράστιου έργου επικρατεί; Από ποια άκρη ξεκινά η πρόσληψή του στην Ελλάδα; Ο 40ετής ετεροχρονισμός με τον οποίο η γαλλική πεζογραφία προσεγγίζει το ελληνόφωνο κοινό περιπλέκει τις κοινωνικές, εκδοτικές, αναγνωστικές διαφορές. Η απόδοση της αλλότριας πραγματικότητας αποτελεί συχνά γρίφο ανεξιχνίαστο για τον έλληνα αναγνώστη και τη γλώσσα μας. Και αν το Παρίσι είχε στα κοινά ρομάντζα γραφικό χαρακτήρα που κινούσε το εξωτικό ενδιαφέρον των αδαών, στο έργο του Μπαλζάκ η διείσδυση στο εσωτερικό του κοινωνικού οργανισμού, στις ανθρώπινες επιπτώσεις των φαινομένων, δεν είναι εύληπτη. Θα κατασπαραχθεί λοιπόν από τις προκαταλήψεις.

Οι πρώτες μεταφράσεις

Το 1869 δημοσιευόταν στην «Πανδώρα» πόνημα μακροσκελές «Περί του γαλλικού μυθιστορήματος και της επιρροής αυτού επί τα εν Ελλάδι ήθη» του Κ. Α. Ζανετάκη Στεφανοπούλου, καθηγητού της γαλλικής, μύδρους πνεόντος κατά «της βυρονείου σχολής» και «των νεωτέρων μυθιστορημάτων... ων η χορεία ουδέποτε έπρεπε να παρασταθή προ των οφθαλμών έθνους νέου, ευθίκτου και φιλοκαίνου». Ενώ τα σπουδαιότερα μεταφρασμένα έργα του 1850, εξαιρουμένου του Ουγκό, δεν υπερβαίνουν σε πωλήσεις τα 1.000 αντίτυπα, είναι «κατεπείγον να αντιστρατευθώμεν εις την ολεθρίαν επιρροήν του ξένου μυθιστορήματος, δημιουργούντες το εθνικόν μυθιστόρημα», για το οποίο ο κ. καθηγητής οραματίζεται «τιμίας και ερασμίας γυναίκας, και θέματα από την ιστορία του ημετέρου βυζαντινού κράτους και του ιερού ημών αγώνος του 1821, εις το βάραθρον της ασελγείας δύο τουλάχιστον αιώνες ευρωπαϊκής γραμματείας κατακρημνίζων».

Σε αυτή την πολύ αρνητικά φορτισμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα δημοσιεύονται αποσπάσματα από τις Φιλοσοφικές Μελέτες του Μπαλζάκ και η πρώτη αυτοτελής έκδοση της νουβέλας Adieu στην Ερμούπολη της Σύρου (1870). Θα ακολουθήσουν Σκηναί επί της πολιτικής ζωής (1872) και Η φυσιολογία του γάμου (1876), αντιμυθιστορηματικό έργο, το οποίο περιέχει εν σπέρματι ολόκληρο τον μυθιστορηματικό κόσμο του Μπαλζάκ, αποτελεί δε κατακλείδα της νεότητας και θεμέλιο του οικοδομήματος της δημιουργικής του ωριμότητας. Πολλά σημεία του μπαλζακικού στοχασμού συναντούν τη σύγχρονη σκέψη σε αυτό το έργο, που έγινε αντικείμενο πολλών συζητήσεων στη χώρα μας, αφού υπήρξε μία από τις πρώτες μεγάλες εκδοτικές επιτυχίες του συγγραφέα στη δική του. Αίρεται κατ' αρχήν ο ανταγωνισμός υποκειμενικής φαντασίας και αντικειμενικής αλήθειας: η λογοτεχνία δανείζεται πολλά στοιχεία από την επιστήμη, την οποία διαδίδει στο πλατύ κοινό. Γι' αυτό η αφηγηματική γραφή ευχαρίστως παραχωρεί τη θέση της στο πληροφοριακό, επεξηγηματικό ύφος. Επειτα ο Μπαλζάκ εισηγείται για πρώτη φορά στη Δύση με τόση σαφήνεια, ένταση και απήχηση την ιδέα μιας σεξουαλικής αγωγής, μιας επιστήμης της ηδονής, χάρη στην οποία και μόνο, πιστεύει, είναι δυνατή η ευτυχία του εγγάμου βίου. Αναλύει λοιπόν την «πολιτική του γάμου» και εξηγεί πώς η βία των διαπροσωπικών σχέσεων μπορεί να αμβλυνθεί χάρη στην αγωγή των κοριτσιών. Η ιδέα όμως ότι έτσι η γυναίκα θα ικανοποιεί καλύτερα το ιδεώδες νομίμων και ανόμων εραστών στρέφει πάνω του τα βέλη του μισογυνισμού αλλά και του φεμινισμού της εποχής.

Η εναντίον του πολεμική

Ας γευθούμε μερικά αφοριστικά αποφθέγματα από το κεφάλαιο «Συζυγική κατήχησις», όπου ο κυνισμός της καρτεσιανής λογικής ευνοείται από την καθαρεύουσα της πρώτης αυτής ελληνικής μετάφρασης:

«Ουδόλως απαντώνται πλέον εν τω βίω του ανθρώπου δύω στιγμαί ηδονών ομοίων, καθώς δεν υπάρχουσι δύω φύλλα ακριβώς όμοια επί του αυτού δένδρου.

Εάν υπάρχωσι διαφοραί μεταξύ μιας και ετέρας στιγμής ηδονής, ο ανήρ δύναται να ήναι πάντοτε ευδαίμων μετά της αυτής γυναικός.

Η επιτηδεία αντίληψις των αποχρώσεων της ηδονής, η ανάπτυξις, η νέα διατύπωσις, η πρωτότυπος έκφρασις αυτών αποτελεί την μεγαλοφυΐαν του συζύγου.

Μεταξύ δύω όντων άτινα δεν αγαπώνται, η μεγαλοφυΐα αύτη εστίν ακολασία, αλλ' αι θωπείαι ών προΐσταται ο έρως ουδέποτε εισίν ακόλαστοι.

Η αγνοτέρα έγγαμος γυνή δύναται να ήνε επίσης η ηδυπαθεστέρα.

Η εναρετωτέρα γυνή δύναται να ήνε άσεμνος εν αγνοία αυτής.

Η πρόκλησις ηδονής, η υπόθαλψις, η ανάπτυξις, η αύξησις, η διέγερσις, η ικανοποίησις αυτής εστί ποίημα ολόκληρον».

Αυτό το ανάγνωσμα διετέθη μισόν αιώνα αργότερα από το γαλλικό στο ελληνικό κοινό της εποχής. Ποια ήταν η υποδοχή του υπό των «ξένων γλωσσών απείρων», όταν ο καθηγητής της γαλλικής Στεφανόπουλος καταφέρεται με οργήν ιεροκήρυκος εναντίον της «μυθιστορικής» εκείνης γραμματείας, η οποία εικονίζει «το δυσειδές θέαμα της ηθικής αθλιότητος, της πνευματικής νοσηλείας, της πλάνης μικρού τινος πληθυσμού των μεγάλων πόλεων»; Το κοινό αποδέχεται συχνά τα κείμενα που απορρίπτει η κριτική. Ετσι, μετά τη γνωστή πολεμική του εναντίον της ελληνικής μετάφρασης της Νανάς του Ζολά (1879), ο Αγγελος Βλάχος, μεταφραστής ήδη του Λαμαρτίνου, επανέρχεται το 1883 στην κριτική των εσπερίων αφηγηματικών ηθών με ηπιότερους τόνους, εκφράζοντας τη θέση του με έργα. Δεν απορρίπτει, προτείνει. Και ενώ ο Ροΐδης συνιστούσε τη μετάφραση μυθιστορημάτων με αισθητικά και διδακτικά κριτήρια, ενώ ο τυφλός φανατισμός του καθηγητού της γαλλικής αποδεχόταν μόνο ηθικά και εθνικά κριτήρια, ο Βλάχος ακολουθεί την οδό του μέτρου. Μεταφράζει «το δοκιμώτατον αναμφισβητήτως», «το κάλλιστον... προϊόν του κρατίστου των νεωτέρων μυθιστοριογράφων της Γαλλίας», «το σεμνόν καλλιτέχνημα», την Ευγενία Γρανδέ. Μυθιστορία Ονωρίου Βαλζάκ, «ου μόνον λόγω φιλολογικής αξίας, αλλά και λόγω κάλλους ηθικού». Σε απόσταση από τις κοινωνικές και ηθικές εντάσεις της μεγαλούπολης, στις Σκηνές του επαρχιακού βίου η σεμνή γεροντοκόρη αποδίδει το οδυνηρό αποτύπωμα, την υπερτάτη, την αποσιωποιημένη μορφή των παθών.

Η «Προεισήγησις» του Βλάχου στη μετάφρασή του απηχεί, σχετικά με τις αρετές και τις αδυναμίες του Μπαλζάκ, τη συντηρητική ευρωπαϊκή κριτική. Παρουσιάζει τη Γρανδέ ως το πρώτο δημοσιευμένο έργο του στα ελληνικά, όχι διότι αγνοεί τις προηγούμενες μεταφράσεις, αλλά διότι τις θεωρεί έργα ελαφρά και ανήθικα, ανάξια του συγγραφέα τους. Οι βαρύτατοι χαρακτηρισμοί για τη Φυσιολογία του γάμου, «ατόπου επικουρείου φιλοσοφίας και ανηθικότητος εξάμβλωμα», εξηγούν άλλωστε τους λόγους για τους οποίους οι έλληνες μεταφραστές του Μπαλζάκ άφηναν ως τώρα τα έργα τους ανυπόγραφα. Σε σχέση με την κενόλογη και τυποποιημένη φρασεολογία του Στεφανόπουλου, η ηθική λογοκρισία των ορέξεων του ελληνικού αναγνωστικού κοινού φαντάζει εντονότερη ακόμη από την ικανή γραφίδα του Βλάχου: «Ονθύλευμα παραδοξολογιών ασέμνων και κακοήθων, κενόν μεν πάντως την ουσίαν, συνθηματικόν δε και αυτόχρημα αινιγματώδες την μορφήν, ουδέποτε βεβαίως έπρεπε να καταστή σκεύος εκλογής εις χείρας Ελληνος μεταφραστού, ουδέ να προτεθή εις ψυχαγωγίαν και ηθικήν απόλαυσιν αναγνωστών ανερματίστων, οποίοι συνήθως αποτελούσι την πλειονοψηφίαν των αναγνισκότων ελληνικάς μεταφράσεις γαλλικών μυθιστορημάτων».

