Υφεση τέρας, κράτος Ηρώδης


Στην καρδιά του κοινωνικού ιστού έχει φτάσει η γάγγραινα της ύφεσης. Απειλεί πλέον την ίδια την οικογένεια. Τη στιγμή που η εγκατάλειψη παιδιών αυξάνεται ραγδαία, μια νέα κατηγορία οικογενειών έρχεται στο προσκήνιο. Εκείνες που δεν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, ζητούν όμως οικονομική ενίσχυση για να τα συντηρήσουν. Παράλληλα, ενώ η ελληνική κοινωνία τα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, τα ιδρύματα στήριξης ανηλίκων εξοντώνονται από την πολιτική της λιτότητας και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.


Xωρίς πατέρα


«Εχω σκεφτεί πολλές φορές να πέσω στις γραμμές του τρένου. Παίρνω κουράγιο όμως από τα παιδιά μου» λέει στην «Εφ.Συν.» η Ελένη Τζανετάκου, άνεργη εδώ και δύο χρόνια και μητέρα 6 παιδιών. Πατέρας δεν υπάρχει. Τα τρία είναι ενήλικα και άνεργα. Τα άλλα τρία είναι 13, 15 και 18 ετών. Υποστηρίζονται από το ίδρυμα Χατζηκώστα με 100 ευρώ μηνιαίως το καθένα, καθώς και με τρόφιμα, ρούχα και εκμάθηση ξένων γλωσσών. Μοναδικό έσοδο της κ. Τζανετάκου είναι το πολυτεκνικό επίδομα – 344 ευρώ το δίμηνο.


«Το κράτος μάς δίνει πενιχρές παροχές και μετά μας τις παίρνει πίσω» λέει με παράπονο. Προσπαθεί να ζήσει μ” αυτό, αλλά τα μαθηματικά των εσόδων της δεν βγαίνουν. Ψάχνει για δουλειά, αλλά μάταια. «Η δουλειά μού δίνει ζωή, μου δίνει λόγο ύπαρξης, όμως είχα εξαντλήσει τα όρια να βρω δουλειά και ως τελευταία λύση, απευθύνθηκα στο ίδρυμα, γιατί τα παιδιά μου είχαν όνειρο να σπουδάσουν», μας εκμυστηρεύεται. Φωτεινός φάρος παραμένει η αλληλεγγύη των φίλων που, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, προσφέρουν κάτι από το υστέρημά τους. Είτε τρόφιμα, είτε ρούχα και παπούτσια. «Ο χορτάτος δεν μπορεί να νιώσει τον πεινασμένο», αναφέρει η κ. Τζανετάκου.


«Ηρθα στην Ελλάδα πριν από 16 χρόνια, όταν ήμουν 23 ετών. Μπορεί να έκανα λάθος, γιατί αυτά που άφησα εκεί, τα βρίσκω τώρα εδώ», λέει η Βικτόρια από την Ουκρανία. Εκεί, σπούδασε Οικονομικά στο πανεπιστήμιο. Εδώ, δούλεψε αρχικά ως καθαρίστρια σε σπίτια και στη συνέχεια τέλειωσε μια σχολή μαγειρικής. Επειτα παντρεύτηκε με Ελληνα κι έκανε ένα παιδί. Σήμερα είναι χωρισμένη και δουλεύει ως βοηθός μάγειρα σε μια ψυχιατρική κλινική. Οταν πληρώνεται, παίρνει 700 ευρώ. Για την ώρα είναι απλήρωτη εδώ και 7 μήνες. Ο γιος της σήμερα είναι 6 χρόονων και ξέρει μόνο ελληνικά. Φιλοξενείται στο ίδρυμα Χατζηκώστα. «Η κρίση βρίσκεται ακόμα στην αρχή κι εγώ δεν μπορώ να καλύψω ούτε τα μεταφορικά για τη δουλειά. Είχα πάρει στεγαστικό δάνειο με τον πρώην σύζυγό μου και τώρα περιμένω απλώς να πάρει το σπίτι η τράπεζα. ΕΈχω σκεφτεί να φύγω από την Ελλάδα, αλλά έχω χάσει πια τους δεσμούς μου με την Ουκρανία. Οταν φτιάχνεις μια φορά μια νέα ζωή, είναι δύσκολο να το κάνεις και δεύτερη».


Μέχρι το 2011, τα παιδιά που δέχονταν τα ιδρύματα στήριξης ανηλίκων ήταν κυρίως από μονογονεϊκές οικογένειες, όπου συνήθως ο πατέρας ήταν απών. Πολλές φορές λόγω αλκοολισμού, ναρκωτικών ή φυλακής. Πριν από δύο χρόνια, όμως, άρχισε να παίζει πολύ σημαντικό ρόλο ο οικονομικός παράγοντας. «Αρχίσαμε να δεχόμαστε αιτήματα από γονείς που είχαν χάσει τη δουλειά τους ή που δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους φόρους τους ή τη ΔΕΗ. Μας ζητούσαν να μας αφήσουν τα παιδιά τους για μερικές μέρες, ούτως ώστε να έχουν διατροφή και ασφάλεια, έως ότου οι ίδιοι βρουν δουλειά.


Μας έβλεπαν σαν ένα καταφύγιο προσωρινής φροντίδας» λέει στην «Εφ.Συν.» ο Γιώργος Πρωτόπαπας, γεν. διευθυντής των Παιδικών Χωριών SOS. Το 2012 το φαινόμενο αυξάνεται κατακόρυφα και στις οικογένειες που ζητούν να αφήσουν τα παιδιά τους προστίθεται και πλήθος οικογενειών που επιθυμούν να τα κρατήσουν κοντά τους, όμως ζητούν οικονομική στήριξη. Τα Παιδικά Χωριά SOS πέρυσι δέχτηκαν αιτήματα από 70 οικογένειες τις Αθήνας. Φέτος από 250. Τα 6 νέα κέντρα τους ανά την Ελλάδα στηρίζουν 800 οικογένειες και 1.500 παιδιά. Η στήριξη δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και ψυχολογική. «Η πείνα θα περάσει. Αν έχεις χάσει τη στήριξη στις βασικές ανάγκες, όμως, δύσκολα αναπληρώνεται», επισημαίνει ο κ. Πρωτόπαπας.


Στο ίδρυμα Χατζηκώστα ο αριθμός των παιδιών που φιλοξενούνται έχει διπλασιαστεί, ενώ τα αιτήματα των οικογενειών για οικονομική στήριξη είναι υπερδιπλάσια. 450 παιδιά βοηθούνται συνολικά, εκ των οποίων τα 100 φιλοξενούνται στα κλειστά προγράμματα του ιδρύματος (60 στο Χαλάνδρι, 40 στην Εκάλη), ενώ 300 παιδιά στηρίζονται στο σπίτι τους, καθώς και 17 φοιτητές. Πέρα από το πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας των παιδιών, τρέχει και πρόγραμμα ψυχολογικής υποστήριξης για γονείς, όπως και τμήμα εθελοντισμού. «Οι άνθρωποι που απευθύνονται σε μας είναι συνήθως Ελληνες ή γεννημένοι στην Ελλάδα ή παιδιά μεταναστών. Είναι άνεργοι ή νεόπτωχοι. Ενα τελευταίο περιστατικό είναι η περίπτωση ενός Ρουμάνου, ο οποίος έφυγε από την Ελλάδα και μας άφησε τα παιδιά του», αναφέρει ο Λεωνίδας Δραγουμάνος, διευθυντής του ιδρύματος Χατζηκώστα.


«Φιλοξενούμε παιδιά που κουβαλάνε σωρεία προβλημάτων στους τρυφερούς τους ώμους» λέει στην «Εφ.Συν.» η Μαρίνα Κατσίμπαλη, διευθύντρια της Κιβωτού του Κόσμου. Η Κιβωτός βλέπει 40% αύξηση των εκκλήσεων για βοήθεια. Πέρυσι φιλοξενούσε περίπου 100 παιδιά, τα οποία φέτος έγιναν 400. Επίσης, νοικιάζει 100 στούντιο για να μένουν μητέρες. Φαινόμενο που πέρυσι δεν υπήρχε. «Στόχος μας είναι να ενδυναμώσουμε τη μητέρα για να επανενωθεί με το παιδί, αντί να τη μετατρέψουμε σε ζητιάνο», επισημαίνει η κ. Κατσίμπαλη.


Κι ενώ η ύπαρξη τέτοιων ιδρυμάτων αποτελεί σημαντικό ανάχωμα στην ανθρωπιστική κρίση των ημερών μας, τα ίδια πλήττονται πλέον από την πολιτική λιτότητας. «Τα παιδιά που στηρίζουμε εξωτερικά μας κοστίζουν 300.000, ενώ οι φόροι που πληρώσαμε πέρυσι ήταν 800.000», τονίζει ο κ. Δραγουμάνος. Κι ενώ το ίδρυμα Χατζηκώστα πλήττεται άμεσα, τα Παιδικά Χωριά SOS πλήττονται έμμεσα. Οι δωρεές, στις οποίες στηρίζονται, έχουν μειωθεί κατά 60%. Η μείωσή τους οφείλεται αφενός στη συρρίκνωση των εισοδημάτων των μικρομεσαίων δωρητών και αφετέρου στο ότι, ήδη από το 2010, φορολογούνται κιόλας.


