Αποχαιρέτα την, την Αρκαδία που φεύγει

Του Παν. Βέμμου

Με αυτό τον παραλλαγμένο καβαφικό στίχο θέλουμε αφενός να τιμήσουμε τα 150 χρόνια απ’ τη γέννηση του μεγάλου Έλληνα Αλεξανδρινού ποιητή, αφετέρου να αναδείξουμε το πρόβλημα ιστορικής συνέχειας μιας σημαδιακής γωνιάς της πατρίδας μας, της Αρκαδίας. Η διαχρονική σκέψη και προβληματισμός του Καβάφη που διασώθηκε από την πυρά της μεταξικής δικτατορίας και της ναζιστικής κατοχής, μπορεί να μας βοηθήσει στην κατανόηση της σημερινής εθνικής και κοινωνικής κρίσης, απαραίτητο στοιχείο για να υπάρξει ανάσχεση και αλλαγή πορείας.

Η Αρκαδία είναι δύο στοιχεία: τοπίο και άνθρωπος, διαλεκτικά και διαχρονικά συνδεδεμένα από τα προϊστορικά ακόμα χρόνια. Αυτό εκφράζει ο δελφικός χρησμός «Αρκαδίην μ’ αιτείς, μέγα μ’ αιτείς, συ τοι δώσω…», το ιδεαλιστικό ευρωπαϊκό κίνημα του αρκαδισμού στο μεσαίωνα, η αποφασιστική συμμετοχή της Αρκαδίας στην Επανάσταση καις τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους και στην Εθνική Αντίσταση στα χρόνια της Κατοχής. Αυτή η ιστορική συνέχεια τις τελευταίες δεκαετίες κινδυνεύει με κατάρρευση και η κρίση δημιουργεί ακόμα πιο δυσοίωνες εξελίξεις.

Χάριν της μελέτης και μόνο θα ξεχωρίσουμε το τοπίο και τον άνθρωπο. Για το πρώτο οι επιπτώσεις της «ανάπτυξης» είναι ιδιαίτερα αισθητές. Το λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ρήση «κρανίου τόπος» εκφράζει την σημερινή κατάσταση, αποτέλεσμα ληστρικής εκμετάλλευσης ενός σημαντικού πόρου, του κάρβουνου. Και, όμως, μπορούσαν πολλά να έχουν γίνει διαφορετικά, αφού και μελέτες υπήρχαν για τη διασφάλιση της γονιμότητας της καλλιεργήσιμης γης και για την αποτροπή ρύπανσης από την καύση και την ανεξέλεγκτη απόθεση κάθε είδους σκουπιδιών. Παράλληλα οι υδροβιότοποι της Κυνουρίας, μεγάλο φυσικό κεφάλαιο, εγκαταλείφθηκαν χάριν μεγάλων και μικρών ιδιωτικών συμφερόντων στο όνομα μιας κοντόφθαλμης τουριστικής ανάπτυξης. Οι ορεινοί όγκοι του Μαινάλου και Πάρνωνα υποβαθμίστηκαν από παύση των δασικών καλλιεργειών και υλοτομιών, τις μεγάλες πυρκαγιές και την άναρχη και ανεξέλεγκτη δόμηση. Η στρατηγική επιλογή του αυτοκινήτου ως κυρίαρχου μέσου μεταφοράς «σφάζει» το φυσικό περιβάλλον, οδήγησε στην κατάργηση του τραίνου κατ εξοχή οικολογικού και του οικονομικότερου μέσου εμπορικής και επιβατικής μεταφοράς.

Η Αρκαδία ήταν ανέκαθεν πηγή μεταναστών από την αρχαιότητα (Κύπρος, Κρήτη, Πόντος) ως τις μέρες μας (Αθήνα, Αμερική, Αυστραλία, Καναδάς κ.α.). Αυτή η πηγή πια στερεύει. Η συντριπτική πλειοψηφία των χωριών κατοικείται πλέον από λίγες δεκάδες ηλικιωμένα άτομα. Οι φωνές των παιδιών χάθηκαν απ’ τα αλώνια, τις γειτονιές και τα σοκάκια των χωριών. Τα σχολεία, πολλά με ιστορία πάνω από 300 χρόνια έκλεισαν ή υπολειτουργούν. Οι γεωργικές καλλιέργειες και η κτηνοτροφική παραγωγή, το στήριγμα της τοπικής οικονομίας, μη αντέχοντας τον ανταγωνισμό, εγκαταλείπονται. Καμιά σημασία δεν έχει η ποιότητα και η νοστιμιά στην «παγκοσμιοποιημένη» πια οικονομία. Τα χέρσα χωράφια και τα χορταριασμένα μαντριά έγινε ο κανόνας της αρκαδικής υπαίθρου.

Τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι έγιναν προσπάθειες είτε για να αποτρέψουν, ανεπιτυχώς βέβαια, αυτήν την εξέλιξη είτε για να ρίξουν «στάχτη στα μάτια των ιθαγενών».Να θυμίσουμε για το περιβάλλον το πρόγραμμα LIFE και τη θεσμοθέτηση του οικολογικού Πάρκου Πάρνωνα-υγρότοπου Μουστού, τα προγράμματα του αγροτοτουρισμού, τις αναμπελώσεις, την ενίσχυση των οικολογικών καλλιεργειών, της αποκέντρωσης κ.α. Τα αίτια της αποτυχίας ας αναζητηθούν στον καταμερισμό εργασίας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην υπερχρέωση της χώρας για να οδηγήσει σε έλεγχο των παραγωγικών της πόρων, στην συστημική κρίση και αναμφισβήτητα στις ευθύνες του πολιτικού συστήματος.

Οι σχεδιασμοί για την Αρκαδία, γνωστοί αλλά και αφανείς, προγραμματίζουν χώρους για την διαχείριση και αποθήκευση κάθε είδους απορριμμάτων (εργοστάσιο στα «σαπολιβαδα» της Παλιόχουνης και βιομηχανικά απόβλητα στη Μεγαλόπολη), fast truck άδειες σε δάση, αρχαιολογικούς χώρους, υδροβιότοπους για να εξυπηρετηθεί η «ανάπτυξη» του τουρισμού και της βιομηχανίας μεγάλων ξένων κατά κανόνα συμφερόντων. Οι καλλιέργειες των μήλων «Τριπόλεως», των ροδάκινων του Δάρα και των κηπευτικών αντικαθίστανται με τα «φωτοβολταϊκά» και στα βουνά στους ανοιχτούς ορίζοντες «φυτρώνουν» ανεμογεννήτριες. Για την πλειοψηφία των κατοίκων, τους υπερήλικες, χωρίς γιατρούς και κέντρα υγείας, μια ώρα αρχύτερα θα τους παραχωρηθούν δύο μέτρα γης και στους ελάχιστους νέους που απέμειναν ο γνωστός δρόμος για τους αρκάδες, ο μισεμός ή η υποταγή και εξυπηρέτηση των αφεντικών. Σ’ αυτόν τον τόπο υπήρχαν και τέτοιοι ντόπιοι και ξένοι.

Και εμείς;

Θα προχωρήσουμε σύμφωνα με την κατάληξη του ποιήματος «Ηρώδης Αττικός» του Κ.Π. Καβάφη;

«… ΟΙ Έλληνες (οι Έλληνες) να τον ακολουθούν,

μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,

μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο».