Κωνσταντίνος Σισμανόγλου (1857-1951) ο μεγάλος ευεργέτης

Σαν σήμερα στις 26 Ιουνίου 1951 φεύγει από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Σισμανόγλου, ο οποίος ήταν Εθνικός Ευεργέτης.

Ο Ιωάννης Σισμανόγλου 1820 – 1894 ξεκίνησε ορφανό φτωχόπαιδο από το χωριό Κοντίκιοι στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας και σταδιοδρόμησε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί εξελίχτηκε σε μεγαλοεπιχειρηματία όπου με την «ευγένεια , πολιτικότητα και τακτική πληρωμή των φόρων» αποκτά την εμπιστοσύνη των τουρκικών κύκλων ενώ συγχρόνως γίνεται γνωστός για τις αγαθοεργίες του. Αν και καταστράφηκε οικονομικά κατά τον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο, ξαναρχίζει τις επιχειρήσεις και παράγει ένα ορυκτό «σαπούνι» με το όνομα «Κιλ» ενώ συγχρόνως αξιοποιεί το μεταλλείο του χρωμίου.

Συγχρόνως του αναθέτουν να είναι μέλος της εμπίστου «επιτροπής της δεκάτης» η οποία εισπράττει τους φόρους . Από αυτήν την υπηρεσία δικαιούται ο Ιωάννης το 3% της δεκάτης ως εγγυητής . Η εντιμότητά του υπερνικά προσπάθειες να τον δελεάσουν με δωροδοκίες και γίνεται σεβαστός για την τιμιότητά του αλλά και για τις ανεξάντλητες ευεργεσίες του.

Επιχορηγεί τα ελληνικά σχολεία και τις κοινότητες μέχρι και την Άγκυρα. Ακόμη και οι Τούρκοι ευεργετούντο ώστε τον φώναζαν με το όνομα «Μπαμπαλίκ» που σημαίνει «πατερούλη». Τα παιδιά του τα παίρνει στο γραφείο του ένα- ένα και τους αναθέτει μεγάλες τραπεζικές εργασίες. Συγχρόνως επιχορηγεί την επιτροπή η οποία έχει αναλάβει το έργο να κτίσουν τη «Μεγάλη του Γένους Σχολή». Μάλιστα όταν η επιτροπή επανέρχεται για περισσότερες δωρεές ο Ιωάννης δίνει εντολή στο γιο του τον Κωνσταντίνο : «…….Όσο έχει η κάσσα σου πρέπει να δίνεις . Έχεις καθήκον…….. Τα χρήματα δεν έχουν καμιά αξία σαν τα κλειδώνεις…….. Από την κοινωνία τα κάμαμε στην κοινωνία οφείλουμε να τα αποδώσουμε». Και αυτός και τα παιδιά του αναδεικνύονται μεγάλοι ευεργέτες της πατρίδας μας.

Μετά το θάνατο του πατέρα τους ο Κωνσταντίνος και ο αδελφός του Αναστάσιος συνεχίζουν τις επιχειρήσεις του πατέρα τους και τις επεκτείνουν στο Παρίσι όπου ανοίγουν χρηματιστικό γραφείο ενώ συγχρόνως βοηθούν τους Έλληνες φοιτητές και άλλους συμπατριώτες τους , μέχρι που κηρύσσεται ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος οπότε επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Στη συνέχεια , μετά τον ερχομό των Ελλήνων της Μ. Ασίας στην Ελλάδα , βοηθούν τους άστεγους να στεγαστούν , παραχωρούν το ξενοδοχείο που είχαν στην Καβάλα για να στεγαστούν 300 οικογένειες αστέγων και φροντίζουν να μοιρασθεί σε ακτήμονες ένα μεγάλο κτήμα τους , ώστε να το καλλιεργήσουν οι πρόσφυγες και να μπορέσουν να γίνουν αυτοδύναμοι.

Στο μεταξύ ο Αναστάσιος αρρωσταίνει από φυματίωση και πεθαίνει. Όμως πριν την εκδημία του ενθαρρύνει τον Κωνσταντίνο να ιδρύσουν ένα μεγάλο σύγχρονο Σανατόριο στην Ελλάδα ώστε να καταπολεμηθεί αυτή η τρομερή ασθένεια , σε μια εποχή όπου πολλοί χάνονταν από αυτή γιατί δεν έχουν βρεθεί ακόμη τα σύγχρονα αντιφυματικά φάρμακα.

Ο Κωνσταντίνος χωρίς να χρονοτριβεί , προχωρεί και αξιοποιεί τα κεφάλαια που είχαν επενδύσει σε τράπεζα της Αμερικής . Επιλέγει άξιους μηχανικούς και συνεργάτες και έτσι αγοράζεται μεγάλο οικόπεδο στους πρόποδες της Πεντέλης και ανεγείρεται το ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ με κάθε σύγχρονη εφαρμογή της οικοδομικής τεχνικής και εξοπλίζεται με τον πιο άρτιο επιστημονικό εξοπλισμό . Τα εγκαίνια γίνονται λίγο πριν η Ιταλία επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας . Το ίδρυμα σύντομα εντάσσεται στο πρόγραμμα περίθαλψης των τραυματιών του πολέμου , μετά το τέλος του οποίου το ίδρυμα λειτουργεί πάλι ως Φυματιολογικό Ινστιτούτο με ισόβιο πρόεδρο τον Κωνσταντίνο , ο οποίος επιστατεί προσωπικά τα πάντα και φροντίζει για την ανανέωση του εξοπλισμού του Ιδρύματος .

Η μεγάλη του χαρά είναι να βλέπει ασθενείς να εξέρχονται σε καλή κατάσταση.

Αργότερα το ίδρυμα θα γίνει Κρατικό και θα στεγάσει και Πανεπιστημιακές Κλινικές . Ακόμη και σήμερα συνεχίζει να είναι ένα σύγχρονο νοσηλευτικό ίδρυμα , με αξιόλογα εργαστήρια , χειρουργεία , αίθουσα συνεδριάσεων και πλούσια βιβλιοθήκη.

Ο Κωνσταντίνος Σισμανόγλου άφησε το όνομά του στην ιστορία σαν μεγάλος ευεργέτης της πατρίδας μας.