Kafka Franz (1883-1924): Φωνή Δυνατή Από Πέρα…

Φραντς Κάφκα (Franz Kafka, 3 Ιουλίου 1883 – 3 Ιουνίου 1924), γεννήθηκε στη Πράγα, από γονείς Εβραίους, Γερμανόφωνους. 1883-89 Η Πράγα κείνη την εποχή συνδύαζε μοναδικά τη γερμανική, τσέχικη κι εβραϊκή κουλτούρα και ζωή. Ο πατέρας του μεγαλέμπορος. Αυστηρός. Είχε 3 αδερφές μεγαλύτερες. Ήρεμα παιδικά χρόνια. 1889-01 Στο γερμανικό δημοτικό σχολείο της Πράγας και στο γερμανικό γυμνάσιο της παλιάς πόλης. Η παιδεία του πλήρως γερμανική.
1901-06 Σπουδές γερμανικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πράγας. Ύστερα από προτροπή και πίεση του πατέρα για λόγους σίγουρης σταδιοδρομίας, ακολουθεί τη Νομική. Γράφει τα πρώτα του έργα. Τα περισσότερα χαμένα. Γνωρίζεται με τον Max Brod, μια μακρά φιλία. 1906-07 Πτυχίο Νομικής. Ένα χρόνο πρακτική δικηγορική εξάσκηση. Γράφει την «Περιγραφή Ενός Αγώνα» από τα πρώτα, πιο εκτενή κι ολοκληρωμένα έργα του. 1908-12 Υπάλληλος ως δικηγόρος σε ασφαλιστική εταιρία εργατικών ατυχημάτων στη Πράγα, μέχρι το 1922 όπου παίρνει σύνταξη για λόγους υγείας. Την άχαρη αυτή ζωή του υπαλλήλου ποτέ δεν αγάπησε αν και στη δουλειά του ήταν ευσυνείδητος.
1908-12 Γράφει τις βραδινές ώρες. Γράφει πολύ. Γράφει με συνοχή μόνο τη νύχτα απομονωμένος και σε απόλυτη ησυχία. Πολλά διηγήματα τα γράφει μέσα σε μια νύχτα. Πάσχει από αϋπνίες. Εκείνα τα χρόνια έγραψε αρκετά από τα διηγήματά του όπως: «Τα Δέντρα«, «Ρούχα«, «Η Αποπομπή«, «Ο Έμπορος«, «Οι Διαβάτες«, «Ο Επιβάτης«, «Η Κρίση«. Αρχίζει και κρατά ημερολόγια. Ταξίδια σε Παρίσι, Ζυρίχη, Βαϊμάρη, Μιλάνο, Μόναχο. 1912-13 Γράφει τα πρώτα του κύρια έργα, «Αμερική» «Η Μεταμόρφωση». Ταξίδια σε Βιέννη, Βενετία. Αρραβώνες για ένα χρόνο με τη Felice. Από τότε εμφανίζεται στα γραπτά του η «Αγωνία» η «Πληγή Της Μακρινής Νύχτας». Αγωνία για την «Διατάραξη Της Πραγματικότητας Από Τον Έξω Κόσμο», αγωνία «Για Την Εσωτερική Ελευθερία», αγωνία «Για Την Κοινωνική Ένταση».
1914 Η χρονιά της έμπνευσης των δυο μεγάλων έργων του, «Η Δίκη» «Ο Πύργος». Προμελέτες, σχέδια, δοκιμές, σημειώσεις στο ημερολόγιο. Γράφει την «Αποικία Των Τιμωρημένων». Σχέση με τη Grete. Πολλά έτη αλληλογραφούσε μαζί της. 1915-17 Ταξίδια σε Ουγγαρία, Μόναχο. Δουλεύει τη «Δίκη». Γράφει νουβέλες. Δεύτερος αρραβώνας για 6 μήνες με τη Felice. «Αφορισμοί». Διάγνωση φυματίωσης. Στο γράψιμό του υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις. Χρόνια ενδοσκόπησης. Έγραφε:
«Θ’ αποκλειστώ μέχρι αναισθησίας απ’ όλους…», «Είμαι κλειστός, σιωπηλός, ακοινώνητος, ανικανοποίητος!», «Ζω με τους αγαπημένους μου ανθρώπους πιο ξένος κι από ένα ξένο…», «Δεν έχω κανένα αίσθημα εκτός απ’ αυτό του παρατηρητή…»
1918-20 Θεραπεία. Διακοπές στην εξοχή. Αρραβώνες για λίγες βδομάδες με τη Julie. Γράφει το «Χτίζοντας Το Σινικό Τείχος». Δημοσιεύει μερικά διηγήματα, νουβέλες. Συνεχίζει να γράφει τον «Πύργο».
