Η μάχη του Γρανικού ποταμού

Σαν σήμερα στις 22 Μαΐου 334 π.χ. σημείο καμπής στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου αποτελεί η μάχη του Γρανικού, η επιτυχής έκβαση της οποίας είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη ολόκληρης της Μικράς Ασίας από τον Αλέξανδρο Γ΄.Την άνοιξη του 334 π.χ., ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου πέρασε τον Ελλήσποντο και αποβιβάστηκε χωρίς να συναντήσει αντίσταση στη Μικρά Ασία. Από το στρατόπεδο στην Αρίσβη ο Αλέξανδρος προχώρησε ανατολικά περνώντας από τις πόλεις Περκώτη (σημ. Umur-bey), Λάμψακο, Κολωνές και Έρμωτο ενώ του παραδόθηκε και η Πρίαπος, βορειότερα στην Προποντίδα.1 Στο μεταξύ, οι περσικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στη Ζέλεια (σημ. G?nen), 100 περίπου χλμ. ανατολικά της Αρίσβης.

Όταν πληροφορήθηκαν το πέρασμα του Αλέξανδρου στην Ασία, οι Πέρσες σατράπες και αξιωματούχοι συσκέφθηκαν για να αποφασίσουν τις περαιτέρω ενέργειές τους. Ο Μέμνων ο Ρόδιος, ο οποίος ήταν αρχηγός μισθοφόρων στην υπηρεσία του Πέρση μονάρχη και ευνοούμενός του, πρότεινε να μη διακινδυνεύσουν μια σύγκρουση με αντίπαλο που υπερτερούσε σε πεζικό και είχε επικεφαλής το βασιλιά του, ενώ αντίθετα ο Δαρείος Γ΄ δε βρισκόταν εκεί. Κατά το Μέμνονα η καλύτερη
λύση ήταν να υποχωρήσουν καταστρέφοντας στο πέρασμά τους την ύπαιθρο, τις σοδειές ακόμα και τις πόλεις τους. Έτσι ο Αλέξανδρος δε θα έβρισκε τα απαραίτητα εφόδια για το στρατό του και θα αναγκαζόταν να αποχωρήσει. Παράλληλα, έπρεπε να αποσταλούν δυνάμεις ναυτικού και πεζικού στη Μακεδονία για να μεταφέρουν τον πόλεμο στην Ευρώπη.

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, οι προτάσεις του Μέμνονα ήταν σωστές, αλλά οι Πέρσες τις απέρριψαν ως υποτιμητικές. Στην τακτική της καμένης γης αντιτάχθηκε ιδιαίτερα ο Αρσίτης, ύπαρχος της ελλησποντικής Φρυγίας. Οι Πέρσες αξιωματούχοι υποψιάζονταν ότι ο Μέμνων ήθελε να παρατείνει τον πόλεμο, για να επωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από εύνοια του Δαρείου στο πρόσωπό του. Είναι επίσης πιθανό ότι ο Αλέξανδρος είχε δώσει εντολή στο στράτευμα να μη
λεηλατήσει την περιοχή που ανήκε στο Μέμνονα, καθιστώντας τον έτσι ακόμα περισσότερο ύποπτο για τους Πέρσες. Η απόφαση του πολεμικού συμβουλίου ήταν άμεση επίθεση για ανακοπή της προέλασης του Αλέξανδρου. Στη συνέχεια ο περσικός στρατός βάδισε βορειοδυτικά στην πεδιάδα της Αδράστειας κι εγκατέστησε τη γραμμή άμυνας στην ανατολική όχθη του ποταμού Γρανικού.

