Β. Μαρκεζίνης: Βρισκόμαστε Μπροστά σε Παζλ Πολλαπλών Κρίσεων!(Μέρος Δεύτερο).

        


Β. Μαρκεζίνης: Βρισκόμαστε Μπροστά σε Παζλ Πολλαπλών Κρίσεων!(Μέρος Δεύτερο).


Και για τα Εξωτερικά έχετε την ίδια απαισιοδοξία;

Αναμφισβήτητα «ναι». Και μάλιστα για δύο λόγους που συναντούμε και στην οικονομική διαχείριση. Εξηγούμαι.

Πρώτον, παρατηρούμε αποδοχή των πρωθυπουργικών επιθυμίων, χωρίς καν μια στοιχειώδη επαγγελματική συζήτηση με εδικούς εκφράζοντες ελευθέρως τις απόψεις των. Τονίζω, «πρωθυπουργικών» μια και αν κρίνομε από την προσωπικότητα και το γνωστό έργο του μέχρι πρόσφατα Υπουργού – ο νεός, τουλάχιστον, έχει και προσόντα και διεθνή εμπειρία – γνωρίζομε ότι τύποις μόνο είχε τον τίτλο και ότι στη πράξη ήταν «επιτηρητής» του Υπουργείου. Έτσι, όλες οι πληροφορίες, που φτάνουν στ αυτιά μου, επιβεβαιώνουν ότι οι πρέσβεις – από του Γενικού Γραμματέως και κάτω – οι οποίοι δεν θέλουν να βρεθούν εκτός κυκλώματος, αμέσως υποτάσσονται στον άκρατο κομματισμό, που εδώ και χρόνια έχει χωρίσει το υπουργείο σε «υμετέρους» και «αγνοουμένους» (ή και διωκομένους).

Δεύτερον, υπάρχουν περιπτώσεις, όπου φαίνεται, ότι αποφεύγεται η γνώμη της νομικής υπηρεσίας, ιδίως αν αναμένεται ότι δεν θα δώσει στους πολιτικοποιημένους υπαλλήλους την νομική συμβουλή που θέλουν να ακούσουν τα πολιτικά αφεντικά τους. Αν η νομική υπηρεσία παραμερισθεί
de factο, συμβουλή μπορεί να κληθεί να δώση άλλη («συγγενής») Διεύθυνση. Αλλά αν και αυτή δεν δώσει την επιθυμητή απάντηση, το κείμενο της θα «χαθεί» μέσα στο Υπουργείο, έστω και όταν ακόμη η εν λόγω απάντηση λεπτομερώς εξηγεί τους κινδύνους που κρύβει μια πρωτοβουλία για το εθνικό συμφέρον. Και αυτό το τελευταίο δεν είναι θεωρητικό παράδειγμα, μια και ζήσαμε κάτι τέτοιο προ ενός περίπου χρόνου.

Και χάριν σχετικής πληρότητος αναφέρω, τέλος, και την εξαιρετική συναινετικότητα του υπουργείου – που μερικοί θα λέγανε φτάνει να ομοιάζει με υποτακτικότητα – στις επιθυμίες ξένων δυνάμεων. Αυτή βεβαίως συνδέεται με μακρά παράδοση που ξεκινάει από την ψυχροπολεμική περίοδο, αλλά, σήμερα, εκπηγάζει κυρίως από την πεποίθηση του (ή της) Υπουργού, ότι η διατήρηση καλών σχέσεων με μιά φούχτα ξένων πρέσβεων στην Αθήνα μπορεί να είναι «χρήσιμη» … στον ίδιο ή την ίδια!

Όλ’ αυτά τα παραδείγματα, τα οποία στηρίζονται όχι σε υποθέσεις αλλά σε πληροφορίες ή γνώσεις, που προέρχονται από μια ολόκληρη ζωή στην πολτική, εξηγούν την Ελληνική εξωτερική πολιτική των τελευταίων δέκα ετών, μια πολιτική που μόνο μικρές αναλαμπές σαν το «Βουκουρέστι» μπορεί να επιδείξει. Αλλά που και αυτές δεν τις οφείλομε στο Υπουργείο των Εξωτερικών ή τους διπλωμάτες, μια και για το τι έγινε στο Βουκουρέστι οι διπλωμάτες αιφνιδιάσθηκαν όσο και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι, δεδομένου ότι η καίρια κίνηση ήλθε από το πρωθυπουργικό χέρι και κρατήθηκε μυστική μέχρι το τέλος. Μένομε, λοιπόν, με το λυπηρό συμπέρασμα, ότι η εξωτερική πολιτική μιας ολόκληρης δεκαετίας πιθανώς να κερδίζει τον τίτλο της πιο «μαύρης» περιόδου της διπλωματικής μας ιστορίας.

