Κυβερνά η αγορά


«Η πολιτική δεν γίνεται στην αίθουσα συναλλαγών του χρηματιστηρίου», έλεγε ο στρατηγός Ντε Γκολ στις 28 Οκτωβρίου 1966, όταν το χρηματιστήριο είχε αρχίσει να πέφτει μετά την υπερβολική άνοδό του, το 1962. Αυτή τη φράση θυμίζει ο γάλλος οικονομολόγος Αντρέ Ορλεάν για να υποστηρίξει σε συνέντευξή του στη «Μοντ» ότι η πολιτική εξουσία είναι σήμερα υποταγμένη στις αποφάσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών.


Την ευρωζώνη την κυβερνά η αγορά, λέει ο ηλικίας 61 ετών Ορλεάν, ένας από τους τέσσερις γάλλους οικονομολόγους που υπογράφουν το «Μανιφέστο των ανήσυχων οικονομολόγων». Η πολιτική εξουσία συμμορφώνεται με τις προτεραιότητές της και φοβάται τις αξιολογήσεις της. Η αγορά δεν έχει όμως συνοχή και δεν είναι ποτέ ευχαριστημένη. Αυτό είναι φανερό με την πολιτική της λιτότητας, η οποία πλήττει την ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί με τη σειρά του πρόσθετες δυσκολίες. Εχει κανείς την εντύπωση ότι στην ευρωζώνη η εμπιστοσύνη δεν θα επιστρέψει ποτέ.


Ιστορικά, συνεχίζει ο γάλλος οικονομολόγος, η κεντρική τράπεζα ήταν ένα ουσιαστικό εργαλείο της πολιτικής εξουσίας. Μέσω της νομισματικής εξουσίας γινόταν δυνατή η ικανοποίηση του συλλογικού συμφέροντος. Αυτό προϋποθέτει, όμως, ότι η κεντρική τράπεζα βρίσκεται υπό την εποπτεία της πολιτικής εξουσίας. Συμβαίνει στις μεγάλες δημοκρατίες, όχι όμως και στην ευρωζώνη. Μια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ξεκομμένη από την πολιτική είναι ένα πολύ κακό πράγμα.


Οταν λέμε όμως ότι οι αγορές επιβάλλουν τις απόψεις τους, για ποιες αγορές μιλάμε; «Για τις χρηματοπιστωτικές αγορές», απαντά ο Αντρέ Ορλεάν. «Και μιλάμε γι’ αυτές σαν να συμπυκνώνουν όλη την οικονομία, σαν να είναι λογικές και σταθερές. Αν ήταν ικανές να εκτιμούν σωστά τις αξίες και τις τιμές, ο ρόλος τους θα ήταν χρήσιμος. Ομως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αντίθετα με τις αγορές των αγαθών, που αποτιμούν πραγματικά προϊόντα, οι χρηματοπιστωτικές αγορές στηρίζονται σε υποκειμενικά και κερδοσκοπικά στοιχήματα. Πρόκειται για αγορές υποσχέσεων. Εκεί αγοράζονται και πωλούνται προβλέψεις. Η λογική τους έχει μιμητικό χαρακτήρα: κάθε επενδυτής τοποθετείται σε σχέση με αυτό που θεωρεί ότι θα κάνουν οι άλλοι. Μοιάζουν με τα μέσα ενημέρωσης που αναζητούν όχι τις σημαντικές πληροφορίες, αλλά εκείνες που θεωρούν ότι θα αρέσουν στο κοινό».


Για τον λόγο αυτό, μια χρηματοπιστωτική αγορά είναι εκ φύσεως ασταθής. Παράγονται φούσκες, οι οποίες σκάνε όταν η απόσταση από την πραγματικότητα γίνεται τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορεί πλέον να συγκαλυφθεί. Η φιλελεύθερη θεωρία θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές προσφέρουν ορθές αξίες και αντικειμενικές τιμές, και ότι τελικά ο αυτοέλεγχος θα επικρατήσει. Αλλά το οικοδόμημα αυτό διαψεύστηκε από τις κρίσεις που ξεκίνησαν το 1987 και κατέληξαν στη σημερινή. Δεν μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη στις χρηματοπιστωτικές αγορές, είτε πρόκειται για ένα επιτόκιο, μια ισοτιμία ή την τιμή μιας μετοχής.


Στους καπιταλισμούς που προηγήθηκαν, συνεχίζει ο διευθυντής ερευνών στο CNRS, ο έλεγχος των επιχειρήσεων βρισκόταν στα χέρια του ιδιοκτήτη ή των ιδιοκτητών. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, όμως, άρχισαν να καταργούνται οι έλεγχοι, πρώτον επειδή θεωρήθηκαν πολύ ακριβοί, και δεύτερον επειδή τα παιχνίδια της αγοράς πρόσφεραν ισχυρές ευκαιρίες για κέρδος. Δημιουργήθηκε έτσι μια νέα μορφή καπιταλισμού, όπου δεν υπήρχε πλέον μια ποικιλία απόψεων, αλλά η αγορά συγκέντρωνε όλες τις οικονομικές αξιολογήσεις. Με τον τρόπο αυτό τίθεται σε κίνδυνο η δημοκρατική ζωή.


Οταν η Standard & Poor’s υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας, δικαιολόγησε την πράξη της λέγοντας ότι η συμφωνία της 9ης Δεκεμβρίου 2011 για τον δημοσιονομικό «χρυσό κανόνα» δεν συνιστά ένα αρκετά σημαντικό βήμα. Με την ανακοίνωση αυτή δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, καθώς στη δημοκρατία υπάρχει η ελευθερία της έκφρασης και ο οίκος μπορεί θαυμάσια να θεωρεί ότι η πολιτική που ακολουθείται θέτει σε κίνδυνο την αποπληρωμή του χρέους. Το πρόβλημα βρίσκεται στο δυσανάλογο βάρος που δίνεται σε αυτή την άποψη. Ξεχνάμε ότι οι οίκοι αξιολόγησης έπεσαν έξω επανειλημμένα, όπως στην κρίση στη Νότια Ασία το 1997, στην υπόθεση Enron ή στην υπόθεση των subprimes; Αυτό το δυσανάλογο βάρος δείχνει την ανικανότητα των πολιτικών αρχών να παρουσιάσουν ένα όραμα για τον κόσμο διαφορετικό από εκείνο των χρηματοπιστωτικών συμφερόντων.


«Εχουμε παραλύσει εξαιτίας της γερμανικής αδιαλλαξίας», καταλήγει ο γάλλος οικονομολόγος. «Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ανάλογη με εκείνη του Μεσοπολέμου, όταν οι ευρωπαϊκές χώρες ακολουθούσαν ήδη μια αποπληθωριστική πολιτική, γεγονός που οδήγησε σε μαζική ανεργία. Αυτό που συμβαίνει σήμερα οφείλεται στο ότι η Ευρώπη παραμένει προσκολλημένη στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό».


Πηγή: Le Monde