28 Ιανουαρίου 1969: Η μάχη για το περιβάλλον

 

Μια θανάσιμη μαύρη κηλίδα απλωνόταν στ’ ανοιχτά της Καλιφόρνια, σκοτώνοντας κάθε ζωντανό πλάσμα που υπήρχε στη θάλασσα. Εκατό χιλιάδες λίτρα πετρέλαιο την τροφοδοτούσαν κάθε μέρα ώσπου ν’ αδειάσουν εντελώς οι δεξαμενές του πετρελαιοφόρου που είχε ναυαγήσει στον ωκεανό. Ήταν ένα συνηθισμένο τάνκερ εφοδιασμού υποβρυχίων. Ναυάγησε στις 28 Ιανουαρίου 1969 πληροφορώντας τον κόσμο για τον τρόμο, που λέγεται ρύπανση της θάλασσας και οικολογική καταστροφή. Στον πόλεμο του Περσικού κόλπου, 22 χρόνια αργότερα, πετρελαιοπηγές του Κουβέιτ φόρτωναν με πετρέλαιο τη θάλασσα της Σαουδικής Αραβίας, σκοτώνοντας ακόμα και τα πουλιά που βουτούσαν για να κυνηγήσουν την τροφή τους.

Αφού κατάφερε να ρυπάνει τη στεριά και την ατμόσφαιρα, ο άνθρωπος μόλυνε και τις θάλασσες. Η επιστήμη έχει επινοήσει μεθόδους αντιρρύπανσης που όμως πολλές φορές είναι ανίσχυρες να εξαφανίσουν το κακό. Ο πρώτος που γνωρίζουμε ότι διαμαρτυρήθηκε δημόσια για τη ρύπανση, είναι ο Σενέκας που βρήκε πολύ βρόμικη την ατμόσφαιρα της Ρώμης, τον Α’ αιώνα. Ο πρώτος γνωστός μας νόμος για την προστασία της ατμόσφαιρας είναι του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου Α’ που, το 1273, κύρωσε διάταγμα, σύμφωνα με τον οποίο απαγορευόταν η χρήση ενός τύπου άνθρακα. Ένας που παραβίασε το νόμο, καταδικάστηκε να πεθάνει στην κρεμάλα. Στο Λονδίνο, το 1952, πέθαναν από το νέφος 4.000 άτομα και πολλές δεκάδες χιλιάδες έπαθαν σοβαρές ζημιές στην υγεία τους.

Το 1992, περίπου 150.000.000 κάτοικοι των ΗΠΑ ήταν εκτεθειμένοι σε ανθυγιεινή ατμόσφαιρα, ενώ, στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, οι θάνατοι τετραπλασιάζονταν τις ημέρες που το νέφος ήταν αυξημένο. Στη Σαγκάη της Κίνας, ο μόνιμος κίτρινος καπνός ονομαζόταν «κίτρινος δράκος» και η όξινη βροχή τρυπούσε τα νάιλον πουκάμισα. Στην Καλκούτα της Ινδίας, περίπου το 60% του πληθυσμού παρουσίαζε αναπνευστικά προβλήματα. Η όξινη βροχή κατέστρεφε σοδειές, δάση, λίμνες και κτίρια στην Ευρώπη, στη Β. Αμερική αλλά και στην Κεντρική Αφρική.

Κάποια στιγμή, οι πανύψηλες καμινάδες των εργοστασίων θεωρήθηκε ότι θ’ αποτελούσαν τη λύση στην ατμοσφαιρική ρύπανση από τον καπνό. Όμως, το διοξείδιο του θείου και τα νιτρικά οξέα σχηματίζουν μικρά σωματίδια που ξαναπέφτουν στη γη με τη μορφή της όξινης βροχής. Τα αέρια από τις καύσεις, το διοξείδιο του άνθρακα, το μεθάνιο κ.λπ. συγκεντρώνονται στην ατμόσφαιρα και παγιδεύουν την ηλιακή θερμότητα, δημιουργώντας το φαινόμενο του θερμοκηπίου που απειλεί τις παραθαλάσσιες περιοχές, το νερό, τα τρόφιμα, τα δασικά προϊόντα κι ολόκληρα οικοσυστήματα. Οι καύσεις ρύπαναν την ατμόσφαιρα της γης, από το 1860 ως το 1949, με 50 δισεκατομμύρια κυβικούς τόνους διοξειδίου, ενώ, στα επόμενα σαράντα χρόνια, τη φόρτωσαν με άλλα 130. Η παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος βασίζεται κατά 60%, στην καύση του άνθρακα που ευθύνεται για το 25% της παραγωγής διοξειδίου.

Κατά τους ειδικούς και τους οικολόγους, οι λύσεις βρίσκονται στην ανάπτυξη της ηλιακής, της αιολικής και της γεωθερμικής ενέργειας καθώς και στην εκμετάλλευση των νερών. Όμως, το 1992, μόλις το 20% της παγκόσμιας ενέργειας βασιζόταν στην υδροδυναμική, ενώ οι λεγόμενες ήπιες μορφές ενέργειες βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της ανάπτυξης. Στις 3 Ιουνίου 1992, με πρωτοβουλία του ΟΗΕ, 3.500 αντιπρόσωποι από 185 χώρες συναντήθηκαν στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα προστασίας του περιβάλλοντος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν να υπογράψουν τη συμφωνία. Στις 11 Δεκεμβρίου 1997, στο Κιότο της Ιαπωνίας, η παγκόσμια συνδιάσκεψη για το περιβάλλον συμβιβάστηκε με μιαν απόφαση μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος κατά 5,2% σε σχέση με το 1990 και με ορίζοντα για την επίτευξη του ορίου αυτού τα 15 χρόνια. Το 2005, υπήρχαν ακόμα χώρες που δεν είχαν υπογράψει τη συμφωνία.