Ο Μπαλζάκ αποστειρώνεται από τα τολμηρά θέματα και τις ιδέες. Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, υπερτροφικό και ανάπηρο παιδί, ανίκανο να κρίνει, ανώριμο να συμμεριστεί τις αγωνίες της Εσπερίας, καλείται από τους πνευματικούς ταγούς του να περιοριστεί στον σχολικό Μπαλζάκ. Στη συσπασμένη νοσταλγία της ελληνικής επαρχίας, στον επαρχιώτικο κομπασμό των υπό ανάπτυξη αστικών της κέντρων, η Γκραντέ γνώρισε ως σήμερα τις περισσότερες ελληνικές μεταφράσεις, τις περισσότερες επανεκδόσεις. Με ολόισια τη ράχη ευθυγραμμισμένη στο τιμητικό ράφι μιας μικροαστικής βιβλιοθήκης με λιγοστούς επισκέπτες, «κόρη καθάριος και σφριγώσα, πορφυρούς έχουσα τους βραχίονας και λευκόν μανδήλιον περί τον τράχηλον...» στην αιωνία υπηρεσία της αρετής, ένιωθε ίσως καλύτερα στην αρχαιοπρεπή εκείνη και προβληματισμένη, μα εύρυθμη γλώσσα του λεξικογράφου Βλάχου, που υπογράμμιζε την πλήρη ρήξη του βαλζακικού ρήματος με την πραγματικότητα του κλίματος, της διάθεσης, των ηθών και του πολιτισμού του τόπου μας: «Εν τη χώρα ταύτη, ως και καθ' όλην την Τουρανίαν, αι ατμοσφαιρικαί περιπέτειαι δεσπόζουσι του εμπορικού βίου. Αμπελουργοί, κτηματίαι, ξυλέμποροι, βυτοποιοί, πανδοχείς, ναυτικοί, πάντες ενεδρεύουσι μίαν ηλίου ακτίνα, τρέμουσι την εσπέραν, κατακλινόμενοι, μη ακούσωσι την επαύριον πρωίαν ότι εγένετο την νύκτα παγετός». Πώς μπορούσε λοιπόν ν' αγαπηθεί στην Ελλάδα;

Η πρόσληψη του Μπαλζάκ υποτάσσεται έκτοτε σε αυτή τη συντηρητική νοοτροπία. Ατονεί μάλιστα υπό την πίεση των νεοτέρων ρευμάτων της πεζογραφίας που συγγενεύουν και εν μέρει προέρχονται από τη δική του επιρροή. Ακόμη και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η Ανθρώπινη Κωμωδία φαντάζει μουσειακό είδος στο μαυσωλείο μιας δυτικοευρωπαϊκής παράδοσης που επισκέφθηκε τον ελληνισμό χωρίς πραγματικά να ριζώσει. Ετσι, σε επετειακή του ομιλία του 1949 για τα 150 χρόνια του Μπαλζάκ, ο Αγγελος Τερζάκης διατυπώνει την ανησυχία μήπως φανεί «προκλητικά ανεπίκαιρος» μετά τις πρόσφατες δοκιμασίες: «Αισθάνεται κανείς την ανάγκη ν' απολογηθεί σχεδόν κάθε φορά που, αποσπώντας τη σκέψη του από τ' άμεσα και κοσμογονικά γεγονότα του καιρού μας, τη στρέφει προς κάποιες αξίες πνευματικές και αδιατάραχτες... Μήπως με μια λέξη προσβάλλει το δημόσιο αίσθημα».

«Ακρωτηριασμένες» μεταφράσεις

Κάποια στροφή σημειώνεται ωστόσο χάρη στη μαρξιστική διανόηση, που βλέπει στον Μπαλζάκ, παρά τον πολιτικό του συντηρητισμό, έναν τολμηρό ανατόμο του κοινωνικού και οικονομικού αστικού συστήματος. Αυτή την άποψη υιοθετούν ο Μάρκος Αυγέρης και ο Τάσος Βουρνάς, προλογίζοντας τη μετάφραση του περίφημου Peau de chagrin (Το μαγικό δέρμα) από τον Στάθη Δρομάζο, που εγκαινιάζει στη δεκαετία του '50 το νεότερο κύμα πρόσληψης του Μπαλζάκ στην Ελλάδα: δίχως να απορριφθούν τα καθιερωμένα έργα, δίχως να αναθεωρηθεί ο συντηρητισμός των ηθών του ιδιωτικού βίου, ο κύκλος των έργων που μεταφράζονται διευρύνεται και επανέρχεται το ενδιαφέρον για την αναλυτική προσέγγιση του γάλλου συγγραφέα στα διλήμματα της σύγχρονης συνείδησης. Πολλοί επαγγελματίες μεταφραστές, αλλά και μια πλειάδα συγγραφέων και λογίων (Ν. Βρεττάκος, Γ. Βλαστός, Α. Μοσχοβάκης, Αρης Αλεξάνδρου, Ανδρέας Φραγκιάς, Γιάννης Αγγέλου, Τίτος Πατρίκιος...) απέδωσαν στη γλώσσα μας την Ανθρώπινη Κωμωδία, σημαδεύοντας το πρωτότυπο έργο τους.

Μολαταύτα, η συνθετική της πληρότητα παραδίδεται στο σύγχρονο κοινό ελλιπής, αν όχι ακρωτηριασμένη. Ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί να ανασυνθέσει τις διάφορες εκδόσεις και μάλιστα σε ένα σύνολο με συμβατή μεταφραστική και αναγνωστική ποιότητα: εκδόσεις παιδικές, βιβλιοθήκη του πνευματισμού ή του σινεμά (για όσα έργα δάνεισαν το θέμα τους σε σενάρια εμπορικών ταινιών), οι αξιόλογες μεταφραστικές προσπάθειες κρύβονται συχνά πίσω από παλιομοδίτικες εκδόσεις και παρωχημένη γλώσσα, φτηνά ριμέικ κρύβουν κάτω από γυαλιστερά εξώφυλλα μια επιπόλαιη προσέγγιση σοβαρών παλαιοτέρων εγχειρημάτων. Τείνει τελικά να συμφωνήσει κανείς με τον Βλάχο στην «Προεισήγησι» της Γρανδέ: «Μετάφρασις έργου οιουδήποτε του Βαλζάκ δεν είνε, ουδέ δύναται να ήνε, αγώνισμα εις το παραχρήμα...».

Πηγή: tvxs.gr

Το πρώτο αυτοκινητιστικό δυστύχημα με θύμα πεζό στην ιστορία

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 17-08-2017 09:40:40 am | από nskarmoutsos

Ο πρώτος πεζός που έπεσε θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος στην ιστορία της ανθρωπότητας ήταν μια γυναίκα, η 44χρονη Αγγλίδα Μπρίτζετ Ντρίσκολ.

Η Ντρίσκολ βρισκόταν στο Λονδίνο μαζί με τη 16χρονη κόρη της Μέι για μια θρησκευτική τελετή. Στις 17 Αυγούστου 1896 κι ενώ προσπαθούσε να διασχίσει ένα δρόμο στην περιοχή του Κρίσταλ Πάλας μαζί με την κόρη της, χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Άρθουρ Έντσολ.

Η Μπρίτζετ Ντρίσκολ, με πολλαπλά τραύματα στο κεφάλι, πέθανε επί τόπου, ενώ η κόρη της Μέι τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά επέζησε.

Το αυτοκίνητο ανήκε στην εταιρεία «Anglo-French Motor Carriage Company», η οποία το χρησιμοποιούσε ως όχημα επιδείξεων.

Η ταχύτητα του αυτοκινήτου την ώρα της δυστυχήματος ήταν 6 χλμ./ώρα, σύμφωνα με τη δήλωση του οδηγού στην αστυνομία, αν και η επιβαίνουσα, Άλις Στάντιγκ, ισχυρίστηκε ότι ο Έντσολ είχε «πειράξει» τη μηχανή και το αυτοκίνητο έτρεχε με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Πάντως, η ανώτατη ταχύτητα του οχήματος ήταν 13 χλμ./ώρα και το όριο ταχύτητας 23 χλμ./ώρα.

Ένας διερχόμενος ταξιτζής κατέθεσε ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου δεν ξεπερνούσε τα 7 χλμ./ώρα, ενώ ένας αυτόπτης μάρτυρας έκανε λόγο για ένα αυτοκίνητο, που «εκινείτο ριψοκίνδυνα σαν πυροσβεστικό όχημα».

Οι δικαστικές αρχές του Λονδίνου, που επελήφθησαν της υπόθεσης, θεώρησαν τον θάνατο της Ντρίσκολ «τυχαίο γεγονός» και δεν προχώρησαν σε ποινική δίωξη του οδηγού του οχήματος. Ο ιατροδικαστής Πέρσι Μόρισον ευχήθηκε «ένα τέτοιο δυστύχημα να μην ξανασυμβεί ποτέ».

Πηγή: sansimera.gr 

Σάκης Καράγιωργας

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 17-08-2013 12:05:27 am | από nskarmoutsos

 

O Σάκης (Διονύσης) Καράγιωργας (Πύργος Ηλείας, 1930—17 Αυγούστου 1985) ήταν πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, ενώ στην περίοδο της Χούντας είχε αναπτύξει έντονη αντιδικτατορική δράση.

Βίος

Γεννήθηκε το 1930 στον Πύργο Ηλείας. Εισήχθη στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά και αργότερα και στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθήνας Η πρώτη του επαφή με την ελληνική δημόσια οικονομική διοίκηση ήταν αρχικά στη Διεύθυνση Προγράμματος του υπουργείου Συντονισμού (1955-1956) και μετά στη Διεύθυνση Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος. Παράλληλα εμπλουτίζει τις εμπειρίες του ερευνώντας επίκαιρα προβλήματα της οικονομικής πολιτικής και συνεργάστηκε στη συγγραφή λημμάτων της Οικονομικής και Λογιστικής Εγκυκλοπαίδειας.

Ακολουθώντας άλλους συναδέλφους του, αποφασίζει να μεταβεί για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Επιλέγει ως γνωστικό αντικείμενο τα Δημόσια Οικονομικά και ως πανεπιστήμιο το London School of Economics. Το 1962 γίνεται διδάκτορας και επιστρέφει στη Ελλάδα στην Τράπεζα της Ελλάδος όπου συνεχίζει την ερευνητική του δραστηριότητα. Το 1963 γίνεται επιμελητής στην έδρα της Εφαρμοσμένης Οικονομικής στην Ανωτάτη Βιομηχανική ενώ, επί κυβέρνησης Ένωσης Κέντρου και υφυπουργού Συντονισμού του Ανδρέα Παπανδρέου, ορίζεται γενικός γραμματέας της οικονομικής εξ υπουργών επιτροπής. Το 1964 αποσπάστηκε στο "Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών" και ενώ ήταν ήδη υφηγητής της Δημόσιας Οικονομικής, συνεργάστηκε στην κατάρτιση του πρώτου πενταετούς προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης της χώρας (1966-1970), συμμετέχοντας ενεργά στη διαδικασία σύνταξής του.

Το 1965 συμμετέχει μαζί με άλλους διανοούμενους στην ίδρυση του πολιτικού ομίλου «Αλέξανδρος Παπαναστασίου» και αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Νέα Οικονομία», που καθιερώνεται την εποχή εκείνη ως το κατεξοχήν βήμα τεκμηρίωσης και υποστήριξης κοινωνικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα. Το 1966 εκλέγεται έκτακτος καθηγητής της Δημόσιας Οικονομίας στό Πάντειο Πανεπιστήμιο και σύντομα κυκλοφορούν και τα πρώτα πανεπιστημιακά του εγχειρίδια.

Πρωτοπορεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στη συγκρότηση της "Δημοκρατικής Άμυνας" και τον Ιούλιο του 1969 συλλαμβάνεται καθώς εκρήγνυται στα χέρια του εκρηκτικός μηχανισμός, ο οποίος προοριζόταν για αντιστασιακή δράση κατά του καθεστώτος. Ο Καράγιωργας βασανίστηκε απάνθρωπα όντας βαριά τραυματισμένος. Ακολουθεί η δίκη της "Δημοκρατικής Άμυνας" και η καταδίκη του από το Έκτακτο Στρατοδικείο τον Απρίλιο του 1970 σε ισόβια, ποινή που θα εκτίσει ως την αμνηστία του 1973.