Απαγγέλλω το αυστηρό αυτό κατηγορητήριο, γιατί τα «διπλωματικά» χαρακτηριστικά, που περιέγραψα ανωτέρω δεν είναι μόνο άκρως υποτιμητικά για τους επαγγελματίες διπλωμάτες, αλλά και γιατί είχαν και ως συνέπεια να ενισχύσουν -και όχι να φρενάρουν, ως οφείλαμε να κάνουμε- την συνεχιζόμενη αύξηση του τουρκικού επεκτατισμού αλλά και της τουρκικής θρασύτητος εις βάρος μας. Με άλλα λόγια, ο τρόπος διαμοφώσεως του εξωτερικού δόγματος της Χώρας δεν ήταν μόνο αυστηρά κομματοποιημένος αλλά και βλαβερός για την Χώρα.

Βεβαίως, δεν σας κρύβω, ότι με ευχαριστεί το γεγονός, ότι τελευταία η Τουρκία αποκαλύπτεται – σε μας αλλά και στους Αγγλοσάξωνες πάτρονές της – ως αδίστακτη, επεκτατική, και κομπλεξαρισμένη χώρα έναντι της Ευρώπης, αποδεικνύοντας στους εύπιστους συμπατριώτες μας, πόσο λάθος είχαν οι Αμερικανο-Τουρκόφιλοι «επιστήμονες» που περιτριγυρίζουν το Υπουργείο των Εξωτερικών και προσπαθούν μαζί του να μας πείσουν, ότι οι Τούρκοι ήσαν πάντα «ανεκτικά» αφεντικά και, ούτως ή άλλώς, έχουν αλλάξει. Επιτέλους, η αλήθεια αρχίζει να διαφαίνεται παρά τις «βαθυστόχαστες» τηλεοπτικές σαπουνόπερες, τις οποίες οι γείτονες χρησιμοποιούν ως «υποσυνείδητη προπαγάνδα», αντιλαμβανόμενοι σε τι χαμηλό διανοητικό επίπεδο έχουν κατεβάσει οι τρεις ή τέσσαρες τελευταίες κυβερνήσεις την σκέψη μας, όσον αφορά στα εθνικά μας συμφέροντα.

Αδράνεια και υποτακτικότης, λοιπόν, αποτελούν τους κύριους πυλώνες της εξωτερικής πολιτικής με την (φρούδα) ελπίδα, ότι η Τουρκία μπορεί να εξευρωπαϊσθεί κάποτε και, ίσως ακόμη, να ανταποδόσει την αμέριστη υποστήρηξη που της δίνουμε από το 1999, έστω κι αν αυτό σημαίνει, ότι δεν ασκούμε τα κυριαρχικά μας δικαίωματα ή, θα μπορούσαν να ισχυρισθούν μερικοί, και τα παραδίδομε όχι απλώς αμαχητί αλλά χωρίς καν παζάρι.

Βεβαίως, οι τελευταίες εβδόμαδες περιέχουν μερικές ασθενείς ενδείξεις περί του αντιθέτου, ίσως γιατί οι δύο (νέοι) αρμόδιοι υπουργοί δείχνουν αυξημένη ευαισθησία στο τι γίνεται, ή μπορεί να γίνει, στον Ισραηλινο-Κυπριακό τομέα. Οι ενδείξεις, όμως, παραμένουν ακόμη «ασθενείς», κυρίως δεδομένου του πρωθυπουργικού «κομπλέξ» έναντι της Τουρκίας. Ο μόνος τρόπος για να «καταπιεσθεί» αυτό το κομπλέξ – που πηγάζει πιθανώς από το γεγονός, ότι η πολιτική που καταρρέει ήταν δική του εφεύρεση- είναι αν μεταβληθούν τα Αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή και αυτά ενθαρρύνουν – προς ίδιον όφελος – μια πιο τολμηρή αντίθεση προς την γείτονα.

Μέχρις στιγμής, όμως, όλα τα ανωτέρω δεν είναι μόνο λάθη, που δικαιολογούν στους Τούρκους την εντύπωση, ότι είμεθα πτωχευμένοι, διχασμένοι, ψυχολογικά εξουθενωμένοι. Είναι λάθη, τα οποία δικαιολογούν απόλυτα και την πεποίθηση, ότι η ώρα πλησιάζει, αφού μας αναγκάσουν σε υπερβολικές παραχωρήσεις στο Αιγαίο, να στρέψουν την προσοχή τους στην Ελληνική Θράκη και μια μέρα να την καταστήσουν ανεξάρτητο μουσουλμανικό κρατίδιο στα πρότυπα του Κοσυφοπεδίου ή της ΦΥΡΟΜ.

