Παράλιο Άστρος
logo: Το Άστρος της Θαλάσσης
Αναζήτηση Go

«Η Σταύρωση της Τασίας» του Χριστόφορου Νικολάου

Κατηγορία Ιστορία | Αναρτήθηκε 05-04-2018 10:34:35 am | από nskarmoutsos

(Φωτ. κοιμητήριο Παραλίου Άστρους)

Εισαγωγικό σημείωμα από «το Άστρος της θαλάσσης»: Το διήγημα του Χριστόφορου Νικολάου -φιλολογικό ψευδώνυμο «Γιορβάσιος»- από τη Περδικόβρυση, αναφέρεται σε ένα πραγματικό γεγονός που είχε συνταράξει τη κοινωνία του Παραλίου Άστρους, τη δολοφονία της Τασίας Μπισμπή από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής τον χειμώνα του 1942/43.

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ  ΤΗΣ ΤΑΣΙΑΣ

  « Πιο πέρα απ’ τους Ιταλούς1, απέναντι απ’ τους Ιταλούς…, μας έλεγε η Ευγενία όταν έμενε ακόμα στο Παράλιο και πηγαίναμε. Είναι οι Ιταλοί μια τοποθεσία πίσω απ’ το παλιό λιοτρίβι του Καλλίτση.

   -Γιατί την είπανε έτσι;

   -Εκεί σκοτώσανε τους Ιταλούς. Τους βάλανε πρώτα και σκάψανε το λάκκο τους και μετά τους ντουφεκάγανε και τους ρίνανε μέσα. Οι ντόπιοι πήγανε ύστερα και τους χώσανε.

   -Ποιοι τους σκοτώσανε, οι Γερμανοί;

   -Ξέρω γω καμάρι μου; Ο Θεός, πλερώσανε για το έγκλημα που κάνανε. Απορήγαμε όλοι, αφεντικά ήτανε, ότι θέλανε κάνανε, κάτσανε και τους σκοτώσανε; Ξέρω γω;

   …

   Χειμώνας 1942/43, ιταλική κατοχή. Η φουρά των καραμπινιέρων αλώνιζε, παίρνανε για πάρτη τους τα καλύτερα τρόφιμα που υπήρχανε, επιστρατεύανε τα αλογομούλαρα του κόσμου για τις ανάγκες του καταχτητή, ελέγχανε την παραγωγή, τις μετακινήσεις… Δύσκολη κατάσταση για την Πατρίδα κι ακόμα δεν είχαν έρθει τα χειρότερα.

   Πολιτισμένος όμως και ειρηνόφιλος λαός οι Ιταλοί, δεν φερνόντουσαν άσχημα στους κατοίκους της περιοχής. Θυμούνται μάλιστα οι γεροντότεροι ότι φροντίζανε τους ανήμπορους και αρρώστους, ιδιαίτερα τα παιδιά, με τρόφιμα και φάρμακα. Είχανε καλές σχέσεις με τις αρχές και συμβιώνανε ειρηνικά με τους Παραλιώτες. Οργανώνανε στις ταβέρνες βραδιές για την ψυχαγωγία τους, φροντίζανε για το καλό φαγητό τους, το πιοτό και τη μουσική. Ο Μενέλαος, την πρώτη φορά που τον πήρανε, έκανε το λάθος και έπαιξε την ΠΑΛΟΜΑ, την ΚΟΜΠΑΡΣΙΤΑ, την ΤΙΡΙΤΟΜΠΑ και άλλα τέτοια, δεν τον αφήνανε πια σε ησυχία. Τολμούσε να πει και όχι; Του προσφέρανε βέβαια το φαγητό, μεγάλη υπόθεση. Ένα βράδυ που φάγανε στιφάδο και σκούπιζε με ψωμί το πιάτο του τον ρωτήσανε,

   -Μπόνο, μπόνο;

   -Μπόνο!

   -Νιαρ, νιάρ!

   -Ας ήτανε και γαβ, γαβ!

   Καλούσανε και τις αρχές του τόπου, αρκετοί πηγαίνανε, η αλήθεια να λέγεται.  Διασκεδάζανε ως αργά, μεθάγανε, χορεύανε ευρωπαϊκούς  χορούς μεταξύ τους, τους λείπανε οι γυναίκες. Έχοντας την καζάρμα τους στο κέντρο του χωριού, απάνω στου Μπρεθέ, το υπόγειο ήτανε καταφύγιο, κάνανε τις βόλτες τους, τηράγανε τα κορίτσια που πηγαίνανε για καμιά δουλειά ή στις βρύσες για νερό αλλά μέχρις εκεί.

   Η Ευγενία, κοριτσόπουλο, όταν γυρίσανε το σούρουπο στο σπίτι απ’ τις ελιές που μαζεύανε και είδε ότι είχανε πάρει τ’  άλογα, έτρεξε να δει που τα πήγανε. Την είδε ο μπαρμπα Δήμος ο Κούβαλης και της έβαλε τις φωνές,

   -Που πας έτσι μωρή, τράβα και βάλε απάνω σου κουρέλια, μουτζούρωσε τα μούτρα σου!

   Όταν της εξήγησε, γύρισε στο σπίτι και δεν ξεμύτισε. Όλα τα κορίτσια φυλαγόντουσαν, τεμπιχιασμένα απ’ τους δικούς τους. 

