Οι Βαυαροί ξεκίνησαν την αξιολόγηση και έσπασαν τα μούτρα τους…

Να και πάλι οι «Ιστορίες… Ελληνικές» εκτάκτως και επειδή το καλεί η επικαιρότητα, έτσι για να μην ξεχνάμε και για να μαθαίνουμε… ιστορίες που αφορούν την Ελλάδα, ειδικά από της συστάσεως του σύγχρονου ελληνικού κράτους, οι οποίες δείχνουν όχι μόνο πόσο δύσκολο είναι να γίνουν πραγματικά θεσμικές μεταρρυθμιστικές αλλαγές, αλλά και πως όταν επιχειρήθηκαν αυτές οι αλλαγές υπονομεύτηκαν από την ίδια την αντίληψη του συστήματος, κυρίως του πολιτικού, το οποίο μέχρι τις μέρες μας κυριαρχείται από το ρουσφέτι και τον παλαιοκομματισμό…

Και μπορεί κάθε φορά – όπως καλή ώρα σήμερα – το πολιτικό σύστημα με πομπώδη επιχειρήματα και μεγαλοστομίες να δικαιολογεί αυτά που έκανε ή δεν έκανε ή που επιχειρεί να κάνει, όμως πάντα φανερώνει το πραγματικό του πρόσωπο και τελικά ο μόνος που «πληρώνει τη νύφη» είναι πάντοτε ο απλός πολίτης, ο ελληνικός λαός, που εδώ και περίπου δύο αιώνες βρίσκεται πάντα με την πλάτη στον τοίχο.
Την εποχή του Όθωνα
Οι σημερινές «Ιστορίες… Ελληνικές» είναι αφιερωμένες σε όσα επιχειρούνται σήμερα. Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, οι μετατάξεις, οι απολύσεις είναι μια ιστορία που άρχισε για πρώτη φορά πριν από 180 χρόνια, από την εποχή δηλαδή του Όθωνα, ενώ η ιστορία των απολύσεων των δημοσίων υπαλλήλων επανερχόταν κατά καιρούς χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα…
Όπως σημειώνει και στον «Μικρό Ρωμηό» ο Λευτέρης Σκιαδάς, δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής, «όταν κάποτε θα γραφτεί με αντικειμενικότητα και μεράκι η ιστορία των ‘‘δημοσίων υπηρετών’’, όπως αποκαλούσαν τους δημοσίους υπαλλήλους στα χρόνια του Όθωνα, θα αποτελέσει το πιο σπαρταριστό ανάγνωσμα όλων των εποχών».
Και συμπληρώνει: «Πώς να περιγραφεί το γεγονός ότι από τις πρώτες ημέρες που άρχισε τη λειτουργία του το ελληνικό κράτος υπό τις οδηγίες της βαυαρικής αντιβασιλείας γίνεται προσπάθεια να αξιολογούνται αντικειμενικά οι δημόσιοι υπάλληλοι και 180 χρόνια αργότερα ακόμη δεν τα έχουμε καταφέρει; Ή πώς να παρουσιαστεί η πολιτεία αλλά και τα καμώματα του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος, αφού φρόντισε να κατοχυρώσει συνταγματικά τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος υπέγραψε Νομοθετικό Διάταγμα για την – επιλεκτική – άρση της;».
Ιστορίες, λοιπόν, ελληνικές, δημοσιοϋπαλληλικής τρέλας, με γραφικότητες, πολιτικά τερτίπια και εκλογικά παιχνίδια.
Ο Βαυαρός αντιβασιλιάς
Ένα από τα πρώτα διατάγματα που έσπευδε να υπογράψει – πριν από 180 χρόνια – η αντιβασιλεία του Όθωνα, υπό την Προεδρία του κόμη Άρμανσμπεργκ και με τη συμμετοχή του περίφημου Βαυαρού νομομαθούς Μάουρερ, αφορούσε την καθιέρωση βιβλίων μέσω των οποίων θα γινόταν ταυτοχρόνως ετήσια απογραφή και αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, ένα μέτρο που σχεδιάστηκε και νομοθετήθηκε και σε μια εποχή που οι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν ελάχιστοι.