1920-22 Σχέση με τη Milena για 2 χρόνια, μια Τσέχα παντρεμένη συγγραφέα. Η αλληλογραφία τους εκδόθηκε αργότερα («Γράμματα Στη Μίλενα»). Τον Μάρτη του ’22,διαβάζει δημόσια αποσπάσματα από τον «Πύργο». 1923 Γράφει διηγήματα και μετά τα καίει. «Ο Καλλιτέχνης Της Πείνας», «Το Κτίσμα», «Έρευνες Ενός Σκύλου». Μένει στο Βερολίνο. Συζεί με τη Dora. Πάντα προσπαθούσε ν’ αφοσιωθεί σε μια γυναίκα και να ενταχθεί στην ανθρώπινη κοινότητα. 1924 Αρρωσταίνει βαριά και μπαίνει στο Νοσοκομείο του Βερολίνου. Η Dora είναι δίπλα του μέχρι το τέλος. Μεταφέρεται σε σανατόριο της Βιέννης όπου και πεθαίνει στις 3 Ιουνίου 1924. Ταφή στο Εβραϊκό Νεκροταφείο της Πράγας.
Έγραψε όλο του το έργο στη γερμανική γλώσσα. Όσο ζούσε εκδόθηκαν μόνον ελάχιστα διηγήματα. Στη διαθήκη του, παρακαλεί το φίλο του Max Brod, να κάψει όλα του τα χειρόγραφα, όλα τα έργα του, μεταξύ αυτών «Η Δίκη», «Ο Πύργος», «Η Αμερική». Εκείνος παράκουσε τη διαθήκη, επιμελήθηκε κι εξέδωσε όλα τα έργα του. Έτσι διασώθηκε μια από τις σημαντικότερες πνευματικές κληρονομιές του 20ού Αιώνα
.
————————————————————————————————
Η Δίκη
(αποσπάσματα)

Πρό τού Νόμου ίσταται φύλαξ. Εις τόν φύλακα τούτον έρχεται άνθρωπος χωρικός καί τόν ικετεύει νά τού επιτρέψει τήν είσοδον εις τόν Νόμον. ‘Αλλ’ ο φύλαξ λέγει ότι επί τού παρόντος, αδυνατεί νά τόν δεχθεί. Ο άνθρωπος, σκεπτικός, τόν ερωτά εάν θά τού επιτραπεί νά εισέλθη αργότερον.
Ίσως» αποκρίνεται ο φύλαξ, «πάντως όχι επί τού παρόντος«. Επειδή η πύλη, η οποία οδηγεί εις τόν Νόμον, είναι ανοικτή, ως συνήθως καί ο φύλαξ ίσταται παραπλεύρως, ο άνθρωπος κύπτει διά νά ιδή εκ τής εισόδου. Όταν ο φύλαξ τόν αντιλαμβάνεται γελά καί τού λέγει: «Εφ’ όσον τόσον σφοδρώς τό επιθυμείς, δοκίμασε νά εισέλθης άνευ τής ιδικής μου αδείας. Πρόσεχε όμως διότι είμαι ισχυρός. Εγώ δέ είμαι ο έσχατος τών φυλάκων. Πρό εκάστης αιθούσης υπάρχουν φύλακες, ο είς ισχυρότερος τού άλλου. Ο τρίτος ήδη έχει τόσον φοβεράν όψιν, ώστε ακόμη καί εγώ αδυνατώ νά τόν ατενίσω«.
Ο χωρικός ουδόλως ανέμενε νά ευρεθή πρό τοιούτων δυσχερειών. «Ο Νόμος» σκέπτεται, «ώφειλε νά είναι προσιτός εις πάντας καί ανά πάσαν στιγμήν» καί όταν εξετάζη προσεκτικώτερα τόν φύλακα, μέ τήν γούναν του, τήν πελωρίαν σουβλερήν μύτην του καί τήν αραιάν ταταρικήν γενειάδαν του, αποφασίζει ότι είναι προτιμότερον νά αναμείνη έως ότου τού επιτραπή η είσοδος. Ο φύλαξ τού προσφέρει έδρανον καί τού επιτρέπει νά καθήση πλησίον τής πύλης. Εκείνος κάθηται καί αναμένει επί ημέρας καί έτη.