Για μένα, όμως, μια τέτοια εξέλιξη, όχι μόνο πρέπει να πολεμηθεί δι‘ όλων των μέσων, αλλά και να συνοδευθεί από την προειδοποίηση, ότι οι ημέρες πολιτικής, αν όχι και ποινικής, ευθύνης πλησίαζουν και ίσως, μάλιστα, όχι μόνο για τους πολιτικούς υπευθύνους, αλλά και για μια δωδεκάδα περίπου συνυπεύθυνους υπαλλήλους και μυστικο-συμβούλους του Υπουργείου των Εξωτερικών και του Πρωθυπουργού.

Προτού, όμως, φτάσομε σαυτό το στάδιο ίσως, ως πρώτο βήμα, πρέπει να είναι κάποιος τρόπος να καταστήσει ευρύτερα γνωστά τα ονόματα των σημαντικών αυτών παρασκηνιακών συμβούλων που συμμετέχουν στην εφαρμογή αυτής της θλιβερής εξωτερικής πολιτικής. Γιατί καιρός είναι να τρομάξομε μερικούς «σήμερα», ερευνήσομε μεθοδικά «αύριο» τι έπραξαν, και αν αυτές οι έρευνες δικαιολογούν περαιτέρω δικαστικές ενέργειες, ας προχωρήσομε αναλόγως ώστε να εδραιώσουμε μια απόλυτα έννομη και εθνική συμπεριφορά για το «μεθαύριο».

Μόνο έτσι θα μάθουμε – ίσως – και πόσο αυτοί οι σύμβουλοι αμείφθησαν για τις υπηρεσίες των, από πού προέρχονται αυτά τα χρήματα, και αν οι παραλήπτες τους πληρώνουν τον αρμόζοντα φόρο. Και αν μας απαντήσει κανείς, ότι πολλά από αυτά τα ερωτήματα θα παραμείνουν αναπάντητα, λόγω των χαρακτηριστικών, που παρουσιάζουν τα «αμαρτωλά» και συνεχώς – φαντάζεται κανείς κρίνων από ενδείξεις – καταχρώμενα «μυστικά κονδύλια», τολμώ να προβλέψω ότι πλησιάζει η στιγμή όπου μερικοί από τους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν διαχειρισθεί επί καθημερινής βάσης τα μυστικά κονδύλια για διαδοχικές κυβερνήσεις θα βρουν «ευφυείς τρόπους» να συνδράμουν στη δικαστική αποκάλυψη των σκανδάλων και γενικώτερα να ανταποκριθούν στην μάχη που δίδω (εγώ και άλλοι) για περισσότερη πραγματική διαφάνεια στον τομέα των κρατικοδίαιτων ιδρυμάτων, ΜΚΟ, και μυστικά αμειβομένων συμβούλων. Γιατί, όσο και αν έχει διαβρωθεί η πολιτική και δημοσιουπαλληλική ζωή, θέλω να πιστέυω ότι υπάρχουν ακόμη πολλοί τίμιοι πατριώτες, που υπηρετούν αυτή την στιγμή το κράτος και που στη κρίσιμη στιγμή θα βοηθήσουν την εξυγίανση.


Ποιά είναι η γνώμη σας για την τάση φιλελευθεροποιήσεως που βλέπομε να εμφανίζεται στην Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή και που καμμιά φορά αποκαλείται «Η Αραβική Άνοιξη»;

Το ερώτημα σας είναι ενδιαφέρον, αλλ’ εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθεί σε μικρό σχετικά χώρο και υπό μορφή μίας συνολικής απαντήσεως. Θα προτιμούσα, λοιπόν, ν’ αρχίσω με μερικές επιγραμματικά διατυπωμένες σκέψεις και μετά πάμε την συζήτηση ένα βήμα πιο πέρα.

Πρώτον, η φράση «Αραβική Άνοιξη» είναι και επιγραμματική και αισιόδοξη. Και για τους δύο αυτούς λόγους είναι όμως, αν όχι εσφαλμένη, σίγουρα πρόωρη και υπερ-απλουστευτική.

Η φράση παραείναι αισιόδοξη γιατί, αν και η κατάσταση είναι σχετικά ήρεμη στην Τυνησία και στις δυτικότερα αυτής χώρες, είναι πολύ νωρίς να αισθανόμεθα σίγουροι για το πώς θα εξελιχθεί στην Αίγυπτο, στην Συρία και την Ιορδανία.

Περαιτέρω, η φράση πάσχει από το ότι είναι υπεραπλουστευτική. Τούτο, όπως υπαινίχθηκα, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν κάνει σαφείς διαχωρισμούς μεταξύ των διαφόρων χωρών, που παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικούς κινδύνους και, ως εκ τούτου, έχουν διαφορετικές προοπτικές.

Δεύτερον, οι πιο επικίνδυνες και απρόβλεπτες καταστάσεις βρίσκονται στο Μπαχρέιν, στην Υεμένη και στην Σαουδική Αραβία (που σπάνια συζητείται σε λεπτομέρια, αλλά που παραμένει το πιο ευαίσθητο σημείο του παζλ).