Η αντιβασιλεία ζήτησε απ’ όλους τους κλάδους της δημόσιας υπηρεσίας να τηρούν βιβλία, μέσω των οποίων η κυβέρνηση θα γνώριζε, ανά πάσα στιγμή, την προσωπική κατάσταση κάθε υπαλλήλου, τις γνώσεις, τις ικανότητές του και με πληροφορίες χρήσιμες για τις εκδουλεύσεις που θα μπορούσε να κάνει. Κατά καιρούς, όπως φαίνεται, χρησιμοποιήθηκαν και για άλλους λόγους, αφού ήταν η αρχή για το φακέλωμα των υπαλλήλων του Δημοσίου.
H αξιολόγηση
Οι υπάλληλοι, ανάλογα με την απόδοσή τους, κατατάσσονταν σε τέσσερις κατηγορίες, οι οποίες ήταν: «εξαίρετος», «καλή», «μετρία» ή «κακή».
♦ Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονταν οι υπάλληλοι που ήταν επιμελείς και δραστήριοι, με ιδιαίτερο πνεύμα και γνώσεις ή χειρίζονταν τα υπηρεσιακά θέματα με επιδεξιότητα.
♦  Στη δεύτερη κατηγορία, «καλή», χαρακτηριζόταν η απόδοση ενός υπαλλήλου όταν επαρκούσε για τις απαιτήσεις της υπηρεσίας και «μετρία» αν η επιμέλεια, η δραστηριότητα, το πνεύμα, οι γνώσεις και η επιδεξιότητα του υπαλλήλου «ευαρεστώσι μεν κατά πολλά, κατά πολλά δε ου»!
♦ Στην τελευταία κατηγορία, την «κακή», υπαγόταν κάποιος υπάλληλος αν δεν είχε επαρκή προσόντα και δεν ανταποκρινόταν «παντελώς εις τας απαιτήσεις της υπηρεσίας».
Οι πρώτες καταχωρίσεις ήταν εξαντλητικές, οι λεπτομέρειες που καταγράφονταν αφορούσαν την εργασία αλλά και την προσωπική και οικογενειακή ζωή των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και την κοινωνικο-οικονομική τους κατάσταση. Όμως στην αξιολόγηση το μεγάλο μειονέκτημα ήταν οι προσωπικές σχέσεις, τα ρουσφέτια, οι σχέσεις των δημοσίων υπαλλήλων με το πολιτικό σύστημα και η πολιτική ισχύς του «προστάτη» τους.
Με το πέρασμα του χρόνου, βέβαια, διαπιστώθηκε ότι στις αξιολογήσεις εισχωρούσε σαφέστατα και η προσωπική αντίληψη του αξιολογητή. Όσο λοιπόν οι σχέσεις μεταξύ αξιολογητή και αξιολογούμενου γίνονταν πιο προσωπικές τόσο οι απαιτήσεις άρχισαν να αμβλύνονται. Έτσι η νομοθεσία τροποποιήθηκε μέχρι που φτάσαμε στα «φύλλα ποιότητος» που συντάσσονταν σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες τα τελευταία χρόνια, όπου τελικά, για να λέμε και την αλήθεια, όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι βαθμολογούνταν με «άριστα».
Ακολούθησαν πολλές αντιπαραθέσεις για το ζήτημα της οργάνωσης του Δημοσίου και της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά εκείνα που κυριαρχούσαν σχεδόν πάντοτε ήταν η παλαιοκομματική και ψηφοθηρική αντίληψη των διορισμών που γίνονταν με απλοχεριά και της απαγόρευσης των απολύσεων προκειμένου να εξυπηρετηθούν κατά καιρούς διάφορες κομματικές σκοπιμότητες σε περιόδους πολιτικής έντασης ή κοινωνικών συγκρούσεων.
Στο επόμενο φύλλο θα δούμε πώς φθάσαμε στη συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1911, στη μερική άρση της μονιμότητας κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού, προκειμένου να διωχθούν οι πολιτικοί του αντίπαλοι, ενώ στις αρχές του 1930 για πρώτη φορά άρχισε να εφαρμόζεται το μέτρο των υποχρεωτικών μετατάξεων, σε μια περίοδο λίγο μετά το οικονομικό κραχ του 1929, με την Ελλάδα να δανείζεται αφειδώς και να είναι και πάλι κάτω από τον οικονομικό έλεγχο των Ευρωπαίων δανειστών της.