Αλέξης Δαμιανός

Στις 04 Μαίου 2006 φεύγει από τη ζωή ο Αλέξης Δαμιανός, γεννήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1921 στην Αθήνα. Μετράει χρόνια και σημαντικά γεγονότα: έζησε όλη την ιστορία που εμείς απλώς διαβάζουμε, την ιστορία που αυτόν τον ώθησε στη δημιουργία. Το λέω αυτό, γιατί συμφωνώ με τη γνώμη εκείνων που θέλουν το ρεύμα των κινηματογραφιστών της γενιάς του ΄60 να μάχεται με τις ταινίες του εναντίον της Χούντας των Συνταγματαρχών(1967-1974) και να προσπαθεί να αποδώσει την “ελληνικότητα” ενάντια στις έντονες αμερικάνικες επιρροές της εποχής. Η Ευδοκία (1971), καθώς και η πρώτη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Αναπαράσταση (1970) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του κινηματογράφου που ο κριτικός Φώτης Αλεξίου ονόμασε “Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος”. Είναι το νέο αυτό ρεύμα που θέλησε να εναντιωθεί στον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής, τα ηνία του οποίου κρατούσε η Φίνος Φιλμς και να ασχοληθεί με έναν τύπο ανεξάρτητου κινηματογράφου που έχει ίσως ομοιότητες με τη γαλλική Nouvelle-Vague.
Ο
Δαμιανός σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Η πολιτική κατάσταση της εποχής δεν τον άφησε αδιάφορο εξαρχής. Μέσα από τη δουλειά του –ξεκίνησε ως ηθοποιός- έκανε τη δική του αντίσταση στην Εποχή της Κατοχής. Μαζί με ηθοποιούς όπως η Αλέκα Παϊζη και με επικεφαλής το Γιώργο Σεβαστίκογλου έγινε το Λαϊκό Θέατρο με σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό του κόσμου. Αυτή την πρώτη φορά όπως και πολλές φορές αργότερα, οι αρχές κατάφερναν να τα χαλάνε όλα.
Ίδρυσε το “Πειραματικό Θέατρο” και το θέατρο “Πορεία”. Σκηνοθέτησε και έπαιξε σε θεατρικές παραστάσεις, έπαιξε σε ταινίες όπως ο Κλέφτης του Παντελή Βούλγαρη ή ο Καιρός των Ελλήνων του Λάκη Παπαστάθη. Έγραψε δύο θεατρικά έργα “Το καλοκαίρι θα θερίσουμε” και “Ένα αγκάθι στο σπιτικό μας”, έκανε τρεις από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών και…συνεχίζει. Δε σνόμπαρε ούτε την τηλεόραση (Παράξενος Ταξιδιώτης, Πατούχας). Το 45ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έκανε αφιέρωμα στη δουλειά του με τον τίτλο “
Αλέξης Δαμιανός: Ο Λυρισμός της Βίας”. Και δε θα μπορούσε να του δώσει πιο αντιπροσωπευτικό τίτλο.
Το Μέχρι το Πλοίο κατέδειξε τον ποιητικό οίστρο του. Ήρθε η Ευδοκία, μια ιστορία μεστή και συγχρόνως απέριττη να τον φτάσει στο απόγειό του. Το comeback του ήταν πολυαναμενόμενο. Ο Ηνίοχος ήρθε λίγο αργά και ίσως μάλιστα να άφησε κάποιους απογοητευμένους. Ολοκλήρωσε πάντως μια πορεία –μια χαλαρή τριλογία την έχουν χαρακτηρίσει άλλοι- στον ελληνικό χωροχρόνο που κάλυψε το διάστημα από το 1966 μέχρι και το 1995.