Μετά την πτώση της δικτατορίας επιστρέφει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και παράλληλα συμμετέχει στην ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1974. Σύντομα και λόγω διαφωνιών θα διαγραφεί μαζί και με άλλα στελέχη από το ΠΑΣΟΚ χωρίς όμως να πάψει να συμμετέχει και να παρεμβαίνει στη καθημερινή πολιτική, δίνοντας μεγάλη έμφαση στην εκπαιδευτική, ερευνητική και θεσμική παρέμβαση στο χώρο της ανώτατης παιδείας. Ενθαρρύνει διεπιστημονικές έρευνες και αφιερώνει μεγάλο μέρος της ενεργητικότητάς του στο θέμα της αναβάθμισης της ανώτατης παιδείας γενικότερα και της Παντείου σε σύγχρονο πανεπιστήμιο κοινωνικών επιστημών ειδικότερα. Ανώτατη τιμή υπήρξε η εκλογή του σε πρύτανη του ιδίου ιδρύματος.

Απεβίωσε στις 17 Αυγούστου 1985. Ο δήμος Πύργου τον τίμησε ως γνήσιο τέκνο του δίνοντας το όνομα του στη Κεντρική Πλατεία της πόλης (Επαρχείο).

Σαν σήμερα στις 17 Αυγούστου 1957 ολοκληρώνεται η γραμμή του Ηλεκτρικού σιδηρόδρομου ΠΕΙΡΑΙΑΣ - ΚΗΦΙΣΙΑ

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 17-08-2011 12:19:48 am | Αναδημοσίευση 17-08-2012 | από nskarmoutsos

                

Ο Αστικός Σιδηρόδρομος Πειραιά - Κηφισιάς, γνωστός σαν “Ηλεκτρικός” συμπλήρωσε στις 27 Φεβρουαρίου 2011, 142 χρόνια λειτουργίας. Ξεκίνησε ατμοκίνητος αρχικά και ηλεκτροκίνητος αργότερα και συνέδεσε το 1869 την Αθήνα με τον Πειραιά που μέχρι τότε οι άμαξες και τα παμφορεία ήταν το μόνο μέσο συγκοινωνίας μεταξύ τους.
Ας δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά ορόσημα στην πορεία αυτή:

Το 1834 η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους και ένα χρόνο μετά, το 1835, γίνεται η πρώτη ανεπιτυχής πρόταση στην Ελληνική Κυβέρνηση από τον Φρειδερίκο Φεράλδη για κατασκευή σιδηροδρόμου.

Οκτώ χρόνια αργότερα το 1843 ο Αλέξανδρος Ραγκαβής επαναλαμβάνει δημόσια την πρόταση αλλά πάλι δεν υπήρξε ανταπόκριση.

Το 1855 ο Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος καταθέτει το πρώτο Νομοσχέδιο για ΄Ίδρυση σιδηροδρόμου Αθήνας – Πειραιά που γίνεται νόμος και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Είναι ο Νόμος ΤΖ «περί συστάσεως σιδηροδρόμου Απ’ Αθηνών εις Πειραιά» που δίνει το δικαίωμα εκμετάλλευσης στην εταιρία που θ’ αναλάμβανε το έργο για 55 χρόνια. Δύο χρόνια αργότερα το δικαίωμα αυτό αυξάνεται σε 75 χρόνια.

Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες ανάθεσης του έργου το 1867 το έργο κατακυρώνεται στον ΄Άγγλο επιχειρηματία Εδουάρδο Πίκερινγκ, ο οποίος το Νοέμβριο του ίδιου έτους αρχίζει να κατασκευάζει το έργο.

Ένα χρόνο μετά, το 1868, ο Πίκερινγκ μεταβιβάζει τις υποχρεώσεις του στην ιδρυθείσα από όμιλο Ανώνυμη Εταιρία του «Απ’ Αθηνών εις Πειραιά Σιδηροδρόμου» - Σ.Α.Π. Α.Ε..

Στις 17 Φεβρουαρίου του 1869 η ως άνω εταιρία έχει τελειώσει το έργο και γίνεται η πρώτη δοκιμή της διαδρομής. Τα επίσημα εγκαίνια γίνονται μέσα σε ατμόσφαιρα γενικής χαράς στις 27 Φεβρουαρίου 1869, με επιβάτες στο πρώτο δρομολόγιο τη Βασίλισσα ΄Ολγα, τον Πρωθυπουργό Ζαΐμη, υπουργούς, στρατιωτικούς, διπλωμάτες και άλλους επισήμους.

Επιτέλους το όνειρο γίνεται πραγματικότητα. Η ατμομηχανή με 6 βαγόνια καλύπτει τη διαδρομή των 8,5 χιλιομέτρων από το Θησείο στον Πειραιά σε 19 περίπου λεπτά. Οι δύο πόλεις Αθήνα και Πειραιάς έχουν πλέον συνδεθεί με σιδερένιες γραμμές.

Τα σχόλια του τύπου της εποχής πολλά και καλά. Στις 3 Μαρτίου του 1869 ο «Αιών» γράφει: «Ο σιδηρόδρομος ήρξατο τακτικώς εργαζόμενος από της τελευταίας Παρασκευής. Η συρροή των επιβατών είναι μεγίστη. Οι πάντες δ’ ομολογούσι τας μεγίστας ωφελείας, ας η κάταρξις του έργου τούτου υπισχνείται. Ευχόμεθα και αύθις, ίνα η μικρά αύτη γραμμή υπάρξει η αρχή του καθ’ όλην την επικράτειαν συμπλέγματος σιδηροδρόμων».

Μεταξύ της χρονολογίας του πρώτου επίσημου δρομολογίου, το 1869 , και της 16 Σεπτεμβρίου του 1904 που πραγματοποιήθηκε η Ηλεκτροδότηση του Σιδηροδρόμου, μεσολάβησαν η στρώση διπλής γραμμής και η έναρξη κατασκευής σήραγγας το 1889 από το Θησείο μέχρι την Ομόνοια (Λυκούργου και Αθηνάς), όπου και ο παλιός σταθμός της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ο οποίος εγκαινιάζεται στις 17 Μαΐου του 1895.

Η Υπόγεια σήραγγα και η ηλεκτροδότηση προκάλεσε πάλι πολλά και ποικίλα σχόλια του Τύπου της εποχής. Αξίζει να αναφερθούν μερικά που καταδεικνύουν την αντίδραση του κόσμου της εποχής εκείνης σε κάθε καινοτομία. « Τι να σου πω, αδελφέ, λέγει κάποιος εκ των προσκεκλημένων. Νομίζω ότι πρόκειται να μας κλείσουν «κατά βαρβάρων» με τον Υπόγειον. Και κύψας εις το αυτί του πλησίον του ισταμένου ηρώτησε σοβαρώς

- Έκαμες την διαθήκην σου;
- Όχι
- Εξωμολογήθης τουλάχιστον;
- Ούτε.
- Εγώ δεν είχα το θάρρος να έλθω απροετοίμαστος. Αυτή η σήραγξ μου φαίνεται σαν καρμανιόλα.»

Σε άλλο δημοσίευμα, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1904 ο χρονογράφος των «Καιρών» με το ψευδώνυμο «Φαληριώτης», γράφει για τον ηλεκτρικό, πλέον, σιδηρόδρομο:
«- Ένα δια το Φάληρον πρώτης.
- Μετ’ επιστροφής;
- Απλούν, απλούν. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος αν θα φθάσω ζωντανός…..»

Το 1926 οι ΣΑΠ, οι ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΙ ΑΤΤΙΚΗΣ που εκμεταλλεύονται το «ΘΗΡΙΟ» της Κηφισιάς, δηλαδή τη Γραμμή από Πλατεία Αττικής μέχρι Κηφισιά, με διακλάδωση από Ν. Ηράκλειο μέχρι Λαύριο και οι ΤΡΟΧΙΟΔΡΟΜΟΙ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ που εκμεταλλεύονται τα ΤΡΑΜ, συνεργάζονται με τον Αγγλικό όμιλο ΠΑΟΥΕΡ. Από τη συνεργασία αυτή προκύπτουν δύο Εταιρίες: Η ΗΕΜ (Ηλεκτρική Εταιρία Μεταφορών) που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση των ΤΡΑΜ και της Γραμμής της Κηφισιάς και οι ΕΗΣ (Ελληνικοί Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι).

Οι ΕΗΣ αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις της πρώην ΣΑΠ και ταυτόχρονα τη δέσμευση να βελτιώσουν την υπάρχουσα γραμμή και να επεκτείνουν την υπόγεια σήραγγα ως το σταθμό ΑΤΤΙΚΗ με διπλή γραμμή για να ενωθεί ο Ηλεκτρικός με την Κηφισιά, με υπόγειο σταθμό κάτω από την ΟΜΟΝΟΙΑ.

Τα έργα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1928 και στις 21/7/1930 εγκαινιάζεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο υπόγειος σταθμός ΟΜΟΝΟΙΑ. Αργότερα το 1948 και το 1949 εγκαινιάζονται αντίστοιχα οι σταθμοί ΒΙΚΤΩΡΙΑ και ΑΤΤΙΚΗ.

Το 1937 η ΗΕΜ αναλαμβάνει την Ηλεκτροκίνηση του σιδηροδρόμου Κηφισιάς και το 1938 καταργεί το Θηρίο για την πραγματοποίηση του έργου.

Τα έργα όμως, λόγω της κρίσιμης περιόδου, δεν ολοκληρώνονται και φτάνουμε έτσι στο 1950 οπότε παραχωρείται από την ΗΕΜ στην ΕΗΣ η ολοκλήρωση του έργου Ηλεκτροκίνησης και η εκμετάλλευση του σιδηροδρόμου ΑΘΗΝΩΝ – ΚΗΦΙΣΙΑΣ. Οι ΕΗΣ συνεχίζουν τα έργα που καταλήγουν σταδιακά το 1957 με τη λειτουργία του σταθμού της Κηφισιάς. Έτσι η συγκοινωνία από ΠΕΙΡΑΙΑ μέχρι ΚΗΦΙΣΙΑ με τον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο είναι πλέον πραγματικότητα.

Την 1 Ιανουαρίου του 1976 οι ΕΗΣ περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο μετονομάζονται σε Η.Σ.Α.Π. Α.Ε. (Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών-Πειραιώς).

Ο εκσυγχρονισμός, η εξέλιξη και η μέριμνα για καλύτερη ταχύτερη και αξιόπιστη εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού σε καθαρό περιβάλλον συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Σε ολόκληρη αυτή τη διαδρομή του, ο σιδηρόδρομος έζησε στιγμές μεγαλείου και συμφορές. Μετέφερε Βασιλείς, υψηλούς επισκέπτες, έδωσε το παρόν στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας του 1896 και τους πρόσφατους του 2004, μετέφερε στρατιώτες του πολέμου 1912-1913. Βομβαρδίστηκε και επέζησε μέχρι σήμερα περήφανος, πραγματοποιώντας εκατομμύρια δρομολόγια που εξυπηρέτησαν δισεκατομμύρια επιβάτες.