 «Αφησε το παιδί, είπε ότι πάει για καφέ. Δεν ξαναγύρισε…»


Είκοσι περιπτώσεις εγκαταλειμμένων παιδιών αναλαμβάνει να φροντίσει κάθε μήνα το Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», με τα περισσότερα από αυτά (18 κατά προσέγγιση) να μεταφέρονται στο νοσοκομείο έπειτα από εισαγγελική εντολή. Προερχόμενα από προβληματικές οικογένειες, στις οποίες τον γονεϊκό ρόλο κατέχουν κοινωνικά περιθωριοποιημένα άτομα (χρήστες ναρκωτικών, αλκοολικοί, εκδιδόμενα πρόσωπα), παιδιά ηλικίας από 5 μηνών έως 16 ετών, γνωρίζουν την πρώτη οικογενειακή θαλπωρή ανάμεσα στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου ή ενός ιδρύματος στο οποίο το πιθανότερο να μεταβιβαστούν μετέπειτα. Μέλλον το οποίο φαντάζει άκρως ευοίωνο, συγκριτικά με την άλλη όψη της διαβίωσης στη φυσική τους οικογένεια, η οποία, σε ανάλογες περιπτώσεις, χαρακτηρίζεται από συνθήκες βίας, κακοποίησης ή ακόμα κι εξαναγκασμό σε ατέρμονη επαιτεία σε δρόμους και φανάρια.


«Υπάρχει μια μικρή αύξηση του φαινομένου της εγκατάλειψης λόγω της πολλαπλής κρίσης», σημειώνει ο Συνήγορος του Παιδιού, Γιώργος Μόσχος, συμπληρώνοντας πως τα τελευταία χρόνια συρρικνώνεται η ικανότητα των γονέων να φροντίσουν τα παιδιά τους, πόσω μάλλον εάν πρόκειται για νεογέννητα. «Κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες συνδυάζονται ώστε ένας γονέας να εγκαταλείψει το παιδί του», συμπληρώνει ο ίδιος. Σοκάρει, ωστόσο, η επιλογή γονέων να εγκαταλείψουν τα παιδιά τους στο νοσοκομείο μόνο και μόνο επειδή αυτά αντιμετωπίζουν κινητικά προβλήματα.


Η Αννα Καφούρου, παιδίατρος-διαβητολόγος στο «Παίδων», μιλώντας στην «Εφ.Συν.», θυμήθηκε την περίπτωση μιας μητέρας που το παιδί της δεν μπορούσε να περπατήσει: «Περιμένοντας τον νευρολόγο, άφησε το παιδί στον διάδρομο κι είπε ότι πάει να πάρει καφέ. Οταν μου το είπαν οι συνάδελφοι, κατάλαβα πως δεν θα ξαναερχόταν ποτέ». Με τον θεσμό της αναδοχής αυτή τη στιγμή να χαρακτηρίζεται από πολλούς «υπανάπτυκτος» και τα εγκαταλειμμένα παιδιά να περιμένουν υπομονετικά έως ότου στεγαστούν σε κάποιο ίδρυμα, υπάρχουν και οι περιπτώσεις αδερφών που χωρίστηκαν μεταξύ τους, καθώς δεν υπήρχε η δυνατότητα μεταβίβασης στο ίδιο ίδρυμα. «Ηταν 4 αδέλφια από γονείς “ελευθέρων ηθών”, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Σκορπίστηκαν σε 3 ιδρύματα.


Αν και υπάρχουν οικογένειες που θέλουν να μεγαλώσουν παιδιά, είναι πολύ δύσκολη η γραφειοκρατική διαδικασία και είναι κακή η οργάνωση των θεσμών», περιγράφει η κ. Καφούρου. «Και στο “Παίδων”, ο μέσος χρόνος παραμονής κοντεύει 2-3 μήνες, αν τα παιδιά έχουν κάποιο κινητικό πρόβλημα. Υπήρχε και παιδί που παρέμεινε εδώ 7 χρόνια, ενώ άλλα παιδιά τα έχουμε μεγαλώσει εμείς», καταλήγει η παιδίατρος.


Πηγή: efsyn.gr