Η στρατηγική των εμπολέμων

Η περιοχή αυτή χαρακτηρίστηκε ως «πύλες της Ασίας»5 και πράγματι ήταν στρατηγικής σημασίας για την πορεία της εκστρατείας. Από εκεί διερχόταν η βασιλική οδός που ένωνε τον Ελλήσποντο με το Δασκύλειο, έδρα της σατραπείας της ελλησποντικής Φρυγίας. Πιθανότατα διασταυρωνόταν εκεί με την οδό που ένωνε την Κύζικο (σημ. Bal?kesir) με τις Σάρδεις Αν οι Πέρσες δεν κατόρθωναν να αναχαιτίσουν εκεί τους εισβολείς, ο δρόμος προς αυτές τις σημαντικές πόλεις θα ήταν πλέον ανοιχτός. Επιπλέον, η τοποθεσία του Γρανικού (σημ. Κocaba? ?ay) πρόσφερε τακτικά πλεονεκτήματα στους Πέρσες οι οποίοι ανάγκαζαν τον Αλέξανδρο να δώσει μάχη σε έδαφος της επιλογής τους. Οι αρκετά ψηλές και απόκρημνες όχθες του ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο που θα δυσχέραινε την τήρηση του σχηματισμού και την επίθεση των Μακεδόνων εναντίον των υπερασπιστών τους. Αν και το ποτάμι δεν πρέπει να ήταν βαθύ και ορμητικό, ούτε ιδιαίτερα πλατύ, οπωσδήποτε ήταν κάτι που δε θα διευκόλυνε την κατάσταση για τον Αλέξανδρο. Τέλος, στρατοπεδεύοντας εκεί οι Πέρσες εξασφάλιζαν τις γραμμές ανεφοδιασμού με Ζέλεια και Κύζικο, και είχαν επάρκεια νερού και ζωοτροφής.

Από την άλλη μεριά ο Αλέξανδρος είχε τους δικούς του λόγους για την επιδίωξη άμεσης σύγκρουσης. Χρειαζόταν μια γρήγορη νίκη για να απαλλαγεί από τα οικονομικά και επισιτιστικά του προβλήματα. Επιπλέον, έπρεπε να εξασφαλίσει τουλάχιστον την περιοχή του Ελλήσποντου ως βάση εξόρμησης και οδό ανεφοδιασμού αλλά και για να αποφύγει πιθανό εγκλωβισμό στην ενδοχώρα σε περίπτωση που οι επιχειρήσεις δεν εξελίσσονταν καλά. Ήταν επίσης απαραίτητο να θέσει υπό τον έλεγχό του μεγάλο μέρος των παραλίων της Ιωνίας για να στερήσει από τον περσικό στόλο την κυριαρχία στο Αιγαίο και συνεπώς να αποκλείσει την πιθανή μεταφορά του πολέμου στην Ευρώπη. Αν όμως ο Αλέξανδρος απέφευγε την εμπλοκή στο Γρανικό και κατευθυνόταν στην Ιωνία θα άφηνε στα νώτα του την κύρια δύναμη του εχθρού. Έτσι βάδισε προς το Γρανικό και μόλις έφτασε παρέταξε το στρατό του για μάχη, παρά τις αντιρρήσεις του Παρμενίωνα.

Το τι ακριβώς επακολούθησε είναι δύσκολο να εξακριβωθεί. Οι αρχαίες πηγές δίνουν ανεπαρκείς και αντιφατικές πληροφορίες. Κατά συνέπεια, οι ιστορικοί έχουν προτείνει διάφορες εκδοχές ακολουθώντας άλλοι την περιγραφή του Διόδωρου και άλλοι (οι περισσότεροι) του Αρριανού. Η μάχη που έγινε τις πρώτες απογευματινές ώρες το Μάιο/Ιούνιο του 334 π.χ. πιθανώς εξελίχτηκε περίπου με τον παρακάτω τρόπο.