Επίσης ο «Ηλεκτρικός» από τις 11 Ιουνίου του 1955 εκμεταλλευόταν μέχρι και τις 31.12.2001 τα Πράσινα λεωφορεία που τροφοδοτούσαν τις γραμμές του ηλεκτρικού με επιβάτες. Τα Πράσινα ήταν μια πρωτότυπη και αξιόπιστη συγκοινωνία αλλά η τάση για εξειδίκευση των φορέων σε συγκεκριμένα συγκοινωνιακά μέσα και η ανάγκη δημιουργίας μιας ενιαίας Εταιρίας για τις γραμμές 2 και 3 οδήγησαν τον Δεκέμβριο του 1998 στην απόφαση για σταδιακό τερματισμό αυτής της δραστηριότητας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 2001. Έτσι από τον Φεβρουάριο του 1999 άρχισε η απόδοση της σταδιακής απόδοσης των γραμμών των Πράσινων Λεωφορείων στην ΕΘΕΛ (Εταιρία Θερμικών Λεωφορείων).

Έργα επίσης πολύ σημαντικά υπήρξαν :
α) η λειτουργία του ΤΡΑΜ της παραλίας του ΠΕΙΡΑΙΑ (1910-1960)
β) η λειτουργία του ΤΡΑΜ ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ (1936-1977)

Σε όλη αυτήν την αναπτυξιακή πορεία βασικός παράγων υπήρξε ο εργαζόμενος στο σιδηρόδρομο που τον αγάπησε ιδιαίτερα αφού είναι δικό του δημιούργημα.

Πηγή: isap.gr

74 χρόνια από την σφαγή στο Κομμένο Άρτας από τους Ναζί

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 16-08-2011 12:02:48 am | Αναδημοσίευση 16-08-2012 | από nskarmoutsos

Πατήστε εδώ

Σαν σήμερα 16 Αυγούστου 2017, 74 χρόνια συμπληρώθηκαν από το ολοκαύτωμα στο Κομμένο Άρτας  από τους Ναζί. Ήταν 16 Αυγούστου του 1943 όταν ο διοικητής του 12ου Λόχου Υπολοχαγός Ρέζερ έδωσε τη διαταγή «Θα μπούμε στο χωριό και δεν θ΄ αφήσουμε τίποτε όρθιο». Οι μαρτυρίες των κατοίκων που επέζησαν προκαλούν φρίκη.

Το απόγευμα της 15ης Αυγούστου 1943, ο 12ος Λόχος του 98ου Συντάγματος 1ου Ορεινού Τμήματος, που είχε στρατοπεδεύσει σε μια κοιλάδα στα βόρεια ακριβώς της Άρτας, κάπου κοντά στη Φιλιππιάδα, κλήθηκε να βγει από τις σκηνές του. Ο διοικητής του Συντάγματος, Συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έβγαλε έναν κοφτό ολιγόλογο, τυπικό λόγο «Γερμανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί. Είναι καιρός για σκληρά μέτρα εναντίον των ανταρτών. Αύριο το πρωί θα ξεκληρίσουμε ένα λημέρι τους».

O Συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, ήταν ένας νεαρός διοικητής φορτωμένος με παράσημα, αυτοδημιούργητος άντρας που του άρεσε να παινεύεται ότι έχει μετατρέψει το 98ο σε Σύνταγμα για τον Χίτλερ.

Καθώς περάσανε τα μεσάνυχτα στο Κομμένο, οι περισσότεροι κάτοικοί του άρχισαν σιγά-σιγά να πηγαίνουν στα σπίτια τους για ύπνο, κουρασμένοι από τις προετοιμασίες του πανηγυριού, από το γλέντι και το πιοτό, χωρίς να υποψιαστούνε τίποτα για το τι επρόκειτο να συμβεί.

Την ίδια ώρα περίπου, μια φάλαγγα από 22 αυτοκίνητα και ένα στρατιωτικό τζιπ, ξεκίνησε από την κοιλάδα κοντά στην Φιλιππιάδα μεταφέροντας τους περισσότερους άντρες του 12ου Λόχου, γύρω στους 100 στρατιώτες. Στις 5.00 το πρωί σταμάτησαν έξω από το χωριό. Ο 25χρονος Διοικητής του 12ου Λόχου Υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, τους συγκέντρωσε και έδωσε τις διαταγές του.

"Θα μπούμε στο χωριό και δεν θ΄ αφήσουμε τίποτε όρθιο" είπε. Χρησιμοποιώντας το πέτρινο καμπαναριό της εκκλησιάς (χτίσμα του 1855) για παρατηρητήριο, χωρίστηκαν σε εκτελεστικά αποσπάσματα, παίρνοντας και τις τελικές οδηγίες της επέμβασης.

Xαράματα 16ης Αυγούστου ακούστηκαν οι πρώτες εκρήξεις όλμων που είχαν τοποθετηθεί σε τρία επίκαιρα σημεία του χωριού.

Αμέσως αρχίσανε οι πυροβολισμοί και η διασταύρωση των πυρών, ενώ τα πυροβόλα και τα οπλοπολυβόλα δε σταμάτησαν ούτε στιγμή, δίνοντας την εντύπωση κάποιας σκληρής μάχης. Καθώς εισέβαλαν στα σπίτια, ολόκληρες οικογένειες αιφνιδιάστηκαν στον ύπνο και μη μπορώντας να αντιδράσουν, έπεφταν νεκρές από τις σφαίρες των όπλων και τα βλήματα των χειροβομβίδων.

Γέροι άνθρωποι, ανάπηροι, ακόμη και τυφλοί, σκοτωθήκανε επιτόπου. Κορίτσια με την απειλή των όπλων βιάστηκαν κατ' εξακολούθηση από τους γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι, αφού ικανοποίησαν τα κτηνώδη ένστικτά τους, έκοβαν τους μαστούς και τις έσφαζαν σα ζώα. Έβρεχαν βαμβάκι με βενζίνη, το τοποθετούσαν στα στόματα των βρεφών που κοιμόντουσαν ακόμη στην κούνια τους και το άναβαν.

Μια γυναίκα έγκυος, αφού της ανοίξανε την κοιλιά, βγάλανε από εκεί το έμβρυο που σε λίγες μέρες θα έφερνε στον κόσμο και το εναποθέσανε στα χέρια της. Έτσι βρέθηκε η γυναίκα. Νεκρή με ανοιγμένα σπλάχνα και το αγέννητο παραμορφωμένο νεκρό, στα χέρια της.

Άλλα από τα παιδιά τα εκτελούσαν στον κρόταφο με μια σφαίρα περιστρόφου, ενώ άλλα τα κάρφωναν με τις ξιφολόγχες τους παρ' όλη την αθωότητα και τα κλάματα τους.

Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με τριάντα πέντε άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα.

Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ' τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ' τις βάρκες και πάλευαν να γλιτώσουν απ' τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, σχεδόν είκοσι άτομα.

Από αυτό που συμπεραίνεται, από τα λεγόμενα επιζώντων αυτοπτών μαρτύρων για ορισμένα περιστατικά, είναι ότι οι φονιάδες μεθούσαν με ναρκωτικές ουσίες για να είναι γρήγοροι στις αποφάσεις τους και όσο πιο αποτελεσματικοί στα πρωτόγονα ένστικτά τους. Στην εκκλησιά της Παναγιάς του χωριού, αφού αφόδευσαν στην πύλη του ιερού βήματος, πέταξαν στο πάτωμα του ναού τις εικόνες του τέμπλου και τα ιερά σκεύη.

Ο παπάς της εκκλησίας πιάστηκε από τους Γερμανούς και αφού τον βασάνισαν άγρια, τον σύρανε αιμόφυρτο στον προπυλώνα της εκκλησίας και τον εκτέλεσαν με μια σφαίρα στο μέτωπο. Αυτός ήταν και ο πρώτος της σφαγής του Κομμένου μαζί με το Ευαγγέλιο που βρέθηκε διάτρητο από σφαίρα σε μια γωνία, με ποτισμένες τις σελίδες του από το αίμα αυτού του τίμιου κληρικού.

Ο άλλος ιερέας του χωριού, που εφημέρευε στο ναό των Αγίων Ταξιαρχών στον Λουτρότοπο και που είχε έρθει στους συγγενείς του για το πανηγύρι, βρέθηκε κατακρεουργημένος και αιμόφυρτος και με βγαλμένα τα μάτια. Με μια ειδική σκόνη που έριχναν στο πάτωμα και με μια πιστολιά έκαψαν τα περισσότερα σπίτια του χωριού, αφού πρώτα έπαιρναν ότι πολύτιμο υπήρχε μέσα.

Το θέαμα στο Κομμένο μετά την σφαγή ήταν φρικιαστικό. Παντού πτώματα απανθρακωμένα, ενώ η ατμόσφαιρα είχε τη μυρωδιά από καμένες σάρκες. Ανθρώπινα μέλη ήταν διασκορπισμένα από δω και από εκεί, ενώ τα σκυλιά είχαν αρχίσει να τρώνε κομμάτια κρέας από διάφορα σώματα.

Γύρω στο απόγευμα της 16ης Αυγούστου ο Δημήτρης Αποστόλου, ένας νεαρός Κομμενιώτης, γύρναγε στο χωριό του και στο σπίτι του. Τα Γερμανικά στρατεύματα είχαν φύγει, μετά από 7 ώρες που κράτησε η επιδρομή. Στα απανθρακωμένα απομεινάρια των σπιτιών, δοκάρια καίγονταν ακόμη. Η κοιλιά μιας γυναίκας είχε σχισθεί και ένα κοτόπουλο είχε αρχίσει να σέρνει τα εντόσθια της κατά μήκος του δρόμου. Λίγο μετά που είδε αυτό, ο Αποστόλου λιποθύμησε.

Ένα δεκάχρονο αγόρι τότε, ο Αλέξανδρος Μάλιος, που έχασε όλη την οικογένεια του, θυμάται "Σα φτάσαμε κοντά στο σπίτι, ακόμα κάπνιζε. Απ' έξω δεν μπορούσαμε να περάσουμε απ' τους σκοτωμένους. Δεν είχες που να πατήσεις. Δρασκελίσαμε πάνω απ' τα πτώματα κι αντίκρισα τον πατέρα μου μ' ένα μικρό παιδί μέσα στα αίματα. Οι άλλοι μέσα ήταν όλοι καμένοι. Έσκυψα, τον αγκάλιασα και λιποθύμησα. Τα είχαμε χαμένα και ζούσαμε σ' ένα εφιαλτικό όνειρο, έτσι που δεν είχαμε τη δύναμη να κλάψουμε". Συνολικά 317 άνθρωποι ήταν τα θύματα του Κομμένου εκείνη τη μέρα σ' αυτή τη σφαγή. Ίσως της πιο φριχτής που διαπράχθηκε στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής.

Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των πτωμάτων, οι Κομμενιώτες τα έθαβαν επιφανειακά με λίγο χώμα, στις αυλές και στους κήπους των σπιτιών.

Στην πλατεία του χωριού, τον Αύγουστο του 1946 οι κάτοικοι χτίσανε ένα καλλιμάρμαρο μνημείο που αναγράφονται τα ονόματα των 317 πατέρων και τέκνων και αδελφών.

Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι Ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος. Η τραγική σελίδα του Κομμένου μένει ζωντανή και καίει άσβηστη φλόγα στη μνήμη των 100 περίπου κατοίκων του που έζησαν τη φρίκη και βρίσκονται ακόμη στη ζωή.

Πηγή: tvx.gr

Έλβις Πρίσλεϊ (Elvis Presley)

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 16-08-2014 12:07:47 am | από nskarmoutsos

Ο Έλβις Άρον Πρίσλεϊ (8 Ιανουαρίου 1935 - 16 Αυγούστου 1977) γεννήθηκε στο Τουπέλο του Μισισίπι. Γνωστός και με το προσωνύμιο "Βασιλιάς της Ροκ εν Ρολ" και "Βασιλιάς" (αγγ. "The King"), ήταν τραγουδιστής, μουσικός και ηθοποιός ενώ θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες των τελευταίων 50 ετών.
Ξεκίνησε τραγουδώντας μουσική rockabilly για την εταιρεία Sun Studios, με πολλά κομμάτια ρυθμικής μπλουζ, gospel και Κάντρι, ενώ ο συνδυασμός όλων αυτών των οδήγησε προς την καθαρή μουσική Ροκ εν Ρολ.
Επιτυχία γνώρισε όμως και με μπαλάντες αλλά και με κομμάτια κάντρι (Κάντρι), μπλουζ, ποπ, φολκ, αγγίζοντας κάποιες στιγμές ακόμη και τη τζαζ. Μπορούσε να ερμηνεύσει πολλά είδη μουσικής, πάντα με την ίδια επιτυχία, χάρη στην ευέλικτη φωνή του.
Ο Έλβις Πρίσλεϊ κυκλοφόρησε 75 άλμπουμ από το 1956 ως το 1977. Υπολογίζεται πως μέχρι σήμερα έχουν πουληθεί πάνω από 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα, περισσότερα από κάθε άλλο καλλιτέχνη. Πολλά από αυτά έγιναν χρυσά ή πλατινένια, ακόμη και περισσότερες από μια φορές. Εκτός αυτών, τιμήθηκε με 14 υποψηφιότητες για βραβείο Γκράμι, εκ των οποίων 3 φορές ήταν νικητής. Στην ηλικία των 36 ετών τιμήθηκε με το Grammy Lifetime Achievement Award για το σύνολο της καριέρας του.
Εκτός από την καριέρα του στη μουσική, ο Πρίσλεϊ εμφανίστηκε και σε 33 κινηματογραφικές ταινίες. Αν και δεν είχαν κριτική επιτυχία, ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρες.
Ακόμη, ιστορικές έχουν μείνει οι τηλεοπτικές εμφανίσεις του και τα ειδικά αφιερώματα.
Πέθανε πρόωρα το 1977 σε ηλικία 42 ετών από καρδιακή αρρυθμία, κυρίως λόγω της κακής διατροφής, των εξαντλητικών ωραρίων αλλά και των φαρμάκων που χρησιμοποιούσε σε μεγάλες ποσότητες. Παρόλα αυτά, μετά το θάνατο του, υπήρξε σύγχυση, ακόμη και φημολογία πως ο Πρίσλεϊ ζει έως και σήμερα.
Ο Έλβις γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1935 στις 4:35 π.μ. στο Iστ Τουπέλο του Μισισίπι, σε ένα σπίτι που αριθμούσε δύο δωμάτια. Γονείς του ήταν οι Βέρνον Πρίσλεϊ και Γκλάντυς Λαβ Σμιθ, οι οποίοι, όπως πολλοί περιγράφουν, ήταν πολύ προστατευτικοί προς αυτόν, ενώ ο ίδιος είχε μια ασυνήθιστα στενή σχέση με τη μητέρα του. Ο δίδυμος αδερφός του, Τζέσυ Γκάρον, πέθανε κατά τη γέννα, αφήνοντας έτσι τον Έλβις να ζήσει σαν μοναχοπαίδι. Ο Έλβις, στη μνήμη του πρόωρα χαμένου αδελφού του, χρησιμοποιούσε σαν μεσαίο όνομα το Άρον αντί του Ααρόν που ήταν και το κανονικό.
Το 1941, ο Έλβις ξεκίνησε το σχολείο. Οι συμμαθητές του τον πείραζαν συνεχώς καθώς έδειχνε ξένος σε σχέση με αυτούς. Σύμφωνα με τους καθηγητές του, ήταν καλό παιδί και μέτριος μαθητής. Το 1945 ο Έλβις αποκτά την πρώτη του κιθάρα.
Εν έτη 1946, ο Πρίσλεϊ αλλάζει σχολείο, αλλά το 1948 η οικογένεια μετακομίζει στο Μέμφις του Τενεσί, όπου και πάλι έμειναν σε φτωχικές γειτονιές.
Ο νεαρός Έλβις πήγαινε στις Συνάξεις του Θεού και εκεί επηρεάζεται ιδιαίτερα από τη μπλουζ μουσική αλλά και από την γκόσπελ. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1953, ο Πρίσλεϊ έκανε διάφορες δουλειές όπως οδηγός φορτηγού, ενώ δούλεψε και σε συνεργείο.
Στις 18 Ιουλίου 1953, ο Πρίσλεϊ πληρώνει $3.25 για να ηχογραφήσει ένα δίσκο στη Sun Studios με τα τραγούδια My Happiness και That's When Your Heartaches Begin.
Ο Πρίσλεϊ έδωσε αυτό το δίσκο στη μητέρα του, ως δώρο για τα γενέθλια της. Επέστρεψε στη Sun Studios στις 4 Ιανουαρίου 1954 και πλήρωσε $8.25 για να ηχογραφήσει ένα δεύτερο δίσκο με τα τραγούδια I'll Never Stand in Your Way και It Wouldn't Be the Same Without You.
Ο ιδρυτής του μικρού στούντιο ηχογραφήσεων, Σαμ Φίλιπς, ο οποίος είχε ήδη ηχογραφήσει καλλιτέχνες όπως οι Howlin' Wolf, Τζέιμς Κότον, B.B. King και Little Milton, έψαχνε για έναν λευκό με νέγρικο ήχο και συναίσθημα. Ο Πρίσλεϊ εμφανίστηκε στη κατάλληλη χρονική στιγμή, οπότε στις 26 Ιουνίου 1954 αυτός και η συνεργάτης του, Μάριον Κέιστερ, τον καλούν στο στούντιο για ένα δοκιμαστικό.
Ο Έλβις έπαιξε με τους Σκοτ Μούρ και Μπιλ Μπλακ (μετεπειτα ,the jordanaires}αλλά αρχικά το δοκιμαστικό κρίθηκε αποτυχημένο. Κατά την διάρκεια μιας πρόβας όμως πάνω στο τραγούδι That's All Right, ο Φίλιπς έκρινε το αποτέλεσμα ικανοποιητικό και στις 19 Ιουλίου 1954 το έδωσε στη κυκλοφορία. Ο δίσκος έγινε επιτυχία και η φήμη του Πρίσλεϊ άρχισε να εξαπλώνεται, παρά τις όποιες διαμαρτυρίες υπήρξαν γύρω από τη μουσική του.
Το δεύτερο σινγκλ του με τα Good Rockin' Tonight και I Don't Care if the Sun Don't Shine κυκλοφόρησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1954. Η καριέρα του αρχίζει να παίρνει εθνικές διαστάσεις, όταν στις 28 Ιανουαρίου 1956 μαζί με τους Μουρ, Μπλακ και D.J. Fontana έκαναν την πρώτη τους τηλεοπτική εμφάνιση στην εκπομπή Stage Show, σε μια σειρά οκτώ παραστάσεων.
Ιστορική στιγμή για τη καριέρα και την πορεία του Έλβις στάθηκε η γνωριμία του με τον Τομ Πάρκερ (γνωστό και σαν "συνταγματάρχη" - en. "Colonel"), ο οποίος πήρε και το πλήρη έλεγχο της καριέρας του. Ο Πάρκερ μετέφερε τον Πρίσλεϊ από την Sun Studios στην RCA Records στις 25 Νοεμβρίου 1955, εξαγοράζοντας το συμβόλαιο του με τη Sun για $35,000.
Το πρώτο σινγκλ του Έλβις για την RCA, Heartbreak Hotel πούλησε πολύ γρήγορα ένα εκατομμύριο αντίτυπα.
Ο Πάρκερ ήταν ένας από τους καλύτερους στη δουλειά του και έκανε τα πάντα για να προωθήσει ακόμη περισσότερο τον Πρίσλεϊ, κλείνοντας μια σειρά από τηλεοπτικές εμφανίσεις. Ακόμη, έκλεισε στον Έλβις επταετές συμβόλαιο με κινηματογραφικό στούντιο, κάτι που οδήγησε στην παραμέληση της μουσικής καριέρας του για συμμετοχή σε ταινίες. Αυτές συνήθως ήταν μιούζικαλ και σημάδεψαν τη μεταμόρφωση του Πρίσλεϊ από ένα επαναστάτη Ρόκερ σε διασκεδαστή για όλη την οικογένεια. Ο Πρίσλεϊ ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα με την ταινία Love Me Tender ενώ κάποιες από τις καλύτερες ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε θεωρούνται τα Jailhouse Rock και King Creole.
Η επιτυχία του Πρίσλεϊ οδήγησε τον ίδιο και τον Πάρκερ να μοιράζονται τα κέρδη ισόποσα. Με τα χρόνια, πολλά γράφτηκαν και ακούστηκαν για τον Τομ Πάρκερ, τα περισσότερα από αυτά επικριτικά.
Στις 20 Δεκεμβρίου 1957 ο Πρίσλεϊ λαμβάνει το φύλλο πορείας του για την υποχρεωτική θητεία του στον Αμερικανικό στρατό. Στις 24 Μαρτίου του 1958 παρουσιάστηκε κανονικά στη μονάδα του στο Φρίεντμπεργκ της Γερμανίας.
Κατά την παραμονή του στα Γερμανικά εδάφη γνώρισε την 14-χρονη Πρισίλα Μπολιέ, την κοπέλα που αργότερα θα παντρευόταν.
Ο Πρίσλεϊ επέστρεψε στα Αμερικανικά εδάφη στις 2 Μαρτίου 1960 και μερικές μέρες αργότερα του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του λοχία.
Το άστρο του Πρίσλεϊ είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει την εποχή που ο ίδιος αφιερώνονταν εξ ολοκλήρου στη κινηματογραφική του καριέρα και η Βρετανική "επιδρομή" στις ΗΠΑ ήταν πλέον γεγονός, με τους Beatles να ηγούνται αυτής.
Έως και τα τέλη της δεκαετίας του '60, ο Πρίσλεϊ συμμετείχε σε μια σειρά ταινιών οι οποίες, αν και κερδοφόρες, δεν είχαν κάτι ιδιαίτερο να επιδείξουν όσον αφορά τη μουσική τους.

Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα απογοητευμένος από την πορεία που είχε πάρει η καριέρα του.
Αυτό οδήγησε σε ένα μαγνητοσκοπημένο κονσέρτο που αργότερα ονομάστηκε "'68 Comeback Special", μεταδόθηκε από το NBC στις 3 Δεκεμβρίου 1968 και αργότερα κυκλοφόρησε σε άλμπουμ από την RCA.
Αν και δεν είχε τον τεράστιο προϋπολογισμό των κινηματογραφικών του ταινιών, ο Πρίσλεϊ κατάφερε να βγάλει μέσα από αυτό μια παράσταση συναισθηματικού μεγαλείου, με ερμηνείες που τον έφερναν και πάλι πίσω στις ρίζες του ροκ εν ρολ. Απέφυγε να κάνει ένα απλό Χριστουγεννιάτικο σόου, όπως αρχικά αποσκοπούσε ο Τομ Πάρκερ. Η επιστροφή του 1968 ακολουθήθηκε από ζωντανές συναυλίες το 1969, αρχικά στο Λας Βέγκας και έπειτα σε ολόκληρη την έκταση των ΗΠΑ, με αριθμό-ρεκόρ θεατών στις περισσότερες από αυτές.
Παρ όλη την επιτυχία αυτών , ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για τον Έλβις, κατά την οποία απομακρύνθηκε από τα "ρεύματα" που εκείνη την εποχή είχαν παγιωθεί από τους Beatles και Rolling Stones. Πολλοί ήταν αυτοί που άσκησαν κριτική σε αυτήν την απομάκρυνση από τις ρίζες του.
Μετά από εφτά χρόνια μακρυά από τα τσαρτς, το τραγούδι του Πρίσλεϊ "Suspicious Minds" έφτασε στο νούμερο 1 του Αμερικανικού Billboard στις 1 Νοεμβρίου 1969.
Από το 1969 έως το 1971 θα κυριαρχήσει στις πωλήσεις δίσκων σε πολλές χώρες, με 20 συνεχόμενες επιτυχίες.
Μετά από μια δεκαετία κινηματογραφικών ταινιών, η δεκαετία του '70 σηματοδότησε την επιστροφή του καλλιτέχνη σε μια καθαρά μουσική καριέρα. Η αρχή έγινε με το σινγκλ "Kentucky Rain" το οποίο μόνο στις ΗΠΑ πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Ακολούθησε μια σειρά επιτυχημένων δίσκων και παραστάσεων, όπως τα "Elvis Country", "Love Letters", "That’s The Way It Is" κ.α.
Το 1973, η χρονιά ξεκίνησε με δύο παραστάσεις στη Χαβάη, μια από τις οποίες μεταδόθηκε ζωντανά σε όλο το κόσμο μέσω δορυφόρου και την παρακολούθησαν πάνω από 1 δισεκατομμύριο τηλεθεατές. Κυκλοφόρησε και σε άλμπουμ με την ονομασία "Aloha from Hawaii via Satellite".
Παρά τις επιτυχίες και ιδιαίτερα μετά το διαζύγιο του το 1973, ο Πρίσλεϊ άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα απόμακρος και να παίρνει συνεχώς βάρος, ενώ μάχονταν και από μια εξάρτηση στα φάρμακα με συνταγή, τα οποία είχαν μεγάλο αντίκτυπο στην εμφάνιση του αλλά και στην απόδοση του πάνω στη μουσική. Παρά τα όποια προβλήματα, ο Πρίσλεϊ συνέχισε τις συναυλίες και τα νέα άλμπουμ για τα επόμενα χρόνια.
Το 1977 βρήκε τον Πρίσλεϊ να μάχεται με τον εαυτό του, καθώς είχε μετατραπεί σε μια καρικατούρα αυτού που ήταν πριν μερικά χρόνια.
Πολλές συναυλίες δεν δόθηκαν καθόλου ενώ δεν ήταν λίγες αυτές στις οποίες το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν κάτω του μετρίου. Αντιμέτωπος με την πολύ κακή του υγεία, έκανε την τελευταία του ζωντανή εμφάνιση στην Ιντιανάπολις, στις 26 Ιουνίου 1977.
Στις 16 Αυγούστου 1977 στο Μέμφις του Τενεσί, ο Πρίσλεϊ βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα από τη μνηστή του Τζίντζερ Όλντεν, στο σπίτι του, την βίλα Γκρέις λαντ, στο Μέμφις του Τενεσί. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Baptist Memorial όπου και στις 3:30 μ.μ. ανακοινώθηκε ο θάνατος του.
Ο Πρίσλεϊ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 42 ετών.
Σε μια συνέντευξη τύπου που δόθηκε αργότερα, οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο θάνατος επήλθε από καρδιακή αρρυθμία η οποία προκλήθηκε από μεγάλη δόση φαρμάκων.

Η κηδεία του Πρίσλεϊ ήταν εθνικό γεγονός, ενώ την παρακολούθησαν εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι του, θαυμαστές και δημοσιογράφοι. Η ταφή του Πρίσλεϊ αρχικά έγινε στο νεκροταφείο του Φόρεστ Χιλ στο Μέμφις, δίπλα από τη μητέρα του, αλλά για λόγους ασφαλείας οι σωροί μεταφέρθηκαν στη Γκρέις λαντ. Μετά το θάνατο του άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φημολογίες, από τον τρόπο με τον οποίο πέθανε μέχρι και το αν βρίσκεται ακόμη στη ζωή.
Ο Πρίσλεϊ ήταν βαρύτονος με φωνή με πολυποίκιλα ηχοχρώματα. Κάλυπτε 2.3 οκτάβες, με πιο ιδανική για τον Πρίσλεϊ τη μεσαία οκτάβα. Η φωνή του θύμιζε σε πολλά αυτή των τραγουδιστών ρυθμικής μπλουζ και γκοσπελ, τα μουσικά βήματα των οποίων άλλωστε ακολούθησε και ο ίδιος.
Ακόμη και στη δεκαετία του '60, σε μια εποχή που ο ρατσισμός βρίσκονταν στο αποκορύφωμα του, ο Πρίσλεϊ πάντα έδειχνε την αγάπη του για την Αφρο-Αμερικάνικη μουσική και εξέφραζε αβίαστα το πόσα οφείλει σε καλλιτέχνες όπως οι B. B. King, Arthur Crudup, Τζάκι Γουίλσον, Ρόμπερτ Τζόνσον, Ivory Joe Hunter και Fats Domino.
Έως και τα μέσα του 20ού αιώνα, οι μαύροι καλλιτέχνες είχαν ελάχιστες πωλήσεις δίσκων, βγάζοντας μόνο τα προς το ζην. Άλλα απο τη στιγμή που ο Έλβις αγόρασε τη μουσική του Otis Blackwell και συνεργάστηκε με τον στιχουργό Κλοντ Ντιμίτριους, η μουσική βιομηχανία πέρασε σε μια νέα διάσταση.
Δεν ήταν λίγοι όμως αυτοί που κατηγόρησαν τον Πρίσλεϊ πως απλώς κλέβει την Αφρο-Αμερικανική μουσική. Σύμφωνα με τον καθηγητή Μάικλ Μπέρτλαντ του πανεπιστημίου του Τενεσί, ο Πρίσλεϊ δανείστηκε από τους μαύρους ακριβώς όσα δανείστηκε απο τους λευκούς και πως όσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο απλώς δεν γνωρίζουν τις πολλαπλές επιρροές που είχε. Ουσιαστικά, η εκκλησιαστική μουσική gospel ηταν μια απο τις κύριες επιρροές για τη μετέπειτα πορεία του Πρίσλεϊ και το κύριο θεμέλιο όλης της μουσικής του παιδείας.
Ο καλλιτέχνης είχε πολλούς φίλους, με τους οποίους συνήθιζε να περνά αρκετές ώρες. Η παρέα αυτή αποκαλούνταν πολλές φορές από τον τύπο σαν η «μαφία τους Μέμφις». Μερικοί εξ αυτών ήταν οι Sonny West, Red West, Μπιλ Σμιθ, Μάρτι Λάκερ και Lamar Fike.
Ένα άλλο κεφάλαιο ήταν οι άνθρωποι που είχαν επωμιστεί στις πλάτες τους την ασφάλεια του Πρίσλεϊ, Red και Sonny West καθώς και ο Ντέιβ Χέμπλερ, οι οποίοι έδειχναν πίστη και αγάπη προς το πρόσωπο του Πρίσλεϊ, ενώ δεν έλειπαν οι φορές που καλούνταν να το αποδείξουν έμπρακτα, ρισκάροντας την ίδια τους τη ζωή.
Ο Πρίσλεϊ, πέρα από τις σχέσεις που κατά καιρούς διατηρούσε, παντρεύτηκε τη Πρισίλα Μπολιέ (Priscilla Beaulieu) την 1 Μαΐου 1967. Ο Πρίσλεϊ γνωρίστηκε με την Πρισίλα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του στη Γερμανία. Εννιά μήνες μετά το γάμο τους, ο οποίος έγινε στις 1 Μαίου 1967, ήρθε στον κόσμο η μοναχοκόρη τους, Λίζα Μαρί (Lisa Marie) (1 Φεβρουαρίου 1968) η οποία σήμερα είναι τραγουδίστρια. Χώρισαν στις 23 Φεβρουαρίου 1972 και συμφώνησαν σε από κοινού επιμέλεια της κόρης τους.
Έξι μήνες μετά το χωρισμό με την Πρισίλα, ο Πρίσλεϊ γνώρισε την βασίλισσα της ομορφιάς Λίντα Τομσον αλλά η σχέση τους θα χαρακτηρίζονταν περισσότερο σαρκική παρά οτιδήποτε άλλο. Τελευταία σύντροφος του Πρίσλεϊ ήταν η Τζίντζερ Όλτεν η οποία έμελλε να είναι και αυτή που θα τον έβρισκε να έχει αφήσει την τελευταία του πνοή το 1977.
Η Γκρέϊσλαντ βρίσκεται στον αριθμό 3764 της λεωφόρου Έλβις Πρίσλεϊ, πάνω σε ένα λόφο του προαστίου Whitehaven του Μέμφις, 8 μίλια μακρυά από το κέντρο της πόλης.
Η κατοικία χτίστηκε αρχικά κατά τον Αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο (1861-1865) από τον εκδότη S.E. Toof, ενώ την μορφή που έχει σήμερα την πήρε το 1938 από τους τότε ιδιοκτήτες της Δόκτορ Τόμας και Ρούθ Μούρ.