Τρίτο, σ’ αυτές τις χώρες, αλλά και στη Συρία, η διαμάχη δεν αφορά στην επικράτηση δημοκρατικώτερων τάσεων και ομάδων αλλά αντιπροσωπεύει μια μάχη «μέσω αντιπροσώπων» (
proxy war
) μεταξύ της Αμερικής και του Δυτικού κόσμου αφενός, και του Ιράν αφετέρου. Για να το πούμε αλλοιώς: ο Ιρανικός κίνδυνος έχει μεταστραφεί τελευταία από «κίνδυνο πυρηνικών εξοπλισμών» σε «κίνδυνο επεκτάσεως της Ιρανικής σφαίρας επιρροής» σε όλη την Μέση Ανατολή με κύριο στόχο την αποσταθεροποίηση της Σαουδικής Αραβίας. Η μάχη που δίδεται στη Συρία αυτή την στιγμή αποτελεί προέκταση αυτού του φαινομένου.

Τέταρτο, η εξάπλωση της Ιρανικής επιρροής στην περιοχή θα μεγαλώσει ανάλογα με το πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα στο Ιράκ. Εδώ, είτε παρατείνουν την στρατιωτική παραμόνη τους οι Αμερικανοί πέραν του τέλους του έτους, με μεγάλες δυνάμεις είτε διατηρήσουν συμβολική μόνο παρουσία μερικών χιλιάδων ανδρών, βέβαιο είναι ότι θα χάσουν. Γιατί μια τέτοια παράταση παραμονής στο Ιράκ, ίδιως σε προ-εκλογική για την Αμερική περίοδο, θα βλάψει τον Πρόεδρο Ομπάμα αλλά ούτε και θα μπορέσει στρατιωτικά να σταματήσει την αύξηση βίαιων επεισοδίων στη χώρα. Αντιθέτως, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιταχύνει την διάσπαση αυτής της χώρας και, με την σειρά του, να προκαλέσει Τουρκική επίθεση ή και προσάρτηση μέρους τουλάχιστον του Κουρδικού τμήματος της χώρας. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι οι τουρκικοί βομβαρδισμοί στο Βόρειο Ιράκ ειναι πλεόν καθημερινό φαινόμενο.

Πέμπτο, άγνωστο παραμένει το αποτέλεσμα, που θα έχουν όλες αυτές οι διαφορετικές συρράξεις πάνω στο Ισραήλ. Επί του παρόντος, αρκεί κανείς να πει ότι η χώρα αυτή αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να μεταβληθεί άρδην η γεωστρατηγική κατάσταση της περιοχής, που επι δεκαετίες της επέτρεπε να υπολογίζει στην ανεκτικότητα αν όχι και βοήθεια της Αιγύπτου, την παθητική στάση της Ιορδανίας και σ’ ένα αβέβαιο αλλά σχετικά ελεγχόμενο καθεστώς στην Συρία (εξαιρουμένης, βεβαίως, της δραστηριότητας της Χεζμπολάχ). Όλα αυτά τα προβλήματα υπάρχουν παράλληλα με το άλυτο Παλαιστινιακό πρόβλημα.


Χρήσιμα και ενδιαφέροντα όλ’ αυτά, αλλά, όπως είπατε, πρέπει να τα δούμε και από Ελληνικής σκοπιάς. Ή, για να το πω αλλοιώς, πώς όλ’ αυτά πως μεταφράζονται στην Ελληνική πραγματικότητα;

Για να απαντήσομε σωστά σ’ αυτή την ερώτηση, νομίζω ότι πρέπει πρώτα απ’ όλα να δούμε πώς αυτές οι εξελίξεις επηρέασαν τις θέσεις και τις δυνατότητες δύο χωρών, που σχετίζονται με το μέλλον μας. Η πρώτη είναι η Αμερική, η δεύτερη είναι η Τουρκία.

Αμερική

Εκ πρώτης (μόνο) όψεως η Αμερική βγαίνει κερδισμένη απ’ αυτή την έκρηξη των κρίσεων στη Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή. Έτσι βλέπει το παλιό της εχθρό, τον Συνταγματάρχη Καντάφι, να οδεύει πρός το τέλος του. Ελπίζει, χωρίς όμως και να είναι βέβαιη, ότι η ίδια τύχη αναμένει τον Πρόεδρο Άσσαντ της Συρίας. Μέχρις στιγμής πέρασε ομαλά την κρίση της Αιγύπτου. Παρά τους ελλοχεύοντες κινδύνους, ελπίζει, ότι και η Σαουδική Αραβία έχει μπει, έστω και με αργότερους ρυθμούς, στον δρόμο της εκδημοκρατικοποιήσεως. Οι σχέσεις της με την Ρωσία και την Τουρκία της δίδουν ελπίδες, ότι μπορεί να κουμαντάρει το Ιράν μέχρις ότου – ελπίζει – και αυτό καταρρεύσει εκ των έσω. Η Ιορδανία δείχνει, ότι απέφυγε – προς το παρόν – ανοικτή κρίση χάρη στις έγκαιρες πολιτικές αντιδράσεις του Βασιλέως της. Η Αμερική, επίσης, πιστεύει ότι κατόρθωσε ακόμη και το Ισραήλ να μισο-τιθασσεύσει, χωρίς βεβαίως, ακόμη να το έχει πείσει να κάνει σοβαρά βήματα μπροστά στο θέμα της ειρήνης με τους Παλαιστινίους. Όλ’ αυτά καθόν χρόνο η αποχώρηση από το Αφγανιστάν έχει γίνει δεκτή στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς κανείς να ομιλεί ανοικτά περί νέου Βιετνάμ. Αν δεν ήταν για τα απίστευτα οικονομικά χάλια, που πολλαπλοί πόλεμοι και η εσωτερική απληστία των Αμερικανικών στρατιωτικών και οικονομικών κατεστημένων, ο χαρισματικός Πρόεδρος των ΗΠΑ θα είχε κάθε λόγο να προσβλέπει στις επερχόμενες εκλογές με αισιοδοξία. Και, όμως, τα πράγματα δεν είναι όσο ρόδινα υποδηλοί η ανωτέρω εικόνα.

Βεβαίως τον Καντάφι – ξεχνώντας ανθρωπιστικές αρχές που επικαλούνται επιλεκτικά μόνον οπότε τους βολεύει – Άγγλοι και Αμερικανοί τον έβγαλαν από την απομόνωση, που είχε περιπέσει λόγω των οπλισμών μαζικής καταστροφής που είχε. Η δημόσια εξήγηση που δόθηκε ήταν, ότι «λογικεύθηκε» και δέχθηκε να καταστρέψει τα όπλα του. Ο πραγματικός λόγος ήταν ο συνηθισμένος: η οικονομική λαιμαργία των πετρελαϊκών εταιρειών – πρωτίστως της Β
P.
Η εκκεντρική βαρβαρότης του δεσπότη ουδόλως θα επανήρχετο στην προσοχή του κοινού, αν δεν εξαπλωνόταν αναπάντεχα και στην χώρα του η γενική αναταραχή που ξέσπασε σ’ όλη την Βόρεια Αφρική, αιφνιδιάζοντας – ως πάντα συμβαίνει – τις καλοπληρωμένες αλλά όχι καλά πληροφορημένες κατασκοπευτικές υπηρεσίες των Δυτικών δυνάμεων.

Η Δύση έπρεπε να αντιδράσει, αλλά με τι αφορμή; Οι αδίστακτες αντιδημοκρατικές τάσεις του Καντάφι έπρεπε να ξανα-ανασυρθούν στην επιφάνεια, και μια και η Αμερική δεν είχε πλέον την δύναμη – οικονομική και ψυχική – να αναλάβει την ηγεσία του ιδιότυπου πολέμου, το ΝΑΤΟ και ο αναζητών διεθνή ρόλο και θαυμασμό Πρόεδρος Σαρκοζύ, ανέλαβαν το δαπανηρό (στρατιωτικά και διπλωματικά) έργο να ανατρέψουν τον βάρβαρο δεσπότη. Η στρατιωτική νίκη σε βάρος του … βεδουίνου που ζούσε σε μια τέντα χρειάσθηκε καιρό, αλλά δεν μπορούσε παρά να ήταν, στο τέλος, αναπόφευκτη. Κατάντια όλ’ αυτά βέβαια, αλλά έπρεπε να γίνουν, ώστε η Δύση να βρεθεί στο πλευρό «των καλών» και, ταυτόχρονα, να μη χάσει το ποιοτικά εξαίρετο Λιβυκό πετρέλαιο! Πάλι, όμως, η σκέψη των Δυτικών περιορίσθηκε κυρίως στην πρώτη κίνηση. Την αβεβαιότητα του τι θα ακολουθήσει την πτώση του «διεφθαρμένου» δικτάτορα, δεδομένου ότι η χώρα του είναι πολλαπλώς διαιρεμένη, θα έπρεπε να αυτοσχεσιασθεί μετά. Μόλις τώρα, λοιπόν, αρχίζουν να σκέπτονται αυτά τα προβλήματα οι ανιδιοτελείς νικητές, και οι σοφώτεροι μεταξύ αυτών να διερωτώνται – ορθώς – πώς θα τελείωσει αυτή η περιπέτεια.

