Ο τουρισμός κατά της φτώχειας

Του Βασίλη Γαλούπη

Για τον περισσότερο κόσμο τουρισμός σημαίνει ταξίδια. Παραλιακά θέρετρα, χιονοδρομικά σαλέ, μουσεία, αρχαιολογικοί τόποι, ένα διάλειμμα από την καθημερινότητα. Μάλλον σπάνια αποδίδεται στον τουρισμό, σε παγκόσμια οικονομική κλίμακα, σπουδαιότητα ανάλογη του ενεργειακού κλάδου ή της βαριάς βιομηχανίας και της υψηλής τεχνολογίας. 

Ο τουρισμός, όμως, είναι βιομηχανία! Και μάλιστα αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη παγκοσμίως! Μετά την ενέργεια είναι η δεύτερη προτιμητέα στρατηγική για αναπτυσσόμενες χώρες που παλεύουν να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Οι οικονομικές αναλύσεις πιστώνουν στον τουρισμό τη σωτηρία της Ευρώπης από ακόμα μεγαλύτερη ύφεση, μετά το κραχ του 2008. 
Ο τουρισμός αντιπροσωπεύει παγκοσμίως το 9,5% του ΑΕΠ, το 6% των εξαγωγών (1,4 τρισ. δολάρια), το 30% των υπηρεσιών εξαγωγών και μία στις δέκα θέσεις εργασίας.

Ωστόσο υπάρχουν και οι διόλου αμελητέες παρενέργειες. Αν ο τουρισμός ήταν… χώρα, τότε θα κατείχε την πέμπτη θέση στις μεγαλύτερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Στον τουρισμό, επίσης, χρεώνεται πληθώρα δεινών, όπως η περιβαλλοντική καταστροφή σε αιγιαλούς, δάση, κοραλλιογενείς υφάλους. Υπάρχουν, μάλιστα, και οι σκοτεινές πλευρές, από το λαθρεμπόριο άγριων ζώων μέχρι την εκμετάλλευση παιδιών, θυμάτων του σεξουαλικού τουρισμού. 

Η βιομηχανία του τουρισμού συζητείται σπάνια σε διπλωματικά και οικονομικά φόρα ως πιθανή λύση σε παγκόσμιες κρίσεις. Κι αυτό επειδή οι διάφοροι φορείς χάραξης πολιτικής άργησαν να συνειδητοποιήσουν ότι η τουριστική βιομηχανία είναι μείζων παίκτης στην παγκόσμια οικονομία αποτελώντας μια αγορά 7,6 τρισ. δολ. ετησίως. 

Στην εποχή της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της οικονομικής αστάθειας, ο τουρισμός μπορεί να γίνει καθοριστικός παράγοντας στα αναπτυξιακά σχέδια ανεπτυγμένων, αλλά και αναπτυσσόμενων χωρών. Είναι ένας από τους ελάχιστους κλάδους που ακόμη δημιουργεί θέσεις εργασίας, αν και δυστυχώς συχνά κακοπληρωμένες.

Η αλήθεια είναι ότι ο τουρισμός ανήλθε μάλλον ξαφνικά σε αυτά τα ύψη. Για το μεγαλύτερο κομμάτι του 20ού αιώνα η βιομηχανία βρισκόταν σε λήθαργο. Όμως, μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, ολόκληρος ο κόσμος ήταν πρώτη φορά στη σύγχρονη Ιστορία διαθέσιμος για ταξίδια. 

Οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, από Ρωσία και Πολωνία μέχρι Κίνα και Βιετνάμ, μετατράπηκαν από απαγορευμένα μέρη σε μοδάτους προορισμούς. Ταυτόχρονα η εξέλιξη της τεχνολογίας, όπως τα πιο σύγχρονα μέσα συγκοινωνιών και το Ίντερνετ, έκαναν τα ανοιχτά σύνορα πιο ελκυστικά και τα ταξίδια ευκολότερα και φθηνότερα. 
Ο τουρισμός ως δικαίωμα

Η παγκόσμια άνοδος της «μεσαίας τάξης» μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ασφαλώς αυτή που εδραίωσε την ιδέα των διακοπών και του ταξιδιού ως βασικό δικαίωμα και αναγκαιότητα. Πολύ περισσότερο για τις τελευταίες γενιές, που είναι συνηθισμένες σε πιο καταναλωτικό ή και υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής.
Όλες οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις για τον τουρισμό διεθνώς δείχνουν άνοδο. Τα τελευταία 20 χρόνια, άλλωστε, τα διεθνή ταξίδια διπλασιάστηκαν σε 1,1 δισ. ετησίως, αριθμός τεράστιος, αν αναλογιστούμε ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός είναι 7 δισ. άνθρωποι.

Οι κίνδυνοι, πάντως, του τουρισμού είναι υπαρκτοί και ξεκάθαροι. Χωρίς κάποιου είδους στρατηγική και σχεδιασμό, ενδέχεται να υπονομευθεί το περιβάλλον, αλλά και η πολιτική, όπως και η κουλτούρα ολόκληρων χωρών. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο γ.γ. του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού (UNWTO) Ταλέμπ Ριφάι δήλωσε πρόσφατα ότι «χρειάζεται οι κυβερνήσεις αλλά και οι διεθνείς οργανισμοί να τοποθετήσουν τον τουρισμό ψηλότερα στην εθνική τους ατζέντα και να τον στηρίξουν με πολιτικές ορθής ανάπτυξης, από απλούστευση των διαδικασιών έκδοσης βίζας μέχρι ισορροπημένη φορολόγηση. Προσωπικά θα έκανα τον τουρισμό εθνική πολιτική σε κάθε χώρα».

Τοποθετημένος σε ορθό πλαίσιο και με εμπνευσμένη διαχείριση, ο τουρισμός θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά στα περισσότερα από τα μεγάλα παγκόσμια θέματα, όπως στη διπλωματία, στη μείωση της φτώχειας, στην προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και στον περιορισμό του trafficking.

Αν και είναι πολλές οι χώρες που αναγνωρίζουν τις τεράστιες δυνατότητες που προσφέρει ο κλάδος, οι περισσότερες μετρούν την επιτυχία αποκλειστικά με τον αριθμό των τουριστών που δέχονται και με τα χρήματα που αυτοί ξοδεύουν, παρά με τον ουσιαστικό αντίκτυπο που έχουν οι τουρίστες στα μέρη που επισκέπτονται. Αν, δηλαδή, τα οφέλη είναι περισσότερα από τα προβλήματα που ενδεχομένως προκαλούνται. 
Η πραγματικότητα είναι ότι ο τουρισμός αποτελεί πλέον μια βαριά βιομηχανία. Και οι συζητήσεις φουντώνουν για την εξεύρεση της σωστότερης τουριστικής πολιτικής.

Με την Ελλάδα να ποντάρει όλο και περισσότερα κάθε χρόνο στην τουριστική της ανάπτυξη, ως το βασικό όπλο της για να αντιμετωπίσει την κρίση και την ύφεση, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον η αναζήτηση τουριστικών μοντέλων που θα άξιζαν μίμησης ή άντλησης παραδειγμάτων που θα έπρεπε να αποφευχθούν πάση θυσία. Η χώρα μας έχει πολλά να διδαχθεί από αυτές τις περιπτώσεις.

Γαλλία

Έχει ακολουθήσει, πολύ επιτυχημένα, το μοντέλο του «έξυπνου» τουρισμού. Ήταν η χώρα που πρακτικά εφηύρε την ιδέα της συντονισμένης εθνικής πολιτικής για τον συγκεκριμένο κλάδο. Για τη Γαλλία επιτυχημένη τουριστική πολιτική είναι αυτή που βοηθά τη χώρα να παραμείνει «γαλλική», δηλαδή να αποτρέψει ένα εφιαλτικό σενάριο στο οποίο ο τουρισμός θα τη μετέτρεπε σε μια Ντίσνεϊλαντ, με ξενοδοχειακές μονάδες – μεγαθήρια και ισοπέδωση κάθε ιδιαιτερότητας του γαλλικού τοπίου.

Η κυβέρνηση έχει φροντίσει για τη διατήρηση της ακτογραμμής και των προορισμών με σαφείς κανόνες και αυστηρούς περιορισμούς, σε αντίθεση με το παράδειγμα της Ισπανίας. Εκεί η ατελείωτη σειρά πανομοιότυπων ξενοδοχείων πάνω στις παραλίες της Κόστα Μπράβα έδωσαν στην περιοχή το παρατσούκλι Κόστα (δηλαδή Ακτή) του Τσιμέντου.

Παραδόξως, το σύγχρονο μοντέλο τουρισμού στη Γαλλία δημιουργήθηκε χάρη στις ΗΠΑ! Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Αμερική έστελνε εκατομμύρια δολάρια μέσω του σχεδίου Μάρσαλ ως βοήθεια για να ξαναχτιστεί η Ευρώπη, οι Αμερικανοί ειδικοί αποφάσισαν ότι στην περίπτωση της Γαλλίας ο τουρισμός θα ήταν η ενδεδειγμένη βιομηχανία για να οδηγήσει την χώρα στην ανάρρωση. 