   Η Τασία απ’ τον Αγιονικόλα, κορίτσαρος σαν τα κρύα νερά, πανέμορφη, έμενε όλο το χειμώνα στο Παράλιο, στου Γατόνη2 το σπίτι, είχανε συγγένεια. Μάζευε ελιές μεροκάματο για το λάδι της οικογένειας και καμιά δραχμούλα για την προίκα της. Είχε καλή παρέα, δύο Γατονίτσες στην ηλικία της πάνω κάτω. Δεν νοιάστηκε κανένας για την Τασία, δεν πονηρεύτηκε η ίδια, είχε και τον αέρα της ομορφάδας της, δεν προφυλάχτηκε. Την είχανε λιμπιστεί οι Ιταλοί κι ένα σούρουπο που πήγε για νερό στη βρύση, την παρακολουθήσανε κατά πού μένει.

   Το ίδιο βράδυ, βράδυ μαύρο κι άραχλο, πήγανε οι καραμπινιέροι στη γειτονιά και ψάχνανε για το κορίτσι. Μπήκανε στου Κοκκινιά,

   -Μαντάμα, πίκολα;

   -Να μαντάμα, πίκολα, ύπνο, λέει ο Γιάννης και τους δείχνει τη στρωματσάδα.

   Αντεσηκώσανε αυτοί τη μαντανία, βαρέσανε με το φακό τους, είδανε τη Γιαννού με τα παιδιά, η Ευγενία να μισοκρύβει το πρόσωπό της και φύγανε. Άλλη γυρεύανε.

   Θορυβηθήκανε στη γειτονιά, αμπαρώσανε πορτοπαράθυρα και καθόντουσαν σε αναμμένα κάρβουνα. Μπήκανε με βία στου Γατόνη. Τα κορίτσια του προλάβανε και βγήκανε απ’ την πίσω πόρτα, πηδήσανε στην αυλή και τρέξανε κρυφτήκανε στου Σουρλίγκα. Πιάσανε την  Τασία, θέλανε να την πάρουνε, αντιστάθηκε το κορίτσι, πάλεψε, ακούστηκε πυροβολισμός.

   Βγήκε στο δρόμο η Τασία κρατώντας την κοιλιά της και φωνάζοντας, βάρεσε την πρώτη πόρτα,

   -Θεια Καλομοίρα, μπάρμπα Κώστα, βοηθήστε με, με σκοτώσανε…

  -Τι να σου κάνω κορίτσι μου, κινδυνεύουν τα δικά μου παιδιά…, ακούστηκε από μέσα.

   Τρεκλίζει ως πάρα κάτω η Τασία και φωνάζει μ’ όση δύναμη της απόμενε,

   -Θεια Μαγδάλω, σώστε με, πεθαίνω…

    Μισάνοιξε η πόρτα της Μαγδάλως,

   -Κακό πόπαθα, το φάγανε το κορίτσι, τι να σου κάνω καμάρι μου…

   Λίγα μέτρα ακόμα  κι έπεσε η Τασία, βάφτηκε κόκκινο το χώμα… Άκρα του τάφου σιωπή, οι καραμπινιέροι χαθήκανε, αναθάρρησε ο κόσμος, βγήκανε και το μαζέψανε το κορίτσι, να τρέξουνε να το σώσουνε. Μαζευτήκανε στον Ατσίγγανο  όλοι οι άντρες του χωριού. Να το πάνε πού και πώς; Νύχτα, απόπλου απ’ το λιμάνι δεν αφήνανε οι Ιταλοί, το Ναύπλιο το ελέγχανε οι Γερμανοί. Απ’ τον καρόδρομο; Το βάλανε σε μια μπενζίνα να πάει γιαλό γιαλό,  δεν πήγε μακριά, γύρισε πίσω με το ξεψυχισμένο  σώμα της Τασίας.

   Την πήγανε στου Μπακούρη, απέναντι  στου Νέστορα, στη μεγάλη σάλα που είχε το σπίτι. Στον όροφο τότε ήτανε Δημόσιες Υπηρεσίες. Μαζεύτηκε όλο το χωριό. Οι γυναίκες  την περιποιηθήκανε, τη στολίσανε, την κλάψανε, την τραγουδήσανε…, κράτησε όλη νύχτα η γιορτή.

   Ξημέρωνε τ’ αγιο Χαραλάμπου, θυμάται η Ευγενία, και  η φιλενάδα μου η Κατίνα του Χουτόπουλου είχε φτιάξει μελομακάρονα, θα πηγαίναμε στο πανηγύρι στα Τσερένια. Έγινε όμως το φονικό. Πεταγόμαστε λέει δίπλα, τρώγαμε ένα δύο να σώσουμε την πείνα μας και πάλι στην Τασία… Έλαμπε, σαν άγγελος.

   Που ξημέρωσε την κηδέψανε. Όλο το χωριό, κανένας δικός της, ποιος να ειδοποιήσει και πού να προκάνουνε νά ‘ρθούνε οι ανθρώποι. Στο νεκροταφείο που φτάσανε, πού βρεθήκανε τόσα όπλα και πυρομαχικά, εσείστηκε ο τόπος απ’ το ντουφεκίδι, γάμος, αποχαιρετισμός  και τιμή  στην Τασία.

   Ο πολιτισμένος και ειρηνόφιλος καταχτητής είχε λουφάξει, κρύφτηκε απ’ το πρόσωπο της γης. Της Μάνας γης που αγκάλιασε με θέρμη το κορίτσι της, την όμορφη Τασία.

   …

   Της γης που, πάντοτε γαλαντόμα, οικουμενική και φιλόξενη, ύστερ’ από λίγο αγκάλιασε και τους Ιταλούς.»

                                                                      Γενάρης 2012, Μάρτης 2018, Γιορβάσιος.

Γλωσσάρι

1Ιταλοί = είναι περιοχή 300 μέτρα νότια από το Παράλιο Άστρος

2Γατόνη = προσωνύμιο, το σπίτι σήμερα έχει αλλάξει ιδιοκτησιακό καθεστώς και βρίσκεται εδώ