Απο την κόρη του ζεύγους Ρούθ , Μαρί, πωλήθηκε αργότερα στον Έλβις Πρίσλεϊ το 1957 προς $102,500, ενώ σήμερα κατοικεί σε αυτήν η Λίζα Μαρί Πρίσλεϊ.
Ο Πρίσλεϊ και οι γονείς του έμειναν στη Γκρέϊσλαντ από το 1957 έως και το τέλος της ζωής τους, μαζί και με την γιαγιά του Έλβις, Μίνι Μέι, η οποία ξεπέρασε τους απογόνους της και έφυγε από τη ζωή στις 8 Μαΐου 1980.
Στη Γκρέϊσλαντ βρίσκονται θαμμένοι οι σωροί του Έλβις, της μητέρας του Γκλάντυς καθώς και της Μίνι Μέι.
Το 1957 ο Πρίσλεϊ ήταν ο πιο διάσημος καλλιτέχνης σε όλο τον κόσμο. Αυτό ενέπνευσε τραγουδιστές από πολλά μέρη του κόσμου να φτιάξουν τα δικά τους τραγούδια βασισμένα στη μουσική του Πρίσλεϊ.
Εν έτη 1959 εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Κλιφ Ρίτσαρντ, ο αποκαλούμενος και σαν "Βρετανός Έλβις" ενώ στη Γαλλία ο Τζόνι Χαλιντέι είχε τον τίτλο του "Έλβις της Γαλλίας". Παρόμοια συνέβη στην Ιταλία με τον Claude François και τον Bobby Solo. Όλοι τους ήταν φανερά επηρεασμένοι από τον νεαρό Πρίσλεϊ.
Την εποχή που άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους και οι πρώτες ταινίες του, πολλοί ήταν αυτοί που μιμήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο κινούνταν στη σκηνή ενώ όλο και περισσότεροι έφηβοι άρχισαν να υιοθετούν τον τρόπο με τον οποίο χτενιζόταν. Ένα μεγάλο κεφάλαιο έκανε την εμφάνιση του μετά το θάνατο του το 1977 και αυτό δεν ήταν άλλο απο πους μίμους, τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να τον μιμηθούν στα πάντα, από τη φωνή μέχρι την εμφάνιση του.
Πέρα από τα υπόλοιπα επιτεύγματα του Πρίσλεϊ, είναι και ένας από τους τέσσερις καλλιτέχνες (οι υπόλοιποι τρεις είναι οι Ρόι Όρμπινσον, Guns N' Roses και Nelly) που κατάφερε να έχει ανάμεσα στα πέντε καλύτερα δύο άλμπουμ του στο ίδιο chart. Έχει μπει στα Rock and Roll Hall of Fame, Country Music Hall of Fame και Gospel Music Hall of Fame.
Το 1993 η μορφή του Πρίσλεϊ έκανε την εμφάνιση της σε γραμματόσημο των Αμερικανικών ταχυδρομείων ενώ το σπίτι του στο Μέμφις έχει χαρακτηριστεί εθνικό μνημείο.

Πηγή: ishow.gr

Διώρυγα του Παναμά

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 15-08-2011 12:29:13 am | Αναδημοσίευση 15-08-2012 | από nskarmoutsos

Πατήστε εδώ

Σαν σήμερα στις 15 Αυγούστου 1914 έγινε ή πρώτη διέλευση (πέρασμα πλοίου) στη διώρυγα του Παναμά.

Ο πρώτος που πέρασε τη Διώρυγα του Παναμά, ήταν ο Έλληνας καπετάνιος Νικήτας Μαυράκης.

Ο καπετάν Νικήτας Μαυράκης έγραψε τη δική του σελίδα στη δεύτερη σημαντική φάση της ιστορίας του καναλιού. Ήταν στις 15 Αυγούστου του 1914, όταν οι Αμερικανοί με κάθε επισημότητα έκαναν τα εγκαίνια του καναλιού. Από δεκάδες υποψήφιους επιλέχθηκε ομόφωνα ο καπετάνιος Νικήτας Μαυράκης γεννημένος στην Κάσο το 1859.Όπως αναφέρουν τα ιστορικά αρχεία η επιλογή του έγινε όχι μόνο γιατί ήταν ο καλύτερος καπετάνιος αλλά και λόγω της προσωπικότητάς του η οποία τον έκανε ιδιαίτερα γνωστό την εποχή εκείνη στη χώρα. Έτσι το αμερικανικό SS Ancon  διέσχισε με επιτυχία το κανάλι και γράφτηκε στην ιστορία ως το πρώτο πλοίο που διέσχισε τη διώρυγα του Παναμά. Η μόνη ένσταση από την πλευρά των διοργανωτών ήταν ότι το όνομα του μοναδικού ικανού να πραγματοποιήσει με επιτυχία τέτοιο εγχείρημα δεν θα έπρεπε να παραπέμπει σε άλλη χώρα και έτσι άλλαξαν το όνομα του Νικήτα Μαυράκη σε John Constantine.

Η Διώρυγα του Παναμά είναι η δεύτερη σε ναυτιλιακή σπουδαιότητα, από την άποψη των θαλασσίων μεταφορών, στον κόσμο μετά τη Διώρυγα του Σουέζ. Με ανισοϋψείς δεξαμενές ενώνει την επί του Ατλαντικού βόρεια ακτή με εκείνη του Ειρηνικού ωκεανού, νότια. Έχει συνολικό μήκος 82 ν.μιλ. (περ. 151 χλμ), πλάτος 45 μ. και βάθος 11 μ. Η πρώτη διέλευση πλοίου έγινε στις 15 Αυγούστου 1914. Δυναμικότητα διέλευσης 50 πλοία ημερησίως. Τα πλοία καταβάλουν τέλη (δικαιώματα) βάσει της χωρητικότητας που έχουν (Panama canal tonnage)

 Ιστορία

Ήδη από το 1501, οι άνθρωποι ονειρεύονταν μια γέφυρα νερού που να ενώνει τον Ατλαντικό Ωκεανό με τον Ειρηνικό, μέσα από τον ισθμό του Παναμά. Η προσπάθεια διάνοιξης της διώρυγας είχε αρχίσει απ' τα πολύ παλιά χρόνια. Πολλοί επιχείρησαν την εκτέλεση του έργου, αλλά οι εδαφικές ανωμαλίες, η διαφορά της σταθμης μεταξύ των δύο Ωκεανών και της παλίρροιας καθώς ο κίτρινος πυρετός έκαναν την κατασκευή προβληματική, αν όχι αδύνατη. Το 1859, τελείωσε η σιδηροδρομική γραμμή που διέσχιζε τον Ισθμό, αφού στοίχισε όμως πολλές απογοητεύσεις, κόπους και έξοδα. Φαινόταν, λοιπόν, πως τα πλοία θα συνέχιζαν να κάνουν το γύρο του, Κέιπ Χορν (Νότια Αμερική) διαπλέοντας 8.000 μίλια παραπάνω. Παρόλα' αυτά, το 1876 οι Γάλλοι επιλέγουν και πάλι τον ισθμό του Παναμά σαν το ιδανικό μέρος για τη διάνοιξη της διώρυγας και ιδρύουν τη Διεθνή Εταιρεία της Ωκεάνιας Διώρυγας, που εξουσιοδοτεί και τη γαλλική εταιρεία «Λεσσέψ» που είχε ιδρύσει ο Φερδινάνδος  Λεσσέψ να αρχίσει τις εργασίες. Πράγματι, το 1881, αρχίζει η γαλλική προσπάθεια. Όμως οι τροπικοί πυρετοί προκαλούσαν τρομερές απώλειες ζωής στο εργατικό προσωπικό. Η κακή διαχείριση, η διαφθορά και η κλοπή οργίαζαν. Η προσπάθεια τερματίζεται άδοξα το 1888 με την πτώχευση της εταιρείας. Οι Γάλλοι εγκατέλειψαν το σχέδιο, αφήνοντας πίσω τους σκουριασμένα μηχανήματα και τάφους χιλιάδων εργατών.

Το 1904 η αμερικανική κυβέρνηση εξαγόρασε τα γαλλικά δικαιώματα και μια στενή λωρίδα γης, που είχε μήκος 50 μίλια και πλάτος 10 (η Ζώνη της Διώρυγας). Ο αρχίατρος Ουίλιαμ Κρόουφορντ Γκόργκας ανέλαβε να απαλλάξει τη Ζώνη της Διώρυγας από τις ακαθαρσίες και τις αρρώστιες, την ελονοσία και τον κίτρινο πυρετό, εξαιτίας των οποίων πέθαναν πολλοί εργάτες. Δημιουργήθηκε μια Επιτροπή για τη Διώρυγα, με πλήρη μηχανικά και διοικητικά δικαιώματα και η κατασκευή της άρχισε. Ο πρώτος αρχιμηχανικός Τζον Ουάλας παραιτήθηκε ύστερα από ένα χρόνο και ο διάδοχός του Τζον Στίβενς αποσύρθηκε το 1907.

Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Θεόδωρος Ρούσβελτ αντιλαμβανόταν πως αν επρόκειτο να κατασκευαστεί μία Διώρυγα του Παναμά, δεν έπρεπε να επαναληφθούν τα λάθη που είχαν διαπράξει οι Γάλλοι. Το 1907, η Επιτροπή Διώρυγας ανετέθη στο στράτευμα και ο συνταγματάρχης Τζορτζ Ουάσινγκτον Γκέταλς ανέλαβε τη διοίκηση. Το κανάλι δε θα γινόταν ένας κρίκος που θα ένωνε απ' ευθείας τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, όπως είχαν σχεδιάσει οι Γάλλοι, αλλά ένας υδάτινος διάδρομος, φραγμένος από ξηρά, κατασκευασμένος στη ψηλή ράχη του ισθμού. Από τον Ατλαντικό τα πλοία θα εισχωρούσαν μέσα σε μια διώρυγα του επιπέδου της θαλάσσης, μήκους 7 μιλίων. Τρία τεράστια φράγματα θα σήκωναν τα πλοία 26 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θαλάσσης στην πραγματική διώρυγα. Από εκεί θα ταξίδευαν ανεμπόδιστα 32 μίλια στη λίμνη Γκάτουν και θα περνούσαν μέσα από το Κουλέμπρα Κατ στα φράγματα του Ειρηνικού. Το Πέντρο Μιγκουέλ, το πρώτο φράγμα, θα χαμήλωνε τα πλοία 9 μέτρα στην τεχνητή λίμνη Μιραφλόρ, πλάτους 2 μιλίων. Έπειτα, άλλα δύο φράγματα θα χαμήλωναν τα υπόλοιπα 17 μέτρα στο κανάλι του επιπέδου της θάλασσας. Από κει και πέρα θα απέμεναν να διασχισθούν μόνο 8,5 μίλια (16 χιλιόμετρα) έως τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Αυτό ήταν το ηράκλειο έργο που αντιμετώπισε ο Γκέταλς. Τα κανάλια του επιπέδου της θάλασσας στις δύο άκρες του ισθμού ήταν εύκολη αποστολή, με σκάψιμο και βυθοκαθαρισμό. Όμως τα τεράστια φράγματα, με τις μεγάλες θαλάσσιες θύρες τους, εμφάνισαν πολλά περισσότερα προβλήματα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν το εσωτερικό κανάλι επειδή το ηπειρωτικό χώρισμα ήταν περίπου 26 μέτρα ψηλότερο από το προτεινόμενο επίπεδο ύψους του θαλάσσιου διαδρόμου. Οι λόφοι έπρεπε να κοπούν κάθετα σε μια έκταση 9 μιλίων (17 χιλιόμετρα) στο Κουλέμπρα Κατ. Πηγή υδάτων θα ήταν για το σκοπό αυτό ο ποταμός Τσάγκρες. Αυτός όμως ήταν πολύ χαμηλότερος από το προτεινόμενο επίπεδο των 26 μέτρων. Έτσι κατασκευάστηκε το Γκάτουν Νταμ. Στο Κουλέμπρα Κατ άνθρωποι και μηχανές έσκαψαν ένα βαθύ όρυγμα σε σχήμα V μέσα στο βουνό και ανασκάφτηκαν εκατομμύρια κυβικές γιάρδες χώμα και πέτρα, που το μεγαλύτερο μέρος τους μεταφέρθηκε στο Γκάτουν Νταμ. Την εποχή των βροχών υπήρχε ο κίνδυνος των κατολισθήσεων αλλά και των πλημμυρών του ποταμού Τσάγκρες.

