Άγγελος Τερζάκης, «o Θεός είναι φευγάτος»

«Ε λοιπόν: σε μιαν εποχή όπου όλη η αρετή είναι ν’ ακουμπάει ο ένας στον άλλον πλάτη με πλάτη, όχι για την αλληλεγγύη αλλά για τη συναλλαγή, σε μιαν εποχή όπου αρετή είναι η δειλία, εγώ τουλάχιστο στάθηκα ολομόναχος κι ολόρθος. Η έννοια της ηθικής είναι σχετική, σχετική κ’ η έννοια της τιμής. Η έννοια του αντρισμού όμως είναι απόλυτη. Να ο απόλογός μου».

Ο Άγγελος Τερζάκης ήταν έλληνας λογοτέχνης της γενιάς του ‘30 και δοκιμιογράφος, γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 16 Φεβρουαρίου 1907. Ο πατέρας του ήταν για αρκετά χρόνια δήμαρχος της πόλης. Ο Άγγελος, μοναχοπαίδι, με ιδιαίτερα ασθενικό οργανισμό, εξελισσόταν σε ένα λεπτό, ευγενικό αλλά και υπερευαίσθητο άτομο. Από παιδί γοητεύτηκε από τους θρύλους και την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας του, που μιλούσαν για δόγηδες και μπαρμπερίνους. Ετσι πολλούς από αυτούς θα χρησιμοποιήσει αργότερα στα έργα του, όπως στην «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» (1945) τον Νικηφόρο Σγουρό, το «ευγενικόπουλο», ή την «Κυρά τ’ Αναπλιού», Μαρία ντ’ Ανγκιέν, στο θεατρικό «Νύχτα στη Μεσόγειο» (1957).

Όταν στα 1915 η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα, επειδή ο Δημήτριος Τερζάκης εκλέχτηκε βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων, ο Άγγελος ζει από κοντά τα γεγονότα μιας ταραγμένης εποχής. Ο ίδιος σημειώνει στον «Απρίλη», έργο με αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία: «Το συγγενολόι στα ενενήντα τοις εκατό, βενιζελικό. Δαχτυλοδειχτούμενοι οι «βασιλικοί» και μ’ αυτούς είχαμε κόψει την καλημέρα».

Το 1922 γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών που ήταν ένα «καζάνι που έβραζε». Η Μικρασιατική Καταστροφή και οι γενικότερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που διαμορφώνονταν δημιουργούσαν ένα κλίμα ιδιαίτερα ασφυκτικό για τους νέους λογοτέχνες. Ο Τερζάκης διάβασε φυλλάδια, μπροσούρες, κοινωνιολογικές αναλύσεις, αμφιταλαντεύτηκε και χωρίς, όπως παρατηρεί, να το καταλάβει βρέθηκε «στη βαλτωμένη στρατιά της μεσοπολεμικής αγωνίας».

Στη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων ο Τερζάκης μελέτησε σε βάθος όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την ξένη λογοτεχνία. Ο Κν. Χάμσουν, ο Μ. Γκόρκι, ο Α. Τσέχωφ, ο Φ. Ντοστογέφσκι, ο Ερρ. Ιψεν αποτελούν μερικούς από τους δημιουργούς στους οποίους αναφέρεται συχνά στο έργο του. Παράλληλα και στα χρόνια που ακολούθησαν ο συγγραφέας παίρνει θέση, μέσα από άρθρα του σε περιοδικά της εποχής, σχετικά με ζητήματα της λογοτεχνίας, λογοτεχνικά ρεύματα διατυπώνοντας απόψεις για το μυθιστόρημα, το ρεύμα του ρεαλισμού κτλ. Υποστηρίζει ότι στην εποχή του Μεσοπολέμου στην Κεντρική και Νότια Ευρώπη το μυθιστόρημα ήταν υποδουλωμένο στην παράδοση του ρεαλισμού. Μόνο η Αγγλία με τους Joyce, Lawrence, Huxley, Woolf κ.ά. είχε χειραφετηθεί από τους προγόνους και αναζητούσε ανήσυχη καινούργιους δρόμους. Γι’ αυτό εκεί υπήρχε άνθηση του μυθιστορήματος.