Αμερικανοί ξενοδόχοι εκπαίδευσαν τους Παριζιάνους στις έννοιες των gift shops, των συνεδριακών κέντρων και των πουπουλένιων μαξιλαριών. Δέκα χρόνια μετά, ο Γάλλος πρόεδρος Ντε Γκολ δημιούργησε το πρώτο στον κόσμο υπουργείο Πολιτισμού, μέσω του οποίου πολλά από τα δολάρια των Αμερικανών τουριστών χρηματοδοτούσαν τις αναστηλώσεις μουσείων και ιστορικών αξιοθεάτων.

Μετά την οικονομική κρίση του 2008, ο τουρισμός συνεισέφερε στη γαλλική οικονομία τα μέγιστα. Με ρεκόρ επισκεπτών, από Κινέζους που ταξίδευαν στο Παρίσι για αγορές υπερπολυτελών προϊόντων διάσημων οίκων μέχρι Αμερικανούς που νοίκιαζαν βίλες στην Προβηγκία. 

Βενετία

Η Βενετία, ένας από τους κορυφαίους προορισμούς διεθνώς, αποτελεί παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν ο τουρισμός είναι ανεξέλεγκτος. Η ιστορική πόλη διαθέτει μόλις 60.000 κατοίκους, όμως κάθε χρόνο την επισκέπτονται πάνω από 20 εκατομμύρια τουρίστες, των οποίων η παρουσία έχει εκτινάξει τα ενοίκια, έχει κλείσει παραδοσιακά παντοπωλεία για να ανοίξουν τουριστικά gift shops κι έχει εκδιώξει πολλούς ντόπιους από την πόλη. 

Η UNESCO, θορυβημένη από την απειλή τής δίχως μέτρο τουριστικής επέλασης στην – ίσως – ομορφότερη πόλη του κόσμου, προειδοποίησε το 2009 ότι «ο τουρισμός μπορεί να οδηγήσει τη Βενετία σε έναν υγρό τάφο». Παρά ταύτα η ιταλική κυβέρνηση αρνείται να ορίσει ταβάνι στον αριθμό επισκεπτών ή να εφαρμόσει τους ήδη υπάρχοντες νόμους περί ενοικίων. Το μόνο που έκανε ήταν να απαγορεύσει το πέρασμα τεράστιων κρουαζιερόπλοιων από τα κανάλια, κι αυτό μόνο έπειτα από κινητοποίηση αστέρων του Χόλιγουντ, αν και οι ίδιοι οι Βενετσιάνοι το ζητούσαν επί χρόνια. 

Κίνα

Το παράδειγμα της Κίνας δείχνει ότι από μια προσεκτικά σχεδιασμένη τουριστική στρατηγική μπορούν να προκύψουν ώς και γεωπολιτικά οφέλη. Από τη δεκαετία του 1980 η Κίνα άρχισε να συνειδητοποιεί πόσο σημαντικό θα ήταν ένα «άνοιγμα» προς τον υπόλοιπο κόσμο. Εκτός από τα οικονομικά κίνητρα, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον τουρισμό ως ένα εργαλείο διπλωματίας. Η ιδέα ήταν η εξής: Με το να επιτραπεί σε ξένους να επισκέπτονται το μέχρι πρότινος… άβατο της Κίνας και να γνωρίζουν τα αξιοθέατα και τον πολιτισμό της, η εικόνα της χώρας στον κόσμο θα μπορούσε σταδιακά να βελτιωθεί. 

Οι περισσότεροι ξεναγοί στην Κίνα είναι εκπαιδευμένοι από την κυβέρνηση. Στα μέσα του 1980 ο αριθμός των δωματίων σε ολόκληρο το Πεκίνο δεν ξεπερνούσε τα… 500. Σήμερα, χτίζονται περισσότερα καινούργια ξενοδοχεία στη χώρα κάθε χρόνο απ’ ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο συνολικά.

Καναδάς

Ο Καναδάς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί στον τουριστικό σχεδιασμό μιας χώρας από πολιτικές και οικονομικές αλλαγές, όχι απαραίτητα στο εσωτερικό της, αλλά στην ευρύτερη γειτονική περιοχή. Τέτοιου είδους δευτερογενείς επιπτώσεις χτύπησαν την τουριστική βιομηχανία του Καναδά μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ. Τότε η αμερικανική κυβέρνηση άρχισε να απαιτεί διαβατήρια για το πέρασμα των καναδοαμερικανικών συνόρων. Δεδομένου ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν διέθεταν διαβατήριο, ο τουρισμός του Καναδά μειώθηκε δραματικά. 

Ο πρόεδρος της Καναδικής Επιτροπής για τον τουρισμό Ντέιβιντ Γκόλντσταϊν είχε πει ότι «πριν ήμασταν ουσιαστικά επαναπαυμένοι, αφού οι μεγαλύτεροι καταναλωτές στον πλανήτη ήταν οι γείτονές μας». Έκτοτε ο Καναδάς αναγκάστηκε να μοχθήσει για να προσελκύσει τουρίστες από άλλες χώρες και τα κατάφερε, βελτιώνοντας την πρόσβαση, κάνοντας μεγάλη διεθνή διαφημιστική καμπάνια, εξωραΐζοντας τα πιο τουριστικά μέρη και προωθώντας το ίματζ της χώρας ως ενός προορισμού πολύ διαφορετικού από τις ΗΠΑ. 

Σήμερα ο τουρισμός στον Καναδά έχει εξελιχθεί σε μια διαρκώς αναπτυσσόμενη βιομηχανία των 81,7 δισ. δολαρίων ετησίως! 

Μπουτάν

Αυτή η σχεδόν άγνωστη, μικροσκοπική χώρα στα Ιμαλάια έχει κύριο στόχο να εξασφαλίσει ότι το περιβάλλον, η κουλτούρα και η οικονομία της δεν θα αλλοιωθούν από τον μαζικό τουρισμό. Γι’ αυτό θέτει αυστηρά όρια καθορίζοντας τον αριθμό και το είδος των ξενοδοχείων που επιτρέπεται να χτιστούν, φροντίζοντας, όμως, παράλληλα να υπάρχουν από οικονομικά πανδοχεία μέχρι πολυτελή resorts.

Δεν υπάρχει μαζικός τουρισμός στο Μπουτάν, κατά συνέπεια ούτε πλήθη ούτε επιπτώσεις στο περιβάλλον και τα παραδοσιακά χωριά. Οι τουρίστες που προσελκύει η χώρα προσεγγίζουν, δημογραφικά, το ιδανικό. Αρκετά εύποροι, καλλιεργημένοι, με ισορροπία στις ηλικίες. Επιπροσθέτως, τα όποια χρήματα εισρέουν από τον τουρισμό πηγαίνουν σε τοπικές επιχειρήσεις και ξενοδοχεία κι όχι σε πολυεθνικές αλυσίδες, μια στρατηγική που καταφέρνει με άμεσο τρόπο να μειώνει τη φτώχεια.

Ειδικά στο τελευταίο, το Μπουτάν αποτελεί μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Το τρωτό σημείο του τουρισμού ως αναπτυξιακής στρατηγικής είναι, συνήθως, το γεγονός ότι τα χρήματα των τουριστών πηγαίνουν σε πολυεθνικές (π.χ. μεγάλες αλυσίδες ξενοδοχείων all inclusive) κι όχι σε τοπικές επιχειρήσεις. Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως «money in, money out», δηλαδή «λεφτά μπαίνουν, λεφτά βγαίνουν». Χρήμα, δηλαδή, που δεν καταλήγει εν τέλει στη χώρα διαμονής.

Καμπότζη

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση του φαινομένου «money in, money out» είναι η Καμπότζη. Μπορεί ο τουρισμός της να ανθεί, όμως τα κέρδη καταλήγουν σε ξένες ξενοδοχειακές εταιρείες ή στις τσέπες διεφθαρμένων αξιωματούχων της κυβέρνησης. Ύστερα από δεκαετίες πολέμου και φρικτών γενοκτονιών, η Καμπότζη αναδείχτηκε σε έναν συναρπαστικό προορισμό. Η κυβέρνηση, όμως, πούλησε γη – φιλέτο, από εθνικά πάρκα μέχρι ολόκληρες παρθένες παραλίες, σε ξένες εταιρείες για να χτιστούν ξενοδοχειακές μονάδες και καζίνα, πολλές φορές αναγκάζοντας τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τη γη τους. 

Ενδεικτικά, η πλειονότητα των τουριστών στην Καμπότζη επισκέπτεται τους παγκοσμίου φήμης ναούς του Άνγκορ Βατ στην περιοχή Σιεμ Ριπ, από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της υφηλίου. Όμως, σύμφωνα με τον Ντάγκλας Μπρόντερικ, συντονιστή του ΟΗΕ στην Καμπότζη, παρά τα πλήθη επισκεπτών, μόλις το 7% των εισπράξεων από τον τουρισμό καταλήγει στο Σιεμ Ριπ.

Ο τουρισμός στην Ελλάδα με αριθμούς

◆ Ετήσιες άμεσες εισπράξεις: 13 δισ. ευρώ

◆ Απασχόληση: 800.000 εργαζόμενοι

◆ Ξένοι τουρίστες ετησίως: 22 εκατ.

◆ Άμεση – έμμεση συνεισφορά τουρισμού στο ΑΕΠ (2009): 34,3 δισ. ευρώ

◆ Εκτιμήσεις συνεισφοράς στο ΑΕΠ για το 2021: 41,1 δισ. ευρώ (αισιόδοξη πρόβλεψη: 54,7 δισ.)

Πηγή: topontiki.gr