Τα φράγματα έπρεπε να γίνουν αρκετά πλατιά ώστε να μπορούν να τα διαπλεύσουν και τα μεγαλύτερα πλοία του Ναυτικού Στόλου. Έτσι κατασκευάστηκαν με μήκος 304 μέτρα, πλάτος 33,5 μέτρων και το ύψος τους στα πλάγια ισούται με πολυκατοικία 6 ορόφων. Για να κατασκευαστεί το κανάλι του Παναμά χρειάστηκε να μετατοπιστεί χώμα σε μια ποσότητα που ανέρχεται συνολικά σε 240.000.000 τόνους. Η ποσότητα αυτή θα μπορούσε να σχηματίσει μία σειρά από 63 πυραμίδες, που η κάθε μία να έχει το ύψος της Μεγάλης Πυραμίδας της Αιγύπτου.

Τελικά, το έργο ολοκληρώθηκε. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1913, άνοιξαν τα φράγματα της λίμνης και το νερό εισχώρησε στο κανάλι. Άνοιξαν οι υδατοφράχτες και τα νερά του Ατλαντικού γέμισαν την πρώτη σύρτη. Πυκνά πλήθη από υπερήφανους εργάτες μαζί με τις οικογένειές τους ζητωκραύγασαν καθώς το πρώτο πλοίο, το ρυμουλκό "Γκέιταν", σημαιοστολισμένο μπήκε σφυρίζοντας μέσα στο φράγμα. Οι μηχανικοί και οι επίσημοι βρίσκονταν επάνω στο ρυμουλκό.

Ύστερα από ένα χρόνο, στις 15 Αυγούστου του 1914 η Διώρυγα παραδόθηκε στη διεθνή ναυσιπλοΐα. Μέχρι το 2000 βρισκόταν κάτω από την οικονομική εκμετάλλευση των ΗΠΑ, όποτε έληξε και η σύμβαση και παραδόθηκε στο κράτος του Παναμά.

Πατήστε ΕΔΩ για να δείτε λεπτομέρειες και τον τρόπο λειτουργίας της Διώρυγας.

Γιαννούλης Χαλεπάς

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 14-08-2014 12:08:50 am | από nskarmoutsos

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς (Πύργος Τήνου, 14 Αυγούστου 1851 – Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 1938) είναι ο πιο διακεκριμένος γλύπτης της νεότερης Ελλάδας, με μυθιστορηματική ζωή ανάμεσα στην τρέλα και τον θρίαμβο.

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης, και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.

Από το 1869 έως το 1872, μαθήτευσε στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Μόναχο, εξέθεσε τα έργα του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκε. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875.

Το 1876 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.

Τον χειμώνα του 1877 προς 1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ' επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Έτσι οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.

Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.

Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό εκείνη το κατέστρεφε.

Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.

Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεοτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα».

Το έργο του

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν και παραμένει μια κορυφαία μορφή στην νεότερη ελληνική Τέχνη. Τα έργα του — εκ των οποίων περισώθηκαν περίπου 150 — είναι κλασικά στην σύλληψή τους. Ωστόσο, κατά τον Στάντη Ρ. Αποστολίδη, η γεωμετρικότητα αυτών των έργων προϊδεάζει νεοτερικές τάσεις.

Εκείνο πάντως που μπορεί να εκτιμήσει και ο πιο ανίδεος παρατηρητής των γλυπτών του Χαλεπά είναι η εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων — είτε πρόκειται για έναν Σάτυρο, είτε για την Μήδεια με τα παιδιά της, είτε πρόκειται για την νεαρή Κοιμωμένη. Από αυτή την άποψη ο Χαλεπάς στέκεται ισάξιος ενός Ροντέν. Το έργο του "Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα" (1877)είναι φτιαγμένο από μάρμαρο ύψους 1,35 μ. και βρίσκεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη στην Αθήνα. Σ' αυτό το νεανικό έργο του ο Χαλεπάς συνδυάζει την παράδοση της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής με στοιχεία από το ρομαντισμό και το ρεαλισμό.

Από την άλλη πλευρά, αυτά που έλεγαν οι νεοτεριστές καλλιτέχνες και τεχνοκριτικοί του μεσοπολέμου — πως ήταν πρωτοπόρος σαν τον Πικάσο και τους κυβιστές και άλλα όμοια — μοιάζουν μάλλον υπερβολικά. Το γιατί ειπώθηκαν αυτές οι υπερβολές, θα πρέπει μάλλον να το αποδώσουμε στην προσπάθεια των νεοτεριστών να εδραιώσουν την δική τους στροφή προς την ψυχανάλυση, τον υπερρεαλισμό και όλες τις παρόμοιες καλλιτεχνικές τάσεις μέσα από το παράδειγμα του «αναρρώσαντος φρενοβλαβούς» Χαλεπά. Πάντως η νεοελληνική γλυπτική βρήκε την κορυφαία έκφρασή της στο έργο του Γιαννούλη Χαλεπά, που εξελίχτηκε αργότερα σε έναν εντελώς προσωπικό δημιουργό μοναδικής ποιότητας.

Πηγή: wikipedia

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ του «ανθρώπινου» στρατευμένου θεάτρου

Κατηγορία Σαν σήμερα | Αναρτήθηκε 14-08-2011 12:24:16 am | Αναδημοσίευση 14-08-2012 | από nskarmoutsos

 

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (γενν. ως Eugen Berthold Friedrich Brecht, 10 Φεβρουαρίου 1898 - 14 Αυγούστου 1956) ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του "επικού θεάτρου" (Episches Theater) στη Γερμανία.

Ο πατέρας του ήταν  καθολικός και μητέρα του προτεστάντισσα. Περιβάλλον μάλλον πνιγηρό για τον άνθρωπο που θα εξελιχθεί σε κορυφαίο δραματουργό και για πολλούς πατέρα του σύγχρονου θεάτρου. Θα σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και κατόπιν υπηρετεί ως νοσοκόμος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικό κείμενο. Η συλλογή ποιημάτων Hauspostille («Εγκόλπιο Ευσέβειας») θα είναι η πρώτη του για να ακολουθήσουν κι άλλες πολλές ποιητικές συλλογές και θεατρικά έργα και ο ίδιος να ονομαστεί ως ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς και δραματουργούς που έχουν υπάρξει.

«Ο πόλεμος με ξεσήκωσε», γράφει ο ίδιος. Το 1918 μία πολιτική αναταραχή στη Βαυαρία θα εμπνεύσει τον Μπέρτολτ Μπρεχτ... το αποτέλεσμα είναι το «Βάαλ», το πρώτο του θεατρικό έργο. Την ίδια περίοδο η κομουνιστική θεωρία του ασκεί μία ακατάσχετη έλξη. «Ήμουν είκοσι ετών όταν είδα τη λάμψη της μεγάλης πυρκαγιάς της Ρώσικης Επανάστασης», σημειώνει με ενθουσιασμό. Η συστηματική επαφή του πάντως με τον Κομμουνισμό ξεκινά το 1919.

Το 1922 παντρεύεται την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζόφ και ένα χρόνο μετά θα αποκτήσει την πρώτη κόρη, Ανν Χιόμπ. Ένα χρόνο αργότερα θα αρχίσει να φοιτά στην Μαρξιστική Εργατική Σχολή, όπου μελέτησε διαλεκτικό υλισμό και παράλληλα έπιασε την πρώτη του δουλειά ως βοηθός σκηνοθέτη στο Θέατρο του Βερολίνου. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία, το 1933, θα τον αναγκάσει να αυτοεξοριστεί. Τα έργα του και τα γραπτά του απαγορεύονται στη Γερμανία. Οι παραστάσεις διακόπτονται από την αστυνομία. Μέσω Πράγας και Βιέννης θα βρεθεί στη Δανία, τη Φιλανδία και από κει μέσω Ρωσίας στις ΗΠΑ. «Η πνευματική απομόνωση εδώ είναι τρομακτική» γράφει ο ίδιος για το διάστημα που έζησε στην Αμερική. Μετά το τέλος του πολέμου θα επιστρέψει για να εγκατασταθεί στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και γυναίκα της ζωής του που τόσα χρόνια τον ακολούθησε στην εξορία, Χέλενε Βάιγκελ.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έκανε μία από τις μεγαλύτερες τομές στο σύγχρονο θέατρο καθώς επιχείρησε να το απομακρύνει από τις μέχρι τότε συμβάσεις του θεάτρου της ψευδαίσθησης. Ο ίδιος διατύπωσε και εφάρμοσε στα έργα του τη θεωρία του «επικού θεάτρου» και εισήγαγε την τεχνική της αποστασιοποίησης υπενθυμίζοντας διαρκώς στον θεατή την ιστορική διάσταση των όσων συντελούνται στη σκηνή. Τα έργα του επαναστατικά, αντιεξουσιαστικά. Οι χαρακτήρες του ανθρώπινοι σχοινοβατούν ανάμεσα στην φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά τους, μέσα σε σενάρια που δεν αφήνουν εκτός τη διδαχή και τα μηνύματα.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία θα έρθει με τη διασκευή της «Όπερας των ζητιάνων». Διασκευασμένη ως «Η Όπερα της Πεντάρας» σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική του Κουρτ Βάιλ - μία «γροθιά» στην αστική τάξη του Βερολίνου - προκάλεσε τεράστια αίσθηση στην παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τα έργα του είχαν έντονη αντιμιλιταριστική χροιά. Με το αντι-πολεμικό έργο του «Ταμπούρλα μες τη Νύχτα» (1922) θα κερδίσει το Βραβείο Κλάιστ. Η μεγάλη αλλαγή θα συντελεστεί κατά τη διάρκεια της εξορίας όταν και θα γράψει τα σημαντικότερα έργα του. Η Μαρξιστική φιλοσοφία και η κομουνιστική θεωρία θα τον επηρεάσουν καθοριστικά. Θα στραφεί και θα υπηρετήσει το «διδακτικό και ανθρωπιστικό» θέατρο.

Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: «Η Ζωή του Γαλιλαίου» (1937-39), «Μάνα Κουράγιο» (1936-39), «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» (1935-41), «Τα Οράματα της Σιμόν Μασάρ» (1940-43), «Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»(1942-43), «Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής» (1944) και «Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία»(1943-45).

Η ποίηση αποτελεί μεγάλο κομμάτι του συγγραφικού του έργου καθώς ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έγραψε εκατοντάδες ποιήματα. Ανάμεσα στα πιο γνωστά: «Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε», «Εγκώμιο στη μάθηση», «Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου», «Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ», «Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου».

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.
Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.
Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε
μπροστά σας σ' άπλετο φως. Φρόντισαν
οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας
σε πέτρα. Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται
να μάθεις. Έτσι όπως είσαι
εσύ μπορείς να μείνεις.
Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί
όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,
τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς
τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.
Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους

(«Άκουσα πως τίποτα δεν θέλετε να μάθετε»)

Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς
που ο καιρός τους ήρθε
ποτέ δεν είναι πολύ αργά!
Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ
να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!
Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!
Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!
Μάθαινε, εξηντάχρονε!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Ψάξε για σχολείο, άστεγε!
Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!
Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!

(«Εγκώμιο στη μάθηση»)

Το 1955 ο Μπέρτολτ Μπρεχτ θα λάβει το Βραβείο Ειρήνης του Στάλιν. Ένα χρόνο αργότερα θα χάσει τη μάχη με το θάνατο. Στις 14 Αυγούστου του 1956 πεθαίνει από θρόμβωση της στεφανιαίας αρτηρίας της καρδιάς, στο Ανατολικό Βερολίνο.

Πηγή: tvx.gr

Προηγούμενες αναρτήσεις