Γιώργος Τζαβέλλας, ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης

Ως μαθητής το 1927, στα έντεκα του, παρακολούθησε τις Δελφικές Γιορτές της Εύας και του Άγγελου Σικελιανού. Τόσο μαγεύτηκε και συγκινήθηκε με την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος, που έβαλε κρυφό του στόχο μια μέρα να ασχοληθεί κι αυτός με την τραγωδία. Αλλά πρώτα έπρεπε να γίνει συγγραφέας, σκηνοθέτης, να κάνει θέατρο και κινηματογράφο, να γίνει και στ’ αλήθεια ένας Σαρλώ, ο αγαπημένος του ήρωας που συχνά μιμείτο στους φίλους του και στην οικογένεια του. Της ιστορικής οικογένειας των Τζαβελλέων, με πατέρα σημαντικό όνομα της αθηναϊκής δημοσιογραφίας, που δεν καλοέβλεπε την ενασχόληση του γιού του με όλα αυτά. Γιατί, για τον έφηβο Γιώργο Τζαβέλλα ήταν κάτι περισσότερο από μια νεανική τρέλα. Απόδειξη ότι με μια μηχανή λήψης Pathe-Baby, που είχε αγοράσει συνεταιρικά μ’ έναν φίλο του, γύριζε τα πρώτα του ερασιτεχνικά φιλμάκια για την ΤΖΑΒ FILM! Ξημεροβραδιαζόταν στους κινηματογράφους, βλέποντας ξανά και ξανά τις αγαπημένες του ιστορίες, δέκα είκοσι φορές την καθεμία και μελετώντας τον τρόπο που ήταν γυρισμένες -όλες εκείνες οι θρυλικές σήμερα ταινίες-, έτσι ώστε να μάθαινε με ποιο τρόπο θα σκηνοθετούσε κι ο ίδιος μια μέρα.


Στα μπιλιαρδάδικα της Κυψέλης που μεγάλωσε, τη μόνη διασκέδαση των αγοριών εκείνο τον καιρό, γνώρισε και ανέπτυξε στενή φιλία με τον Νίκο Τσιφόρο. Μαζί του έγραψε και το πρώτο του θεατρικό έργο «Ο κλέφτης της καρδιάς μου», το οποίο ανέβηκε το 1936 από το θίασο Μακρή-Χαντά-Οικονόμου σε μορφή οπερέτας και με μουσική δικιά του – δεν ήξερε καν νότες! Ήταν μόλις δεκαεννέα και για χάρη του πατέρα του, φοιτητής της Νομικής…


Συμμετείχε ως στρατιώτης στο Αλβανικό Μέτωπο κι όταν επέστρεψε, εν μέσω κατοχής, το 1944, γύρισε με τη συνδρομή του παραγωγού Μαυρίκιου Νόβακ την πρώτη δραματουργικά και τεχνικά άρτια ελληνική ταινία, τα «Χειροκροτήματα». Επαναφέροντας για λίγο στο προσκήνιο μια παλιά δόξα της Αθήνας του ‘30, τον Αττίκ, τραγουδοποιό-διασκεδαστή, του οποίου η παρακμή και η ένδεια που βίωνε ζώντας στην αφάνεια, τον συγκίνησε τόσο που βάσισε ολόκληρο το σενάριο επάνω του. Στούντιο δεν υπήρχαν, ούτε σταθερή παροχή ρεύματος, έτσι η ταινία γυρίστηκε στο πίσω μέρος της οθόνης του Ρεξ, από τα λίγα κτίρια στα οποία οι Γερμανοί παρείχαν ηλεκτρικό όλο το εικοσιτετράωρο. Η ταινία άρεσε και έγινε μεγάλη επιτυχία εκείνα τα σκοτεινά χρόνια κι ας είχε όλα τα αναμενόμενα λάθη ενός πρωτάρη σκηνοθέτη, ενώ παράλληλα ως παθιασμένος κινηματογραφιστής, κατέγραφε με την κάμερα του σημαντικές στιγμές εκείνης της περιόδου, όπως την συστολή της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη. Το οπτικό αρχειακό υλικό εκείνων των ιστορικών γεγονότων το οφείλουμε στον Τζαβέλλα.