Η ίδια, αλλά σε έκταση πιο μεγάλη, ανησυχία ισχύει και για την Αίγυπτο, όπου το Αμερικανικό κατεστημένο παρακολούθησε και εδώ με αναποφασιστικότητα το αιγυπτιακό στρατιωτικό καθεστώς να οργανώνει έντεχνα μια δήθεν … λαϊκή επανάσταση. Οι λαοί, όπως παντού στον κόσμο, είναι καλοί και άρα αθώοι. Έτσι και σ’ αυτή την περίπτωση δεν κατάλαβαν πόσο άλλοι τους χρησιμοποίησαν για τους δικούς των σκοπούς. Εξ ίσου ενδιαφέρον είναι το γεγονός, ότι σχεδόν κανείς στον διεθνή τύπο δεν σχολίασε πόσο μικρό ποσοστό του συνόλου του Αιγυπτιακού λαού βγήκε πράγματι στους δρόμους.

Όλ’ αυτά δείχνουν, ότι η κρίση δεν πέρασε, ότι ο λαός δεν ηρέμησε, ότι το μουσουλμανικό στοιχείο παραμένει ισχυρό στην Αίγυπτο, ιδίως στον Νότο. Ούτε αποδεικνύουν αυτά τα γεγονότα, ότι ο στρατός δεν θα κάνει μια μέρα ο ίδιος απότομη στροφή προς ισλαμικές τοποθετήσεις για να διασώσει τα δικά του προνόμια. Κοντολογίς, είμεθα στην αρχή της δεύτερης πράξης αυτής της τραγωδίας και μας μένουν ακόμη όχι μια, αλλά δύο ή τρεις. Οι μόνοι, που έχουν καταλάβει αυτό το δράμα είναι οι Εβραίοι και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μια και ανησυχούν εξ ίσου με το τι θα συμβεί, όταν η Συρία του Άσσαντ καταρρεύσει. Σίγουρα περιμένουν την στιγμή, που θα απαντήσουν με τον δικό τους τρόπο στον Πρόεδρο Ομπάμα, και – φοβούμαι – αλλοιώς στους εχθρούς της γειτονιάς τους.

Για το κολοσσιαίο δίλημμα που ακόμη παραμένει στο Ιράκ για τους Αμερικανούς μίλησα ήδη. Μεγαλύτερο, όμως, ακόμη είναι το δράμα, που οι ίδιοι δημιούργησαν, τονώνοντας την αυτοπεποίθηση και τις φιλοδοξίες των Τούρκων πιστεύοντας ότι (α) είναι και θα παραμείνουν πιστοί των φίλοι και (β) ότι ως κράτος οδεύουν προς την δημοκρατία.


Τουρκία- Ελλάς

Η λέξις κρίση στα Κινεζικά απαρτίζεται από δύο ιδεογράμματα: το ένα υποδηλοί πρόβλημα, το άλλο ευκαιρία. Θα ήθελα να πιστεύω ότι και τα δύο ισχύουν για την Χώρα μας. Φοβούμαι, όμως, ότι τα πράγματα θα δείξουν πως η πρώτη λέξη αρμόζει σε μας. Η δεύτερη θα βγεί σωστή για την γείτονα! Εξηγούμαι.

Η Τουρκία αυτή την στιγμή περιτριγυρίζεται από προβληματικές χώρες και έθνη: Συρία, Κούρδοι, Αρμένιοι, Ισραήλ, Τεχεράνη (με την οποία έχει ιδιότυπη συμμαχία), Έλληνες, του χεριού της μεν, φίλοι με το σημερινό καθεστώς αμφίβολον. Η Τουρκική θεωρία περί «μηδενικών προβλημάτων με τις γειτονικές περιοχές» έχει γίνει μύθος, χωρίς να στηρίζεται σε πιστευτά δεδομένα. Κανείς, όμως, δεν εξετάζει και εκθέτει, πως αυτή η εξέλιξη υπονομεύει σοβαρά το νεο-οθωμανικό οικοδόμημα, το οποίο κατασκεύασαν οι Τούρκοι θεωρητικοί – κυρίως ο κ. Νταβούτογλου – για να στηρίξουν το σύγχρονο Τουρκικό επεκτατισμό. Λάθος αυτό. Μεγάλο λάθος.

Και, όμως, την Τουρκία συνεχίζουν να «κορτάρουν» όλες οι μεγάλες δυνάμεις του κόσμου, γιατί βλέπουν πως ο νέο-οθωμανισμός κτίσθηκε αντλώντας δύναμη από ένα μακρύ (αλλά υπερβολικά ωραιοποιημένο) παρελθόν, βασίζεται σε μια άριστη διπλωματία, έχει τελειοποιήσει το πολυγαμισμό στην εξωτερική πολιτική στο άκρον άωτον της πολιτικής ανηθικότητας, και κατευθύνεται από πολιτικούς που σε αυτοπεποίθηση, φαντασία, γεωγραφική απληστία, και μη διστακτικότητα υπερβαίνουν ό,τι μπορεί να βρει κανείς στην διεθνή πολτική σκηνή.

