Η Μάχη των «Πρωταθλητών» 546 π.Χ. για την Θυρεάτιδα

547 π.χ . Οι Σπαρτιάτες, έχοντας ήδη αποσπάσει από το Άργος την ισχυρότερη σύμμαχό του, την Τεγέα, εν συνεχεία αποσπούν τα Κύθηρα και τη νότιο Κυνουρία και, τέλος την Θυρεάτιδα, η απώλεια της οποίας θα αποτελέσει βαρύτατο οικονομικό πλήγμα για το Άργος, το οποίο κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Σπάρτης.

 546 π.χ.Στη σύγκρουση που θα έκρινε το νέο πόλεμο, έχουμε ένα συγκλονιστικό ιστορικό γεγονός που αποδεικνύει την αξία που απέδιδε η Σπάρτη στις έννοιες της Τιμής, της Πίστεως και της Αξιοπρέπειας. Προς αποφυγή ασκόπου αιματοχυσίας, οι δύο στρατοί συμφωνούν να πολεμήσουν από την κάθε πλευρά μόνον 300 επίλεκτοι οπλίτες («Λογάδες») και το υπόλοιπο των στρατών να αποτραβηχτεί στις πατρίδες τους. Η σύγκρουση των δύο επιλέκτων σωμάτων, με επικεφαλής τον Σπαρτιάτη Οθρυάδη και τον Αργείο Θέρσανδρο, ορίζεται και πραγματοποιείται στην τοποθεσία Πάρπαρο. Στην άγρια μάχη που ακολουθεί έως την άφιξη της νυκτός, φονεύονται πάντες πλην τριών μόνον οπλιτών, δύο Αργείων (του Αλκήνωρος και του Χρομίου) και του τραυματισθέντος σοβαρά Σπαρτιάτου αρχηγού Οθρυάδου.

Οι Αλκήνωρ και Χρόμιος, θεωρώντας ότι είναι οι μόνοι ζωντανοί, φεύγουν από το πεδίο της μάχης για να ανακοινώσουν τη νίκη τους στο Άργος, αλλά ο Οθρυάδης, συγκεντρώνει τις δυνάμεις του, σηκώνεται όρθιος, εκδύει τα σώματα των νεκρών Αργείων και με τον οπλισμό τους υψώνει Τρόπαιο, πάνω στο οποίο γράφει με το αίμα του«(Λακεδαιμόνιοι ) Κατ’ Αργείων» (σύμφωνα με τον Λουκιανό και το Ανθολόγιο Στοβαίου) ή «(Λακεδαιμόνιοι) Διί Τροπαιούχωι» (σύμφωνα με τον Πλούταρχο), και ξεψυχάει δίπλα στους 299 νεκρούς συμπολεμιστές του. Μόλις θα φθάσουν στο πεδίο της μάχης οι δύο στρατοί, το επόμενο πρωϊ, για να διαπιστώσουν το αποτέλεσμα, η νίκη αμφισβητείται και από τις δύο πλευρές και από λόγο σε λόγο οι δύο πλευρές έρχονται σε κανονική σύγκρουση. Μετά από αιματηρό αγώνα νικούν οι Σπαρτιάτες και η Θυρέα οριστικά δίδεται στην πόλη τους.

Αντίθετα από τον Ηρόδοτο που θέλει τον αρχηγό των Σπαρτιατών Οθρυάδη να έχει αυτοκτονήσει μετά την ύψωση του Τροπαίου, μη θέλοντας να επιστρέψει ζωντανός στην Σπάρτη όταν όλοι οι συλλοχίτες του είχαν φονευθεί, η παράδοση των Αργείων τον θέλει θανασίμως τραυματισθέντα υπό του Περιλάου, τον οποίο μάλιστα ετίμησαν οι Αργείοι, όπως διασώζει ο Παυσανίας (2, 20, 6), με ανδριάντα του στο Θέατρο της πόλεως. Η εκδοχή των Αργείων φαίνεται αληθεστέρα, δεδομένου ότι δεν θα άφηναν ποτέ ζωντανό οι δύο Αργείοι τον αρχηγό των αντιπάλων τους, άρα είναι λογικό να έχει ανασηκωθεί ο τελευταίος, τραυματισμένος σοβαρά, μέσα από νεκρά κορμιά, “αμικλάστοις δόρασι επερειδόμενος” όπως γράφει ο Πλούταρχος στα “Ηθικά” του, δηλαδή στηριζόμενος σε σπασμένα δόρατα, όταν απεχώρησαν οι επιζήσαντες δύο πολεμιστές του Άργους από το πεδίο της μάχης για να αναγγείλουν τη νίκη τους στην πατρίδα τους.

Η Σπάρτη πλέον θα ελέγχει μία μεγάλη έκταση 8.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που αντιστοιχεί στα 2/5 της Πελοποννήσου. Οι Αργείοι ξυρίζουν σε ένδειξη πένθους το κεφάλι τους και ορκίζονται να μην αφήσουν ξανά μακριά μαλλιά, μήτε οι γυναίκες τους να φορέσουν κοσμήματα χρυσά έως ότου επανακτηθεί η Θυρεάτις. Αντιθέτως, οι Σπαρτιάτες καθιερώνουν έκτοτε τα υπερβολικώς μακριά μαλλιά σε ανάμνηση της μεγάλης νίκης τους επί των Αργείων και ενσωματώνουν στη μνήμη τών εν Θυρέα πεσόντων και του Οθρυάδου και προς τιμήν του Θεού Απόλλωνος Καρνείου, μέσα στους ανά έτος εορτασμούς των «Γυμνοπαιδιών» ανδρικούς χορούς κατά την τελευταία ημέρα των εορτών στον χώρο του Θεάτρου της πόλεως. Οι χορευτές Σπαρτιάτες πολεμιστές, γυμνόποδες και με μακριά μαλλιά (σε υπενθύμιση του όρκου των αντιπάλων τους να μην αφήσουν μακρυά τα μαλλιά τους και να μη ξαναφορέσουν οι Αργείες γυναίκες χρυσά κοσμήματα αν δεν ανακτήσουν την Κυνουρία) προσφέρουν με το τέλος των εορτασμών σπονδή στους Θεούς και στην ψυχή του ήρωος Οθρυάδου, ενώ οι τελετές αυτές συνδυάζονται χρονικώς με άλλη, μικρότερη εορτή, τουλάχιστον έως το 370 π.χ. όπου απωλέσθη η Θυρεάτις, τα λεγόμενα “Παρπαρώνεια”, στην ακριβή τοποθεσία που διεξήχθη η αιματηρή μάχη (Πάρπαρος).

“Ο ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ ΟΘΡΥΑΔΗΣ ΘΝΗΣΚΩΝ” – Johan Tobias Sergel (1740-1814), Μουσείο Λούβρου

 

Πηγή: Από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά: “Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών”