Χρόνια ζωής αφαιρούν τα ακραία καιρικά φαινόμενα παγκοσμίως


Την ώρα που η Ευρώπη μετράει τα θύματα του πολικού ψύχους, δίνεται στη δημοσιότητα μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Μπρίσμπαν στην Αυστραλία, στην οποία υπολογίστηκε πόσα χρόνια ζωής χάθηκαν εξαιτίας των καυσώνων και του ακραίου ψύχους. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την ομάδα του Αντριαν Μπάρνετ, ερευνητή στο Ινστιτούτο Υγείας και Βιοϊατρικής Καινοτομίας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ στην Αυστραλία. Ο Μπάρνετ και η ομάδα του αποφάσισαν να μετρήσουν όχι μόνο τον αριθμό των θανάτων στις ακραίες θερμοκρασίες, αλλά τις διαφορές μεταξύ των ηλικιών των θανατηφόρων περιστατικών και της υπολογιζόμενης διάρκειας ζωής. Με άλλα λόγια, θέλησαν να ανακαλύψουν μέχρι πόσα χρόνια συντομεύτηκαν οι ανθρώπινες ζωές. Τα συμπεράσματα της μελέτης τους παρουσιάστηκαν στην επιθεώρηση «Nature Climate Change».


Οι ερευνητές εξέτασαν τα μοιραία περιστατικά μεταξύ 1996 και 2004 στο Μπρίσμπαν που βρίσκεται στην Ανατολική Ακτή της Αυστραλίας στην Πολιτεία του Κουίνσλαντ. Στην πόλη επικρατεί συνήθως υψηλή θερμοκρασία καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, συνήθως μεταξύ 20 και 25 βαθμών Κελσίου. «Αυτό σημαίνει ότι επικρατεί αρκετά ικανοποιητική θερμοκρασία», λέει ο Μπάρνετ, που εξηγεί ότι περίπου το 40% των σπιτιών στην πόλη δεν έχει μόνωση και πολλά δεν έχουν καν θέρμανση ή κλιματισμό. «Με οποιαδήποτε θερμοκρασία επικρατεί έξω, εκτιθέμεθα στους εσωτερικούς χώρους», επισήμανε.


Πρόσφατα, η περιοχή δοκιμάστηκε από διάφορα ακραία καιρικά φαινόμενα και το Δημοτικό Συμβούλιο του Μπρίσμπαν προειδοποιεί ότι περισσότερα τέτοια γεγονότα θα συμβούν ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής στο μέλλον. Τον Ιούλιο του 2007, η θερμοκρασία έπεσε κάτω από το μηδέν για πρώτη φορά από τότε που τηρούνται αρχεία. Τον Αύγουστο του 2009, το Μπρίσμπαν βίωσε τη θερμότερη χειμερινή μέρα του, με ένα ρεκόρ 35,4 βαθμών Κελσίου. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, η περιοχή έχει δοκιμαστεί επίσης από έντονη ξηρασία. Από την ανάλυση των στοιχείων, ο Μπάρνετ ανακάλυψε ότι τις ημέρες που η μέση θερμοκρασία έπεσε κατά 10 βαθμούς Κελσίου οι άνδρες έχασαν, κατά μέσο όρο, 14 χρόνια ζωής και οι γυναίκες 52 χρόνια. Συνολικά, οι γυναίκες εμφανίστηκαν λιγότερο ικανές να προσαρμοστούν στο κρύο. Οταν οι θερμοκρασίες ανήλθαν στους 30 βαθμούς Κελσίου, οι άνδρες έχασαν 32 έτη ζωής και οι γυναίκες έχασαν 42.


ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΕΣ


Το 2000, οι ακραίες θερμοκρασίες οδήγησαν στην απώλεια 3.077 ετών ζωής για τους άνδρες και σε 3.495 για τις γυναίκες. Συγκριτικά, αναφέρει ο Μπάρνετ, 3.700 έτη ζωής χάνονται από τον καρκίνο του μαστού. Ο ίδιος επισήμανε ότι τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά. «Η υπόθεση ήταν ότι οι θάνατοι που αποδίδονται στις ακραίες θερμοκρασίες αφορούσαν ευπαθείς, ηλικιωμένους ανθρώπους», ανέφερε.


Τα αποτελέσματα φαίνονται να υποδεικνύουν το αντίθετο. «Και οι νέοι μπορούν να επηρεαστούν από την ακραία θερμή ή κρύα θερμοκρασία, δεδομένου ότι αυτές οι συνθήκες τείνουν να επιδεινώνουν οποιαδήποτε υπάρχοντα προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με τον Μπράνετ, τα περισσότερα από αυτά τα μοιραία περιστατικά προέρχονται από καρδιακά και πνευμονικά προβλήματα, δεδομένου ότι το σώμα προσπαθεί να ρυθμίσει την εσωτερική θερμοκρασία του. Σύμφωνα με τους ερευνητές, μια αύξηση κατά 2 βαθμούς Κελσίου στη μέση θερμοκρασία μέχρι το 2050 θα οδηγούσε στην απώλεια επιπλέον 381 χρόνων ζωής στους κατοίκους του Μπρίσμπαν κατά τη διάρκεια ενός έτους. Υπενθυμίζεται ότι Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή είχε προβλέψει ότι οι παγκόσμιες μέσες θερμοκρασίες θα αυξηθούν μεταξύ 1,1 και 6,4 βαθμών Κελσίου μέχρι το 2100.


Επιδράσεις της θερμοκρασίας
Οι άνθρωποι σε κάθε πόλη προσαρμόζονται διαφορετικά


Οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στη θερμοκρασία διαφορετικά στο Μπρίσμπαν σε σχέση με το Αμβούργο, το Σικάγο ή την Ντάκα. Επιπλέον υπάρχουν και παραλλαγές μέσα στην ίδια χώρα, σύμφωνα με τη Μισέλ Μπελ, καθηγήτρια Περιβαλλοντικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. «Σε μια μεγάλη μελέτη που πραγματοποιήσαμε στην Αμερική διαπιστώσαμε ότι οι πόλεις στις νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες ασκούν πραγματικά χαμηλότερη επίδραση με τη ζέστη στη θνησιμότητα σε σχέση με τις πόλεις στα βορειοανατολικά, ακόμα κι αν οι θερμοκρασίες ήταν υψηλότερες στα νοτιοανατολικά», επισήμανε. «Αυτό αφορά τις διαφορές στην προσαρμογή, η οποία μπορεί να περιλάβει τη φυσική προσαρμογή, τη συμπεριφοριστική διαφροποίηση (πίνοντας περισσότερο νερό, παραμένοντας μέσα), και τις δομές των κτιρίων (κλιματισμός εναντίον των ανοικτών παραθύρων, σχέδια εξαερισμού)».


Η Μπρουκ Αντερσον, που συμμετείχε στην ίδια έρευνα, όπου εξετάστηκαν οι επιδράσεις της θερμοκρασίας στους πληθυσμούς, επισήμανε ότι τα θερμά και κρύα άκρα επιδρούν διαφορετικά στις πόλεις. «Για τη θερμότητα, τα αποτελέσματα τείνουν να είναι άμεσα, έτσι η υπαίθρια θερμοκρασία έχει άμεσες επιπτώσεις στην υγεία, ενώ για το κρύο η συνδυασμένη θερμοκρασία μιας περιόδου μέχρι μερικές εβδομάδες είναι σημαντική», ανέφερε.


Πηγή: imerisia.gr