Με αυτά τα προικιά, λοιπόν οι Τούρκοι έχουν αποκτήσει ρόλο στην Λιβυκή κρίση, κρατούν στενές σχέσεις με την νέα Αίγυπτο (πράγμα που, μεταξύ άλλων, δυσκολεύει κι εμάς στο θέμα της οριοθετήσεως της ΑΟΖ), συμπαρίστανται στο Ιράν και, όμως, έχουν πείσει τους Αμερικανούς ότι μόνον αυτοί μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματα της Μέση Ανατολής. Όσες χώρες τους προκαλούν προβληματάκια, είτε τις υβρίζουν σκαιά είτε δεν τις αναγνωρίζουν. Αναφέρομαι, βεβαίως, στην Κύπρο.

Σ’ αυτό το σκηνικό κινούμενοι, οι Τούρκοι βγαίνουν κερδισμένοι από την παρούσα αβεβαιότητα στην περιοχή και είμαι βέβαιος, ότι ετοιμάζονται να μας καταφέρουν κάποιο βαρύ χτύπημα, αν και όταν αρχίσουν οι Κυπριακές γεωτρήσεις στο Κυπριακο-Ισραηλινό ΑΟΖ. Οι διαρρέουσες κατά καιρούς Αμερικανικές δηλώσεις, ότι οι ΗΠΑ δεν θα ανεχθούν Τουρκικές επεμβάσεις στις «νόμιμες» Κυπριακές ενέργειες είναι, κατά την γνώμη μου, αμφίβολης αξίας.

Βεβαίως, αν αυτές οι δηλώσεις όντως αντιπροσωπεύουν την παρούσα Αμερικανική σκέψη, τότε αποτελούν κάτι τι το σοβαρό, και, για τους Ελληνοκυπρίους, ευπρόσδεκτο γεγονός. Τονίζω όμως το αν γιατί (α) η Αμερικανική εξωτερική πολιτική εκφράζεται κατά τρόπο «πολυφωνικό», δηλαδή διαφορετικά, εξωτερικεύοντας τα συγκρουόμενα πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά και κατασκοπευτικά συμφέροντα της χώρας και (β) γιατί, ό,τι και αν διακηρύσσει σήμερα η Αμερική, μπορεί πάντα αύριο να αλλάξει γνώμη, ιδίως αν η κρίση ενταθεί και η Τουρκική ηγεσία δείξει – ως εγώ πιστεύω ότι είναι λίαν πιθανό – μεγαλύτερη αδιαλλαξία αλλά και διπλωματική προετοιμασία και διορατικότητα από την Αμερικανική. Γιατί η ιστορία το αποδεικνύει σαφέστατα, ότι αυτός που κερδίζει μια σύγκρουση – στρατιωτική ή μη – δεν είναι αυτός που έχει τα καλλίτερα και περισσότερα όπλα, αλλά αυτός που είναι πιο αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει ό,τι έχει, μέχρις ότου επέμβει το περίφημο (και συνήθως αναποφάσιστο) Συμβούλιο Ασφαλείας, για να σταματήσει την σύγκρουση.

Τη στιγμή αυτή, αυτό που θα κρίνει, τι είδους τελική «ειρήνη» θα επιτευχθεί,θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από (α) το πόσο ειλικρινής είναι η υποστήριξη φίλων και (β) τι εδάφη, νησιά ή άλλα πλεοντεκτήματα έχουν αποκτήσει οι αντιμαχόμενοι κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να καταστεί αναγκαίο για την Ελλάδα να ανοίξει και δεύτερο μέτωπο επιχειρήσεων, αν αυτό διευκολύνει την απόκτηση διαπραγματευτικών πλεονεκτημάτων.

Και η Χώρα μου που στέκει σ΄όλα αυτά;

Η διπλωματική γλώσσα απαιτεί να πω, όπως είπε πρόσφατα ένας φίλος δημοσιογράφος στο «Βήμα», ότι είναι καλά προετοιμασμένη ή, εν πάση περιπτώσει, πιο καλά ετοιμασμένη από ό,τι ήταν για τα Ίμια. Αυτή η δεύτερη εκδοχή δεν μου αρέσει μια και στη κρίση των Ιμίων δεν μπορούσαμε να είχαμε μεγαλύτερη έλλειψη συντονισμού μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών.
Επί πλέον, παρά τα όσα έχουν γραφεί, προσωπικά δεν έχω πεισθεί ότι οι Αμερικανοί δεν εγνώριζαν την επικείμενη κατάληψη των μικρών Ιμίων από τους Τούρκους, που απετέλεσε την αρχή του τέλους αυτού του τραγικού επεισοδίου για την Χώρα μας και οδήγησε, μέσω Μαδρίτης και Ελσίνκι – τραγικές για μένα στιγμές της σύγχρονης Ελληνικής διπλωματικής ιστορίας, με τις οποίες συνδέονται και ο κ. Σημίτης και ο κ Πάγκαλος και ο κ. Παπανδρέου– στην δημιουργία των «γκρίζων ζωνών», που ακόμη μας παιδεύουν.