Πολλάκις αποπειράται νά λάβη τήν άδειαν εισόδου καί μετά φορτικότητος οχλεί τον φύλακα. Συχνάκις ο φύλαξ συζητεί μετ’ ολίγον μετ’ αυτού καί τόν ερωτά διά τόν τόπον του και δι’ άλλα ζητήματα, αι ερωτήσεις όμως υποβάλλονται τελείως απροσώπως, καθ’ όν τρόπον ερωτούν οι μεγάλοι άνδρες, πάντοτε δέ η συζήτησις καταλήγει εις τήν δήλωσιν ότι η είσοδος δέν τού επιτρέπεται ακόμη. Ο άνθρωπος, ο οποίος ήτο καλώς εφωδιασμένος διά τό ταξείδιον, προσφέρει όλα του τά υπάρχοντα, οσονδήποτε πολύτιμα καί άν είναι, μέ τήν ελπίδαν ότι θά εξαγοράση τόν φύλακα. Ο φύλαξ τά δέχεται όλα, λέγων όμως καθώς λαμβάνει έκαστον δώρον:
Τό λαμβάνω διά νά μήν νομίσης ότι κάτι παρέλειψες«.
Καθ’ όλα τά μακρά έτη ο άνθρωπος σχεδόν αδιαλείπτως ατενίζει τόν φύλακα. Λησμονεί τούς άλλους φύλακας καί νομίζει ότι αυτός είναι τό μόνον πρό τού Νόμου εμπόδιον. Κατά τά πρώτα έτη καταράται μεγαλοφώνως τήν κακήν του μοίραν. Αργότερον, καθώς γηράσκει, γογγύζει μόνον κατ’ ιδίαν. Γίνεται παλίμπαις καί επειδή κατά τήν μακράν αγρυπνίαν του εγνώρισεν ακόμη καί τούς ψύλλους εις τήν γούναν τού φύλακος, ικετεύει αυτούς τούτους τούς ψύλλους νά τόν βοηθήσουν καί νά πείσουν τον φύλακα νά μεταβάλη γνώμην.
Εν τέλει, οι οφθαλμοί του εξασθενίζουν καί δέν γνωρίζει πλέον εάν πράγματι ο κόσμος αμαυρούται ή εάν οι οφθαλμοί του τόν εξαπατούν. ‘Αλλ’ εις το σκότος δύναται τώρα νά βλέπη φώς αΐδιον, τό οποίον εκπέμπεται εκ τής πύλης τού Νόμου. Η ζωή του πλέον εγγίζει τό τέλος της. Πρίν ή αποθάνη, η πείρα όλου τού βίου του συνοψίζεται εις έν ερώτημα τό οποίον ουδέποτε υπέβαλεν εις τόν φύλακα. Επειδή αδυνατεί πλέον νά ανυψώση τό αποσκληρυμένον του σώμα, νεύει εις τόν φύλακα, εκείνος κύπτει βαθέως διά νά ακούση, διότι η διαφορά τού αναστήματός των έχει υπεραυξηθή εις βάρος τού ανθρώπου.
«Τί επιθυμείς να γνωρίσης;» ερωτά ο φύλαξ. «Είσαι ακόρεστος«.
Όλοι επιθυμούν νά φθάσουν εις τόν Νόμον.«, αποκρίνεται ο άνθρωπος. «Πώς λοιπόν επί τόσα έτη ουδείς άλλος πλήν εμού προσήλθε διά νά γίνη δεκτός«;
Ο φύλαξ αντιλαμβάνεται ότι ο άνθρωπος είναι τελείως εξηντλημένος καί ότι η ακοή του εξασθενίζει, δι’ αυτό τού φωνάζει εις τό ούς του:
Ουδείς άλλος πλήν εσού ηδύνατο νά εισέλθη διά τής πύλης αυτής, διότι η πύλη αύτη προωρίζετο αποκλειστικώς δι’ εσέ. Τώρα θά τήν κλείσω«.

Απόσπασμα απο το βιβλίο, Εκδόσεις «ΓΑΛΑΞΙΑΣ» μετ. Αλέξανδρου Κοτζιά έκδοση Ιούνιος 1967 (δέκατη πέμπτη χιλιάδα).