Ήρθε η απελευθέρωση. Η δίψα για νέο ξεκίνημα που χαρακτήρισε τη γενιά του θα έβρισκε στο πρόσωπο του έναν από τους πλέον άξιους Έλληνες. Το 1946, χρονιά που ανέβασε το ονειρικό «Παραμύθι ενός φεγγαριού» με τους Μυράτ και Κωνσταντάρα, έργο με άξονα τρία διαφορετικά σκετς, γύρισε για το Φίνο τα «Πρόσωπα λησμονημένα» που έμελε και να λησμονηθεί. Η εμμονή του όμως να κάνει μια ταινία ελληνοκεντρικού θέματος, κάτι που θα τον απασχολούσε σ’ ολόκληρη του τη ζωή, τον οδήγησε στο να τολμήσει το 1948 -παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε εξαιτίας των πολλών εξωτερικών γυρισμάτων στη Σαντορίνη και την Πάρο- την ηθογραφία του Αργύρη Εφταλιώτη «Μαρίνος Κοντάρας». Με τον Μάνο Κατράκη στον ομώνυμο ρόλο.


Η ιστορία ενός πειρατή του 19ου αιώνα, που για τα μάτια μιας γυναίκας μετατρέπεται από σκληροτράχυλος ληστής, σε άκακο ερωτευμένο πλάσμα. Ήταν και η πρώτη ελληνική ταινία που συμμετείχε ποτέ σε φεστιβάλ αφού ταξίδεψε μέχρι το Βέλγιο για να λανσάρει στους Ευρωπαίους την πρωτόγνωρη ελληνική κινηματογραφία.


Δύο χρόνια αργότερα -καθώς δούλευε μέχρι τελικής λεπτομέρειας τα σενάρια του έως να νοιώσει έτοιμος να ξεκινήσει – γύρισε το «Μεθύστακα». Τη θρυλική ταινία με τον Ορέστη Μακρή στο ρόλο του τσακισμένου από το χαμό του γιού του στον πόλεμο, αλκοολικό, γραφική φιγούρα της ταβέρνας της μεταπολεμικής φτωχογειτονιάς. Εκεί που ο αστός Τζαβέλλας, αλλά γνήσια λαϊκός καλλιτέχνης, ανίχνευε τα μελοδράματα και τις κωμωδίες του. Αν και οι ταινίες του εμπεριείχαν σε σωστές δόσεις λίγο και από τα δύο είδη- όπως και η ίδια η ζωή. Χιούμορ και μελαγχολία ανάμεικτα.


Ο Ορέστης Μακρής, σπουδαίος ηθοποιός της επιθεώρησης απέδωσε εξαιρετικά και με αξιοσημείωτη εκφραστική οικονομία την κινηματογραφική εκδοχή ενός ρόλου στον οποίο είχε τυποποιηθεί στο ελαφρύ θέατρο, δίνοντας του κοινωνικές διαστάσεις και ανάγοντας το «Μεθύστακα» στη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60.


Ο ώριμος πια σκηνοθέτης είχε αποκτήσει τον αναγνωρίσιμο του μικρόκοσμο: την παλιά γειτονιά, ιδίως της Πλάκας και των ανθρώπων της, που η έλευση της νέας εποχής απειλούσε και αργά αλλά σταθερά οδηγούσε στον αφανισμό της. Συγχρόνως ως συγγραφέας μέσα από τους εκπληκτικά δουλεμένους διαλόγους του και την ευφυή χρήση των ανθρώπινων τύπων της εποχής του, κατέγραψε καταστάσεις και χαρακτήρες που τόσο στα θεατρικά του έργα και επιθεωρησιακά νούμερα (που συχνά έγραφε για τις μεγαλύτερες σκηνές της Αθήνας), όσο και στα σενάρια του ανέδειξε μοναδικά.