Να προσθέσομε τότε την ελαφρώς διαφαινόμενη Αμερικανική υποστήριξη, περί της οποίας ήδη εγένετο λόγος; Ίσως, αλλά με τις σοβαρές επιφυλάξεις που ανέφερα ανωτέρω, αλλά και με την βεβαιότητα, ότι και αν ακόμη οι Αμερικανοί φανούν, ότι μας υποστηρίζουν στην αρχή οποιασδήποτε διενέξεως – όχι βέβαια γιατί μας αγαπάνε αλλά γιατί η εταιρεία που κάνει τις γεωτρήσεις είναι δική τους και αναμένουν να τους αποφέρει πολλά κέρδη – πάλι θα στραφούν προς την Τουρκία, και αν ακόμη αντετάχθησαν πολεμικά προς αυτήν στην αρχή της όποιας ρήξεως, για να ξανα-ανακτήσουν γέφυρες με αυτήν, όταν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις τερματισμού της συγκρούσεως στα Ηνωμένα Έθνη.

Όλα αυτά, λοιπόν, μας αφήνουν με μια μόνον πηγή συγκρατημένης αισιοδοξίας – την εγγύηση των Ισραηλινών ένοπλων δυνάμεων – αν όντως αυτή έχει δοθεί. Διότι αυτές μόνες, με δυο λόγια, είναι οι μόνες που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να ανακηρύξομε και εμείς την ΑΟΖ μας, μαζί με τους Κυπρίους και Ισραηλινούς. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν θεωρητικά δυνατό, μόνο εφόσον το Ισραήλ παραμένε πεπεισμένο, ότι οι σχέσεις του με την Τουρκία δεν μπορούν να βελτιωθούν, ως διαφαίνεται επί του παρόντος, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες της Κυρίας Κλίντον.

Αυτή, όμως, η βάσις οικοδομήσεως εξωτερικής πολιτικής, εξαίρετη μεσοπροθέσμως, δεν είναι ασφαλής για την Ελλάδα μακροπροθέσμως, δεδομένου ότι είναι φυσικό, αργά η γρήγορα, μια μεγάλη δύναμη όπως το Ισραήλ να «τα βρει» στο τέλος με μια εξ ίσου μεγάλη (σχεδόν) γειτονεύουσα δύναμη, δηλαδή την Τουρκία.

Η δυσχέρεια που αντιμετωπίζω με αυτό το ενδεχόμενο οφείλεται στο γεγονός ότι το πολυγαμικό παιχνίδι το παίζουν όλες οι κυβερνήσεις εκτός των … «εξηρτημένων». Σε μια τέτοια κίνηση, εμείς πώς θα απαντούσαμε σε μια τέτοια μεταβολή, ιδίως εάν εν τω μεταξύ είχαμε χάσει την παραδοσιακή εμπιστοσύνη που μας έχουν οι Άραβες, λόγω της στενής συμμαχίας με το Ισραήλ, μια και είμαστε ασυνήθιστοι στην πρακτική της πολυγαμικής πολιτικής, που θα μας επέτρεπε να διατηρούμε καλές σχέσεις και με το Ισραήλ και με τον Αραβικό κόσμο; Ευτυχώς, όμως, η απάντηση, που μου λείπει, δεν απαιτείται αυτή την στιγμή!

Περιττόν να προσθέσω, ότι αναφέρω τα ανωτέρω, μόνον γιατί γίνεται αυτό το καιρό συχνή μνεία στον τύπο περί Αμερικανικής στατιωτικής αντιδράσεως σε τυχόν τουρκική χρήση βίας. Κατά την γνώμη, όμως, κάλλιστον όλων παραμένει η ορθή διπλωματική προετοιμασία για να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, διά της προσθήκης σε υπάρχοντες υποστηρικτές και άλλων νεωτέρων, ώστε ο κίνδυνος διπλωματικής απομονώσεως να αποφευχθεί. Η συνετή, όμως, αλλά συνάμα ορθολογιστική προσέγγιση αυτού του θέματος δεν σημαίνει, ότι αυτό που διακυβεύεται στην Ανατολική Μεσόγειο είναι εξαιρετικά σημαντικό, ώστε να απαιτεί παράλληλα με τη διπλωματική προετοιμασία και προσεκτική μελέτη της στρατιωτικής πλευράς του προβλήματος.