Οι αντίπαλες παρατάξεις

Το περσικό ιππικό αριθμούσε έως 20.000 άντρες και παρατάχτηκε κατά μήκος της ανατολικής όχθης με βάθος 16 ιππέων δημιουργώντας έτσι ένα μέτωπο γύρω στα 2,5 χλμ. Στο αριστερό κέρας βρισκόταν ο Μέμνων ο Ρόδιος με άγημα άγνωστης δύναμης και σύνθεσης, μάλλον Ελλήνων μισθοφόρων και αντρών της επικράτειάς του. Δίπλα του ήταν ο σατράπης της Κιλικίας Αρσάμης, ακολουθούσε ο ύπαρχος της ελλησποντικής Φρυγίας, Αρσίτης, με τους Παφλαγόνες του και μετά ο
σατράπης της Λυδίας και Ιωνίας Σπιθριδάτης, επικεφαλής Υρκανών ιππέων. Το κέντρο καλυπτόταν από μεγάλη δύναμη άγνωστης εθνικότητας που πρέπει να περιλάμβανε και Καππαδόκες με το σατράπη Μιθροβουζάνη. Στη συνέχεια, το δεξί κέρας κρατούσαν 2.000 Βακτριανοί, άλλοι 2.000 ιππείς υπό το Ρεομίθρη και τέλος 1.000 Μήδοι. Πίσω από τη γραμμή του ιππικού πήρε θέση το πεζικό των Περσών, λιγότεροι από 20.000 άντρες. Οι Έλληνες μισθοφόροι δεν πρέπει να ήταν περισσότεροι από 5.000. Αρχηγός όλων αυτών ήταν ο Ωμάρης.

Στην απέναντι όχθη, ο Αλέξανδρος τοποθέτησε στο αριστερό κέρας τους 1.800 Θεσσαλούς ιππείς με επικεφαλής τον Κάλα, δίπλα του το ελληνικό συμμαχικό ιππικό με 600 άντρες υπό το Φίλιππο και μετά τους 150 Θράκες ιππείς του Αγάθωνα. Ακολουθούσαν οι έξι φάλαγγες των πεζεταίρων, 1.500 άντρες η κάθε μια, με διοικητές τους Κρατερό, Μελέαγρο, Φίλιππο, Αμύντα, Κοίνο και Περδίκκα, και στη συνέχεια οι 3.000 υπασπιστές υπό το Νικάνορα. Στο δεξί κέρας βρισκόταν ο Αμύντας με 600 σαρισοφόρους και 150 Παίονες ιππείς, έπειτα μια ίλη 200 εταίρων με το Σωκράτη καθώς και οι άλλοι 1.600 εταίροι υπό το Φιλώτα. Τέλος, στην άκρη της παράταξης πήραν θέση 1.000 τοξότες και Αγριάνες ακοντιστές. Συνολικά ο Αλέξανδρος διέθεσε για τη μάχη 5.100 ιππείς και 13.000 πεζούς. Ο ίδιος ανέλαβε την ηγεσία του δεξιού μέρους και ο Παρμενίων του αριστερού. Η γραμμή του μακεδονικού στρατού έπρεπε να καλύπτει μέτωπο ίσο σε μήκος με εκείνο των Περσών, έως 2,5 χλμ., για να αποφευχθεί η υπερκέρασή της. Κατά συνέπεια, η φάλαγγα παρατάχτηκε πιθανότατα με βάθος
8 αντρών, το αριστερό κέρας είχε βάθος 10 ιππέων, ενώ οι ιππείς στο δεξί ήταν λίγο περισσότεροι. Όταν εντόπισαν τον Αλέξανδρο απέναντί τους, οι Πέρσες τοποθέτησαν το πυκνότερο τμήμα του ιππικού τους στο αριστερό κέρας, μετακινώντας δυνάμεις από το κέντρο. Ο Αλέξανδρος διέταξε να επιτεθούν πρώτοι οι εταίροι της ίλης του Σωκράτη, οι Παίονες, οι σαρισοφόροι ιππείς καθώς και
ένα τμήμα 1.000 υπασπιστών. Αφού ξεκίνησαν την έφοδο αυτές οι μονάδες, ο Αλέξανδρος οδήγησε τους εταίρους, μαζί με τοξότες και ακοντιστές στην κύρια επιθετική προσπάθεια. Υπό τους ήχους σαλπίγγων και ιαχών προχώρησαν ενάντια στο ρεύμα, επεκτείνοντας το σχηματισμό τους, σε λοξή παράταξη ώστε να κρατήσουν τη συνοχή τους και να επιτεθούν με όσο
το δυνατόν ενιαίο μέτωπο. Η έφοδος της πρώτης δύναμης κρούσης υπό το Σωκράτη και τον Αμύντα ήταν σημαντική. Σκοπός της ήταν να καθηλώσει την ισχυρή δύναμη του εχθρού σε ολόκληρο το αριστερό κέρας των Περσών. Αν οι Πέρσες, που συμπλέκονταν ήδη με εκείνες τις μονάδες, επεξέτειναν κι αυτοί τη γραμμή τους για να αποφύγουν τη διαφαινόμενη κίνηση υπερκέρασης από τον Αλέξανδρο που ακολουθούσε θα άφηναν επικίνδυνα κενά στην παράταξή τους. Αυτά τα κενά
θα μπορούσαν να τα εκμεταλλευτούν τόσο η πρώτη δύναμη κρούσης όσο και το δεξί κέρας υπό τον Αλέξανδρο, το οποίο τελικά, με την κίνησή του στο ποτάμι, έφτασε στην απέναντι όχθη ολομέτωπο και πέρα από το αριστερό των Περσών.