Το 1952, «Η Αγνή του λιμανιού» με την Χατζηαργύρη και τον Αλεξανδράκη, που διαδραματίζεται στο καρνάγιο και στην Τρούμπα του Πειραιά, τον έχρησε ως τον πιο αυθεντικό εκπρόσωπο του νεορεαλισμού στην Ελλάδα. Σε αυτή την ταινία ξεκίνησε και τη συνεργασία του με το Μάνο Χατζιδάκι που επαναλήφθηκε στις περισσότερες δουλειές του. Ακολούθησαν «Ο γρουσούζη» όπου ο Ορέστης Μακρής εναλλάσσετε αριστοτεχνικά μεταξύ του κωμικού και του δραματικού, το «Σωφεράκι»με έναν υπέροχο Μίμη Φωτόπουλο, που αποδείχτηκε η πιο εμπορική ταινία του ’53, και τέλος το φαινόμενο της σπονδυλωτής «Κάλπικης λίρας» του ‘55. Όπου μια κάλπικη λίρα γίνεται ο συνδετικός κρίκος μεταξύ τεσσάρων ιστοριών -δράμα και κοινωνική σάτιρα, κωμωδία και ρομαντική κομεντί- στις οποίες εγείρει κάλπικα αισθήματα.


Οι ανεπανάληπτες ερμηνείες των Λογοθετίδη, Λυβικού, Φωτόπουλου, Βρανά, Μακρή, Λαμπέτης και Χορν συμβάλουν καθοριστικά σ’ αυτή την ταινία – θρύλο που έτυχε κολοσσιαίας διεθνούς επιτυχίας με ουρές σ’ ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση, αλλά και την Κίνα και τη Νότιο Αμερική.


Ο Ζηλιαρόγατος», βασισμένη σε μπουλβάρ του Γιώργου Ρούσσου και γυρισμένη μέσα στα νεότευκτα στούντιο της Ανζερβός μας ξετύλιξε τα ήθη της νέας αστικής τάξης που αναδυόταν στην Αθήνα του ’56. Και μόλις τρία χρόνια μετά, σημείωνε με το «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα» και τους Λογοθετίδη και Λυβικού, τη μεγαλύτερη του θεατρική επιτυχία. Το έργο που λίγο αργότερα θα στοίχειωνε τη φιλμογραφία του κι θα γινόταν η γέφυρα του με τις επόμενες γενιές. Το «Μια ζωή την έχουμε» η κομεντί με το Δημήτρη Χορν, την Υβόν Σανσόν και τον Βασίλη Αυλωνίτη και φυσικά τη μουσική του Χατζιδάκι δεν ενθουσίασε το κοινό του 1958, όσο το πετυχαίνει σήμερα.


Στην Αμερική, με τη βοήθεια του Τζέιμς Πάρις, βρήκε χρηματοδότηση για το παλαιότερο και πιο φιλόδοξο του όνειρο κι έτσι το 1961 προχώρησε στη μεταφορά της «Αντιγόνης» στην οθόνη με πρωταγωνιστές την Ειρήνη Παπά και το Μάνο Κατράκη. Το αποτέλεσμα, ιδιαίτερα πρωτοποριακό και ενδιαφέρον, απέδωσε ευρηματικά την πρώτη απόπειρα ενός τέτοιου εγχειρήματος και ενώ στην Ελλάδα κτυπήθηκε από τους κριτικούς, ενθουσίασε τους σινεφίλ στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.


Το 1964, επέστρεψε στη γνώριμη του Πλάκα, στα καλντερίμια με τη λατέρνα, τα μπουγαδόνερα και τις αυλές, σε αντιπαράθεση με τους εξωφρενικούς πια ρυθμούς της πλατείας Ομονοίας και τα ρετιρέ που χτίζονταν αβέρτα για να σπιτώσουν τη ανερχόμενη μεσαία τάξη. Εκεί μας αφηγήθηκε με τρυφερότητα την ιστορία της ανύπαντρης Ελενίτσας- Μάρως Κοντού και του τζαναμπέτη Αντωνάκη-Γιώργου Κωνσταντίνου. «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα» αποδείχτηκε η αρτιότερη του καλλιτεχνικά (βραβείο σκηνοθεσίας στο Σικάγο), η πιο δημοφιλής του και τελευταία του ταινία.


