«Πέτασον! Πέτασον!»

Του Παντελή Μπουκάλα

Η μηχανή θανάτου με το όνομα Ισλαμικό Χαλιφάτο δουλεύει συνεχώς. Και για να «παραδειγματίσει», να τρομοκρατήσει δηλαδή, σκηνοθετεί με τεχνικές Χόλιγουντ τις δολοφονίες που διαπράττει με άρρωστη λαγνεία. Γνωρίζοντας πως αν γεμίσει το Διαδίκτυο με «επαγγελματικά» βιντεάκια, θα τρομάξει περισσότερο παρά αν η εικόνα δείχνει ερασιτεχνισμό. Μετά τους αντιφρονούντες μουσουλμάνους, τους χριστιανούς και τους ζωροαστριστές, οι τζιχαντιστές περιέλαβαν τους ομοφυλόφιλους. Αυτούς τους πετάνε από ταράτσες, όπως έγινε πρόσφατα στη συριακή Ράκα. Το τσακισμένο σώμα που προσγειώνεται το λιθοβολούν μέχρι θανάτου οι «πιστοί»· και ανήλικοι ανάμεσά τους. Στη διάρκεια της φονικά «καθαρτήριας» τελετής, το πλήθος δεν παρακολουθεί απλώς. Συμμετέχει. Ουρλιάζει. «Ρίξτε τον! Πετάξτε τον!» Ποιες είναι οι αντίστοιχες λέξεις στη γλώσσα των τζιχαντιστών –αν είναι γλώσσα τα ουρλιαχτά– δεν ξέρω. Δεν θα ξεχάσω πάντως ποτέ μία κραυγή στα ελληνικά, που ξεκινούσε από αλλού, διασταυρώνεται όμως τώρα με τις ανθρωποφάγες κραυγές των θρησκόληπτων. Για την πλάκα τους, κι από βαρεμάρα, καμιά διακοσαριά άνθρωποι ούρλιαζαν «Πέσε! Πέσε!» σ’ έναν τσακισμένο συνάνθρωπό τους, που ανεβασμένος σε πολυκατοικία του Πειραιά απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει. Καλαμπουρίζοντας επίσης, κι από βαρεμάρα, οι Βυζαντινοί του 12ου αιώνα φώναζαν το «Πέτα! Πέτα!» της εποχής τους σε κάποιον δόλιο ακροβάτη.
Γράφει ο Φαίδων Κουκουλές: «Επί Μανουήλ του Κομνηνού ήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν ο σουλτάνος του Ικονίου Γιακούμπ-Χασάν, προς τιμήν του οποίου ο βασιλεύς διωργάνωσεν ιπποδρομιακούς αγώνας. Εν τω ιπποδρόμω καθημένου και θεωρούντος του σουλτάνου, εις συμπατριώτης του ανέλαβε να διέλθη κατά μήκος τον ιππόδρομον ιπτάμενος. Ανελθών λοιπόν επί του οβελίσκου και φέρων φόρεμα μακρόν του οποίου δι’ ελαστικής στεφάνης είχε κυκλικώς ευρύνει την ποδέαν, ανέμενε την κατάλληλον του ανέμου πνοήν, ίνα ριφθή εις το κενόν. Ο αναμενόμενος όμως άνεμος δεν εφύσα και ο λαός ασχάλλων τού εφώναζε: “πέτασον, πέτασον”. Επί τέλους ο δυστυχής απεφάσισε να κάμη το θανάσιμον πήδημα, πεσών όμως εις το έδαφος, συνετρίβη». Δεν εξισώνω. Κανίβαλος πάντως, άπαξ, γίνεσαι και για καλαμπούρι. Η θρησκοληψία μαζικοποιεί και νομιμοποιεί τον κανιβαλισμό, προσφέροντας συχωροχάρτια και παραδεισένιες παρθένες.

Πηγή: kathimerini.gr