Το «κάστρο» των καρβαπενεμών

Τον Ιούνιο, η Μ. Βρετανία έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για το εξαιρετικά ανησυχητικό ζήτημα της αύξησης της αντίστασης των παθογόνων μικροβίων στα διαθέσιμα αντιβιοτικά, κατά τη διάρκεια της σύσκεψης των G8 στο Λονδίνο.

Στις ΗΠΑ το 80% των αντιβιοτικών που καταναλώνονται συνολικά προορίζονται για συμπλήρωμα στις ζωοτροφές και όχι για θεραπευτικούς σκοπούς. Αυτά τα αντιβιοτικά συσσωρεύονται στην τροφική αλυσίδα και καταλήγουν στο πιάτο μας, κάνοντάς μας σταδιακά πιο ευάλωτους στα ανθεκτικά μικρόβια  Οι υπουργοί Υγείας που συμμετείχαν αποφάσισαν να λάβουν άμεσα μέτρα για την επίλυση αυτού του προβλήματος, όπως ο περιορισμός της υπερ-συνταγογράφησης των αντιβιοτικών και η αποφυγή της χρήσης τους στις ζωοτροφές ως επιταχυντών της αύξησης της ζωικής μάζας. Θα ενθαρρυνθεί, ακόμα, η έρευνα για την ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών και θα καταβληθεί προσπάθεια για την αποτελεσματικότερη καταγραφή των περιστατικών αντίστασης σε αντιμικροβιακές θεραπείες από τα νοσοκομεία και τις αρμόδιες υγειονομικές αρχές.

Τα περισσότερα αντιβιοτικά παράγονται στη φύση από αβλαβείς μύκητες ή βακτήρια και έχουν μεγάλη σημασία για την επιβίωση των μικροοργανισμών αυτών στο περιβάλλον, αφού παίζουν μεγάλο ρόλο στην άμυνα και στην επικοινωνία μεταξύ τους. Ο πιο γνωστός τέτοιος μύκητας είναι ο Penicillium chrysogenum, που παράγει την πενικιλίνη. Οι φαρμακευτικές εταιρείες που συνθέτουν αντιβιοτικά σε μεγάλες ποσότητες συχνά χρησιμοποιούν τεράστιους βιοαντιδραστήρες χωρητικότητας χιλιάδων λίτρων, όπου μεγαλώνει ο μικροοργανισμός και παράγει το φάρμακο με φυσικό τρόπο.

Νέες απειλές

Ομως, κλασικά αντιβιοτικά, όπως η πενικιλίνη και οι κεφαλοσπορίνες, που ανήκουν στην τάξη αντιβιοτικών β-λακτάμης και έχουν ευρύ πεδίο δράσης, δεν είναι πια τόσο αποτελεσματικά όσο ήταν στο παρελθόν. Σχεδόν έναν αιώνα μετά την ανακάλυψη της πενικιλίνης, τα παθογόνα βακτήρια έχουν αναπτύξει μηχανισμούς αντίστασης και συνεπώς επιβιώνουν της αντιμικροβιακής θεραπείας. Ενας τέτοιος μηχανισμός είναι η σύνθεση ενζύμων που ονομάζονται β-λακταμάσες. Τα ένζυμα αυτά προσδένονται και απενεργοποιούν την πενικιλίνη και τα συγγενικά της αντιβιοτικά. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το φαινόμενο, οι γιατροί χορηγούν είτε αντιβιοτικά που είναι ανθεκτικά στις β-λακταμάσες, όπως, για παράδειγμα, οι καρβαπενέμες, είτε συνδυάζουν παραδοσιακά αντιβιοτικά με αναστολείς β-λακταμασών, όπως το κλαβουλανικό οξύ.

Οι καρβαπενέμες είναι ο κρυμμένος άσος μας στην παρτίδα ενάντια στα ανθεκτικά μικρόβια. Ανήκουν και αυτές στην τάξη αντιβιοτικών β-λακτάμης και έχουν δομή που τις καθιστά πολύ ανθεκτικές κατά των περισσότερων β-λακταμασών. Θεωρούνται «αντιβιοτικά εσχάτης ανάγκης» και χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία σοβαρών νοσοκομειακών λοιμώξεων για τις οποίες τα κλασικά αντιβιοτικά αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά, όπως αυτές που προκαλούνται, για παράδειγμα, από το βακτήριο Pseudomonas aeruginosa.

Το 2010, όμως, στελέχη των παθογόνων Escherichia coli και Klebsiella pneumoniae, που συχνά προκαλούν σοβαρές ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, βρέθηκαν ανθεκτικά στις καρβαπενέμες. Τα βακτήρια αυτά συνθέτουν ένα νέο ένζυμο, τη μεταλλο-β-λακταμάση-1 του Νέου Δελχί (ή NDM-1), το οποίο απενεργοποιεί και τις καρβαπενέμες. Εξαιτίας του ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν αντιβιοτικά που να λειτουργούν ενάντια σε αυτά τα στελέχη, η πιθανότητα εξάπλωσης αυτών των παθογόνων βακτηρίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε εφιαλτικά σενάρια, με αποτελέσματα που έχουμε δει μόνο σε χολιγουντιανές ταινίες «καταστροφής».

Μάλιστα, η κορυφαία Βρετανίδα αξιωματούχος για θέματα Υγείας Sally Davies επισήμανε πριν από λίγους μήνες ότι τα νέα ανθεκτικά παθογόνα μικρόβια θα πρέπει να μπουν στο ίδιο καλάθι με άλλες σοβαρές παγκόσμιες απειλές, όπως η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή.

Πακέτο μέτρων

Για να αντιμετωπιστεί σοβαρά αυτό το φαινόμενο σε διεθνές επίπεδο, πρέπει να υπάρξει άμεσα αυστηρότερος έλεγχος στη συνταγογράφηση των αντιβιοτικών. Σε αρκετές χώρες, όπως και η Ελλάδα, πολλά αντιβιοτικά χορηγούνται και χωρίς συνταγή γιατρού και εκλαμβάνονται ως πανάκεια για κάθε είδους συνάχι ή κρυολόγημα, ενάντια στα οποία τα αντιβιοτικά δεν έχουν αποτέλεσμα, ούτως ή άλλως, μια και δεν λειτουργούν ενάντια στους ιούς. Παρά τις κατά καιρούς κυβερνητικές εκστρατείες ενημέρωσης του κοινού για το θέμα αυτό ή τα πολυάριθμα άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, φαίνεται ότι, δυστυχώς, δεν έχει επιτευχθεί ακόμα η ουσιαστική κατανόηση της σοβαρότητας του προβλήματος.

Μία άλλη αιτία είναι, επίσης, η χρήση των αντιβιοτικών στην κτηνοτροφία ως συμπληρώματος στις ζωοτροφές, όπου έχει βρεθεί ότι αυξάνουν σημαντικά το ρυθμό της σωματικής ανάπτυξης των ζώων και κατά συνέπεια την ποσότητα του κρέατος που παράγεται. Είναι συγκλονιστικό το γεγονός ότι στις ΗΠΑ το 80% των αντιβιοτικών που καταναλώνονται συνολικά είναι για αυτό το σκοπό και όχι για θεραπευτικούς λόγους. Αυτά τα αντιβιοτικά συσσωρεύονται στην τροφική αλυσίδα και καταλήγουν στο πιάτο μας, κάνοντάς μας σταδιακά πιο ευάλωτους στα ανθεκτικά μικρόβια.

Πάντως, είναι μάλλον εξίσου λάθος να κατηγορούμε μόνο τους κακούς κερδοσκόπους, τις κυβερνήσεις ή τα ΜΜΕ για το ότι ο κόσμος δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα ότι τα ανθεκτικά παθογόνα μικρόβια αποτελούν σοβαρότατη απειλή για την ανθρωπότητα. Ενα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την αποτυχία αυτή βαραίνει και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, που δεν έχει διεκδικήσει με αρκετό σθένος την άμεση λήψη μέτρων από τους αρμόδιους παγκόσμιους οργανισμούς και τις κυβερνήσεις. Οπως και με την κλιματική αλλαγή, έτσι και με το θέμα των ανθεκτικών μικροβίων, η συντονισμένη συνεργασία πολιτικών αξιωματούχων, επιστημόνων και δημοσιογράφων είναι άκρως απαραίτητη, για να αποφύγουμε τα χειρότερα.

Πηγή: independent.co.uk