Το σχέδιο του να γυρίσει την πρώτη του και της Αλίκης «ακατάλληλη» ταινία με τίτλο «Ο αστερισμός της Παρθένου» δεν έμελε να ολοκληρωθεί ποτέ από τον ίδιο. Άλλωστε τα επόμενα χρόνια, τα εισιτήρια ολοένα και λιγόστευαν εξαιτίας της έλευσης της τηλεόρασης, οι παραγωγοί ολοένα λιγότερα χρήματα επένδυαν, η χουντική λογοκρισία μεσουρανούσε. Κι ενώ έβλεπε το επάγγελμα του να παρακμάζει, πεθαίνει το 1969 η πολυαγαπημένη του σύζυγος Μήλια. Αποτραβιέται.


Όταν το 1974 γίνεται η μεταπολίτευση, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής του αναθέτει τη θέση του Προέδρου της Γενικής Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων, προπομπός του Κέντρου. Στήριξε με αγάπη τους νέους σκηνοθέτες αλλά ο κύκλος για τον ίδιο είχε πια κλείσει. Λίγες μέρες μετά το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, του οποίου επίσης υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής, Οκτώβριο του 1976, πεθαίνει από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο τζέντλεμαν του ελληνικού σινεμά έφευγε μαζί με την αθωότητα μιας εποχής που ο ίδιος είχε καταγράψει με ειλικρίνεια στα ασπρόμαυρα όνειρα μας.


Αποσπάσματα συνεντεύξεων του Γιώργου Τζαβέλλα:


«Προσωπικώς πιστεύω ότι θα είχαμε πολλά να κερδίσουμε αν στρεφόμασταν σε θέματα καθαρώς ελληνικού χρώματος, εν συνδυασμώ με τις φυσικές καλλονές του τόπου. Είναι ο μόνος τρόπος ν’ αποφύγουμε τη συντριπτική σύγκριση με τον πλούτο των σκηνικών που παρουσιάζουν τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά φιλμ. Μ’ άλλα λόγια, την έλλειψη να την κάνουμε πρωτοτυπία, δημιουργώντας ιδιότυπο ελληνικό φιλμ. Κι άλλωστε, αυτή θα είναι η προσωπικότητα του ελληνικού κινηματογράφου: το ελληνικό θέμα.»


Εφημερίδα «Αλεξάνδρεια»


Κυριακή 14 Μαρτίου 1948


«Η δουλειά του συγγραφέα και του σκηνοθέτη είναι από κείνες που δεν παίρνουν μέσον, γιατί κρίνονται από το μεγάλο κοινό που είναι αμείλικτο και δίκαιο. Μετά από το πρώτο δύσκολο ξεκίνημα, τα εμπόδια εξακολουθούν να έρχονται, τότε όμως δεν πρέπει να τα λογαριάζει κανείς, αλλά να τα πολεμά. Κατά τη γνώμη μου, οι λέξεις «τυχερός» και «τύχη» δεν υπάρχουν και στα δύο μου επαγγέλματα μου. Υπάρχει μόνο προσωπική αξία, σκληρή δουλειά και καθημερινή πάλη. Τα εμπόδια που μου παρουσιάζονταν, τα αντιμετώπιζα με απόλυτη ψυχραιμία. Αρκεί να μη χάσεις τη ψυχραιμία σου και την υπομονή σου, όταν έχεις ν’ αντιμετωπίσεις κάτι, όσο δύσκολο και μεγάλο κι αν φαίνεται.» Ταχυδρόμος , 7 Οκτωβρίου 1961


*Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό ΕΙΚΟΝΕΣ του Έθνους της Κυριακής, στον κύκλο “Μεγάλοι Έλληνες Δάσκαλοι”