Στη δεκαετία του ’30 οι ιδεολογικές ζυμώσεις είναι έντονες και οι αντιπαραθέσεις συχνές. Ο Άγγελος Τερζάκης, αν και προερχόταν από την αστική τάξη, είχε διατυπώσει αρκετές φορές την κριτική του στάση: «Ο αστισμός στην πνευματική και κοινωνική ζωή του είχε σταθεί πάντα ένα καθεστώς υποκρισίας και διανοητικής στενότητας». Δεν δίστασε να ασκήσει κριτική ακόμη και στον Θεοτοκά για τον φιλελευθερισμό του. Διαφωνούσε όμως και με τον μαρξισμό, επειδή τον φόβιζε ο όρος «δικτατορία του προλεταριάτου». «Ο ίδιος θήτευα εσώτερα σ’ έναν σοσιαλισμό άλλον, ελεύθερο, ανεξίθρησκο, όχι οργανωμένο σε στρατό, καθώς ο δικός τους». Μακριά από φανατισμούς και ιδεολογικές διαμάχες, αντίθετος σε κάθε δόγμα, όπως φαίνεται και στο δοκιμιακό του έργο, κομματικά ανένταχτος και απόλυτα συνεπής στάθηκε ο Τερζάκης σε όλη του τη ζωή. Πεποίθησή του ήταν ότι το μεγαλύτερο μειονέκτημα για τον πνευματικό άνθρωπο είναι ο φανατισμός. Και καθώς μέσα από το σύνολο του έργου του διαφαίνεται η άρνησή του για την πολιτική και τους πολιτικούς, διατυπώνει την ακόλουθη άποψη για τους διανοουμένους: «Ηγεσία του κόσμου μια μόνο μπορεί να ειπωθεί: η κατά τόπους ανεξάρτητοι διανοούμενοι που διαφωτίζουν την κοινή γνώμη, κρατούν σ’ εγρήγορση τις συνειδήσεις, καταγγέλλουν, ξεσκεπάζουν το παιχνίδι των υπονομευτών της ειρήνης, της ελευθερίας και της ανθρωπιάς».

Μέσα από τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα, τα θεατρικά του έργα αλλά και τα στοχαστικά του δοκίμια φανερώνεται η υπαρξιακή του αγωνία και το τραγικό νόημα της ζωής, που οφείλονται «στο δραματικό, πιεστικό αίσθημα ενός ασύμπτωτου ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο».

Ο Άγγελος Τερζάκης ανήκει στους «συγγραφείς-εργάτες της πένας», ασχολήθηκε δηλαδή ολόκληρη τη ζωή του με το γράψιμο και κέρδισε τα προς το ζην από αυτό. Άφησε πίσω του αξιόλογα πεζογραφικά έργα, όπως «Η μενεξεδένια πολιτεία» (1937), «Ταξίδι με τον Εσπερο» (1946), «Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» (1945), «Δίχως Θεό» (1950), που γνώρισαν πολλές εκδόσεις. Παράλληλα με τα άρθρα-δοκίμια που δημοσίευε σχεδόν ανελλιπώς κάθε Τετάρτη στο «Βήμα» από το 1947 ως το 1979 κρατούσε μια συνεχή, ουσιαστική επικοινωνία με τους αναγνώστες. Ποτέ δεν προσπάθησε να κολακέψει τη γνώμη των επιστολογράφων του, αλλά στάθηκε πάντα αντικειμενικός και ανυποχώρητος. Στις διαφωνίες και στις κρίσεις του κινήθηκε μέσα σ’ ένα κλίμα μαχητικό που το διέκρινε η σοβαρότητα. Ποτέ δεν έγινε αλαζονικός και «απάνθρωπος». Κύριο χαρακτηριστικό τού στοχασμού του ήταν η ιδεολογική συνέπεια και σταθερότητα. Ποτέ δεν παρεξέκλινε από τις προσωπικές του αξίες και γι’ αυτό πολλές φορές δεν δίστασε να καταγγείλει, δημόσια, καθεστώτα πολιτικά και θρησκευτικά.

Έφυγε από τη ζωή στις 3 Αυγούστου 1979 στην Αθήνα.

Πηγή: tovima.gr