Περιορίζοντας την ελευθερία κινήσεων τους, ο Αλέξανδρος πέτυχε να τους υπερφαλαγγίσει αποφεύγοντας ταυτόχρονα τον ίδιο κίνδυνο για το δικό του στράτευμα. Σταδιακά, οι Μακεδόνες υπερίσχυσαν και απώθησαν τους αντιπάλους από την όχθη ενώ και το πεζικό τους περνούσε το
Γρανικό. Στις συγκρούσεις που έγιναν κινδύνευσε η ζωή του Αλέξανδρου αλλά σώθηκε από τον Κλείτο. Πιεζόμενο πλέον από παντού, το περσικό ιππικό δεν άντεξε. Οι φάλαγγες των πεζεταίρων πιθανότατα έσπασαν πρώτες το εξασθενημένο περσικό κέντρο και τότε τράπηκαν σε φυγή και οι δύο πτέρυγες. Για τον ακριβή ρόλο που έπαιξε το αριστερό κέρας υπό τον Παρμενίωνα δεν υπάρχουν στοιχεία. Πιθανώς ενήργησε υποστηρικτικά, μπαίνοντας στη μάχη λίγο αργότερα. Οι νικητές αντιμετώπισαν στη συνέχεια το εχθρικό πεζικό που είχε παραμείνει αδρανές όλο αυτό το διάστημα. Ίσως οι Έλληνες μισθοφόροι ήταν οι μόνοι που κράτησαν τις θέσεις τους και πολέμησαν απεγνωσμένα. Όμως περικυκλώθηκαν και τελικά επέζησαν μόνο 2.000 περίπου που αιχμαλωτίστηκαν. Από τους Πέρσες σκοτώθηκαν επίσης περίπου 1.000 ιππείς, ανάμεσά τους πολλοί αξιωματούχοι. Οι απώλειες των Μακεδόνων ήταν 25 εταίροι, άλλοι 60 ιππείς και 30 πεζοί.

Την επομένη, οι νεκροί Μακεδόνες, οι μισθοφόροι και οι Πέρσες ευγενείς τάφηκαν με τιμές ενώ ο Αλέξανδρος έστειλε στην Αθήνα ως ανάθημα 300 περσικές πανοπλίες με το επίγραμμα «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι έλληνες πλην Λακεδαιμονίων υπο των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων».

Υ.Γ: Η ημέρα διεξαγωγής της μάχης του Γρανικού αποτελεί σημείο αμφισβήτησης.

Πατήστε εδώ για να δείτε τη μεγέθυνση του σχεδιαγράμματος της Μάχης του Γρανικού.