Ζυλ Ντασσέν, ο «παγκόσμιας αναγνώρισης -Έλληνας- σκηνοθέτης»

Ο «παγκόσμιας αναγνώρισης σκηνοθέτης» με την εβραϊκή καταγωγή και το γαλλικό όνομα υπήρξε ένα από τα «διαχρονικά σύμβολα αντίστασης» στα απολυταρχικά καθεστώτα, το πιο επιφανές παράδειγμα της Μαύρης Λίστας του Χολιγουντιανού Μακαρθισμού. Ήταν ένας «καλός Αμερικάνος» για τους αριστερούς που δύσκολα θα απονείμουν τέτοιο «παράσημο» σε κάποιον που ξεκίνησε από την «άλλη όχθη». Και πέθανε τελικά «Έλληνας πρώτης γενιάς» για εκείνους που μετρούν την «ελληνικότητα» με γενιές.
Ο Ζυλ Ντασσέν γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 1911 στο από ρωσοεβραίους μετανάστες γονείς στο Μιντλτάουν του Κονέκτικατ. Τελειώνοντας το σχολείο στο Μπρόνξ της Νέα Υόρκης έκανε το πρώτο του πέρασμα του Ατλαντικού για να παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και θεάτρου στην Ευρώπη.
Το ντεμπούτο στο θέατρο γίνεται στο «σανίδι» του «Yiddish Proletarian Theatre» στη Νέα Υόρκη και ακολούθως στρέφεται στη σκηνοθεσία δουλεύοντας σε παραγωγές της «Μέτρο Γκόλντγουιν Μάγιερ». Εκεί καταθέτει και το πρώτο δείγμα γραφής του μεγάλου του ταλέντου, τη αριστοτεχνική κινηματογραφική μεταφορά του «The Tell-Tale Heart» του Εντγκαρ Αλαν Πόε. Η μικρή αυτή ιστορία ενός αφηγητή που σχεδιάζει και εκτελεί το τέλειο έγκλημα για να υπερασπιστεί αργότερα τη ψυχική του υγεία είναι μόνο το πρελούδιο ταινιών που αργότερα θα χαρακτηριστούν κλασσικά στην κατηγορία του θρίλερ.

Κερδίζοντας την «προαγωγή» από τις μικρού μήκους παραγωγές στα B Movies σκηνοθετεί το 1942 για την MGM τα «Nazi Agent» και «Reunion in France». Δύο χρόνια αργότερα έρχεται το «The Canterville Ghost». Η θεματολογία τους είναι επηρεασμένη από το μεγάλο γεγονός της εποχής, το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Με το τέλος του πολέμου αλλάζει «στρατόπεδο» και σκηνοθετεί τα αιματώδη θρίλερ «Brute Force» (1947) και «The Naked City» (1948) για τη «Universal Studios».
Με τα «Thieves’ Highway» και «Night and the City», του 1950, κλείνει και η αμερικάνικη περίοδος της καριέρας του. Η λαίλαπα του Μακαρθισμού του στερεί τη δυνατότητα της δημιουργίας.

Οι ρωσοεβραικές του ρίζες, το ξεκίνημα στο Yiddish Proletarian Theatre και αριστερή του δράση γίνονται γνωστά στους συντάκτες της διαβόητης Μαύρης Λίστας του Χόλιγουντ από το συνάδελφο του Έντουαρντ Ντμίτρικ που τον καταδίδει το 1952 στην Επιτροπή Μη Αμερικανικών Ενεργειών ως κομμουνιστή.
Ο Ντασσέν αυτοεξορίζεται στη Ευρώπη που θα του προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για να σκηνοθετήσει και να πάρει την άτυπη ρεβάνς από την πατρίδα του με το «Ποτέ την Κυριακή». Το 1955, στην πρώτη του κιόλας μετά Χόλιγουντ σκηνοθεσία κερδίζει το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών του 1955 με το «Du rififi chez les hommes». Το «Ριφιφί» είναι τόσο επιτυχημένο που τα ριμέικ και οι αντιγραφές του σεναρίου του σπάνε κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Ανάμεσα σε αυτές και το «Τοπ Καπί» (1964) του ίδιου του Ντασέν.

Στο Φεστιβάλ των Καννών του 1955 γνωρίζει και τη γυναίκα της ζωής του, τη δική μας Μελίνα που συμμετέχει με τη «Στέλλα» του Κακογιάννη. Ο Ντασσέν μαγεύεται από την ομορφιά και την ανεξάρτητη της προσωπικότητα, μοιράζεται τα ιδανικά της και την σκηνοθετεί εφτά φορές. Με το «Ποτέ την Κυριακή» το μετέπειτα ανδρόγυνο γοητεύει το Λονδίνο (υποψηφιότητα BAFTA για το Ντασσέν), μαγεύει τις Κάννες (Πρώτο βραβείο για τη Μερκούρη και υποψηφιότητα για το Ντασσέν) και υποχρεώνει το Χόλιγουντ να παραδεχτεί το λάθος του (Όσκαρ για τη μουσική του Χατζιδάκη, δύο υποψηφιότητες για το Ντασσέν -Σκηνοθεσία και πρωτότυπο σενάριο- και μια για τη Μελίνα).

Η Χούντα των Συνταγματαρχών το 1967 αναγκάζει τη Μελίνα και συνεπώς το Ζυλ Ντασσέν σε επταετή εξορία στο Παρίσι όπου οι δύο τους γίνονται η φωνή του αντιδικτατορικού αγώνα. Για το Ντασέν είναι ακόμα μια περίοδος αντίστασης στον απολυταρχισμό: «Ζούσα μια διαφορετική εξορία από το ‘ 67 έως το ‘ 74 σκηνοθέτησα μία μόνο ταινία γιατί η καρδιά μου είχε μόνο απογοήτευση για τη δικτατορία στην Ελλάδα. Αφοσιώθηκα στη Μελίνα, μένοντας πλάι της όσο το δυνατόν περισσότερο, οι ταινίες δεν βρίσκονταν καν στο μυαλό μας» είχε δηλώσει για την επταετία».
Με την ιστορία να επαναλαμβάνεται, όχι ως φάρσα, αλλά ως θρίαμβος, η απογοήτευση για τη δικτατορία ολοκληρώνεται δημιουργικά και το 1974 γίνεται ο πρώτος που θα «καθίσει» τους Συνταγματάρχες στο «σκαμνί» με το «The Rehearsal». Η προβολή των τελευταίων ταινιών του Ντασσέν γίνεται μετ’ εμποδίων στις ΗΠΑ αλλά αυτό λίγη σημασία έχει μπροστά στον τρίτο και τελευταίο γύρο αγώνων.

Η Μελίνα εκλέγεται βουλευτής στα μεταπολιτευτικά κοινοβούλια της Ελλάδας και διορίζεται Υπουργός Πολιτισμού ξεκινώντας την, προσωπική της αρχικά, σταυροφορία για την επιστροφή των Ελγίνειων. Της συμπαραστέκεται τόσο ηθικά όσο και πρακτικά αξιοποιώντας τις γνωριμίες του για τον «Ελληνικό» στόχο. Μετά το θάνατο της, το 1994, ο Ζυλ Ντασσέν συστήνει το «Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη» προκειμένου να διατηρήσει την κληρονομιά της Μελίνας ζωντανή και να συνεχίσει τον αγώνα της.
Ως πρόεδρος του ιδρύματος οριοθετεί ως στόχους του Ιδρύματος την προβολή και διάδοση του Ελληνικού Πολιτισμού στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το συντονισμό πρωτοβουλιών για τον επαναπατρισμό των Μαρμάρων του Παρθενώνα και τη δημιουργία του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως.
Χωρίς να προλάβει να δει του στόχους εκπληρωμένους, έχοντας όμως θέσει γερά θεμέλια και πλήρης ημερών, καλλιτεχνικής δημιουργίας και αγώνων, ο Ζυλ Ντασσέν έφυγε στις 31 Μαρτίου 2008, σε ηλικία 93 ετών.

Πηγή: oneman.gr