Κώστας Βίρβος, ο ποιητής του λαϊκού τραγουδιού

Κορυφαίος λαϊκός στιχουργός ο Κώστας Βίρβος, (Τρίκαλα Θεσαλίας, 29 Μαρτίου 1926 – Παλαιό Φάληρο, 6 Αυγούστου 2015).

Η τελευταία του συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Μάιο στο Tvxs.gr, δόθηκε λίγο πριν από το ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη. Όπως μας είχε ενημερώσει τότε η κόρη του Μαρία Βίρβου: «Έχει νοσηλευθεί τρεις φορές σε νοσοκομεία, και παρ’ όλες τις απαισιόδοξες προβλέψεις των γιατρών, ευτυχώς έχει αρχίσει να πηγαίνει πολύ καλύτερα. Έδωσε μεγάλη μάχη αλλά είναι από τους ανθρώπους που ξέρουν να αγωνίζονται! Τραγουδούσε μόνος του στο νοσοκομείο το Εγώ δεν ζω γονατιστός, κι έπαιρνε δύναμη από τους δικούς του στίχους. Κι όταν κάποια στιγμή είχε χάσει την επαφή με το περιβάλλον, ήρθε στο νοσοκομείο ο Γιώργος Μαργαρίτης (Τρικαλινός κι αυτός) και του το τραγούδησε δυνατά δίπλα στο κρεβάτι του. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω τους, ασθενείς, γιατροί, επισκέπτες, νοσοκόμες, και από εκείνη την ώρα άρχισε να βρίσκει πάλι τον εαυτό του! Σαν να πέρασε το τραγούδι μέσα του και τον έκανε καλα!»

Σ’ αυτήν την τελευταία του συνέντευξη ο ίδιος θα έλεγε: «Ποιο τραγούδι θα αφιέρωνα σήμερα στους Έλληνες; Το «Εγώ δε ζω γονατιστός». Τη Γερακίνα…»

“Η εμφάνισή του στο χώρο του τραγουδιού στα τέλη της δεκαετίας του ’40, και η καταλυτική παρουσία του σε αυτήν του ’50 όπως και στη συνέχεια, έδωσε στην ιδιότητα του στιχουργού την υπόσταση και το κύρος που δικαιούται. Ο Βίρβος με την παιδεία, τον όγκο και την αξία της τέχνης του αλλά και τον αγωνιστικό του χαρακτήρα τοποθέτησε τον στιχουργό τουλάχιστον σε ίδια θέση και μοίρα με τον συνθέτη, και με την οπτική και την τεχνοτροπία του, την λυρική αλλά βαθιά ρεαλιστική γραφή του σηματοδότησε τις εξελίξεις στο ορθόδοξο λαϊκό τραγούδι με σημαδιακό και καίριο τρόπο […] ο τρόπος που κινήθηκε, η συνέπεια και συνέχεια του και τα ξεκάθαρα καταγραμμένα αποτελέσματά του, τον χρίζουν ως τον πρώτο – χρονικά, ποσοτικά, ποιοτικά – επαγγελματία στιχουργό στο λαϊκό τραγούδι» Κώστας Μπαλαχούτης 

«Ο Βίρβος είναι ένα απ’ τα μεγάλα κλαριά στο δένδρο της ελληνικής μουσικής. Είναι ο λαϊκός ποιητής που έγραψε χιλιάδες τραγούδια. Πολλοί από μας κι από σας ασφαλώς δεν θα ξέρετε ότι τα τραγούδια που έχετε αγαπήσει, έχετε τραγουδήσει, και για τα οποία έχετε συγκινηθεί, έχετε κλάψει, έχετε πονέσει, έχετε ελπίσει, είναι δικοί του οι στίχοι. Έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν, τους πιο μεγάλους, τους πιο κλασικούς συνθέτες της λαϊκής μας μουσικής» Μίκης Θεοδωράκης

«Ο Βίρβος πήρε το λαϊκό τραγούδι από το μισοσκόταδο των υπογείων και το περιθώριο, και με τα φτερά της μουσικής του Τσιτσάνη και του Καλδάρα το άπλωσε σε πολιτείες και σε χωριά, σε λιμάνια και φάμπρικες, σε γειτονιές και στρατόπεδα, κάνοντάς το τραγούδι ολόκληρου του ελληνικού λαού» Λευτέρης Παπαδόπουλος

Η παρακαταθήκη του καθοριστική για το ελληνικό τραγούδι με εκατοντάδες επιτυχίες σε όλο το εύρος και το φάσμα των ειδών.

Συνεργάστηκε με τον αφρό των συνθετών σχεδόν όλων των γενεών, ενώ οι μεγαλύτεροι έλληνες τραγουδιστές ερμήνευσαν κομμάτια του.

Ο Κώστας Βίρβος γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926. Ο πατέρας του, πλούσιος τυρέμπορας, τον στέλνει στην Κοργιαλένειο Σχολή. Τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1943 κατεβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στην Πάντειο. Ο ίδιος σύμφωνα με διηγήσεις του έγραφε στιχάκια από νωρίς, αλλά ήθελε να γίνει σκηνοθέτης μιας και του άρεσε ιδιαίτερα το θέατρο.

Το 1943 περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης ως μέλος του ΕΑΜ. Το Μάρτη του ’44 συλλαμβάνεται και βασανίζεται, γιατί έγραφε συνθήματα στους τοίχους για την τότε κυβέρνηση του βουνού. Ο πατέρας του με 800 χρυσές λίρες τον απελευθερώνει και έπειτα φεύγει για το βουνό, όπου εκεί συναντά και τον Άρη Βελουχιώτη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος απ’ το 1954 έως το 1985. Είχε δυο κόρες.

Τα πρώτα του στιχάκια τα δίνει στον Απόστολο Καλδάρα, με τον οποίο γνωρίζονταν από μικροί. Το πρώτο στιχούργημα του λέγεται “Ο φαντάρος” {ανέκδοτο τραγούδι του 1947}, που αν και μελοποιήθηκε αρχικά από τον Β. Τσιτσάνη και αργότερα από τον Α. Καλδάρα δε γραμμοφωνήθηκε, λόγω εμφυλίου και παρά το εμφανές μήνυμα της συμφιλίωσης, (“μα ο φαντάρος δεν παραπονιέται/ κι έχει ελπίδα μέσα στην καρδιά/ πως θα γυρίσει πάλι στους δικούς του/ τα χέρια όταν δώσουμε ξανά”).

Το πρώτο τραγούδι που έγινε ευρύτερα γνωστό ήταν το «Να το βρεις από άλλη» σε μουσική Καλδάρα και ερμηνευτές τους Σούλα Καλφοπούλου και Μάρκο Βαμβακάρη (1948). Έχει γράψει πάνω από 2000 τραγούδια, λαϊκά, έντεχνα, μέχρι και παραδοσιακού ύφους με κοινωνικό και πολιτικό, άμεσο ή έμμεσο, περιεχόμενο.

Άλλα σημαντικά του τραγούδια είναι: «Της γερακίνας γιος», «Το καράβι», «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια», «Κοιμήσου αγγελούδι μου», «Μια παλιά ιστορία», «Καταχνιά», «Πάρε τα χνάρια μου», «Ρίξε μια ζαριά καλή», «Περιπλανώμενη ζωή», «Ο αρκουδιάρης», «Ανέβα στο τραπέζι μου», «Γεννήθηκα για να πονώ», «Ζαΐρα», «Λίγα ψίχουλα αγάπης», «Το διαβατήριο», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Φύγε κι άσε με», «Εγώ ποτέ δεν αγαπώ», «Είμαι ένα κορμί χαμένο», «Η σκιά μου κι εγώ», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας», «Γιατί να γίνω μάνα», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Μακριά μου να φύγεις», «Νυχτερίδες κι αράχνες», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Πες μου γιατί», «Το ράκος», «Ο κυρ-Θάνος πέθανε», «Φύγε κι άσε με» «Εγνατίας 406», «Σάντα Μαρία», «Θαλασσόλυκος Νικόλας», «Θα κάνω ντου βρε πονηρή», «Λυπάμαι», «Σε ικετεύω», «Ψύλλοι στ΄ αυτιά μου»,  «Γιατί πονάς και βασανίζεσαι», «Τα χρυσά κλειδιά», «Γιατί θες να φύγεις», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Σου ‘χω έτοιμη συγγνώμη», «Άγια Κυριακή», «Ένας ξύλινος σταυρός», «Το παζάρι», «Ίσως», κ.ά..

Το πέρασμά του και στους ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών έγινε με το άσμα “Καταχνιά” του Χρήστου Λεοντή, με το «Α-Ω», σε μουσική Μπιθικώτση, το «Θάλασσα, πικροθάλασσα», σε μουσική Μίμη Πλέσσα και πλήθος άλλων.

Στους στίχους του αποτυπώνονται κυρίως τα πολιτικά και κοινωνικά θέματα της εποχής του, όπως για παράδειγμα η ξενιτιά και η μετανάστευση (π.χ. «Στις φάμπρικες της Γερμανίας». Η τραγωδία της Κύπρου και οι αγώνες του κυπριακού λαού, επίσης, θα καταγραφούν στα τραγούδια του («Ένας ξύλινος σταυρός», «Το αίμα νερό δε γίνεται», «Η κύπρος είναι ελληνική».

Ένα από τα πιο σημαντικά του έργα είναι ο Θεσσαλικός Κύκλος σε μουσική τού Γιάννη Μαρκόπουλου.

Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία:

“Μια ζωή τραγούδια – αυτοβιογραφία” (1985, εκδόσεις Ντέφι),
“Λαϊκή στιχουργική ανθολογία” (1989, εκδόσεις Αναστασακη),
“Πράσινα βουνά και χρυσαφένιοι κάμποι. Παραδοσιακά, λαογραφικά, σατιρικά τραγούδια – γεγονότα” (1998)

Πολλοί στίχοι από τραγούδια του βασίζονται στις εμπειρίες του Βίρβου από την Κατοχή, όταν τον συνέλαβαν το 1944 και μπήκε στην απομόνωση. Ο ίδιος αφηγείται: «Το ίδιο βράδυ με έριξαν στο απομονωτήριο. Εκεί ήταν κι ένας άλλος. Πονούσα σε όλο μου το κορμί. Ήμουν δεμένος στο κεφάλι σαν χότζας. Έχω ένα σημάδι 57 χρόνια εδώ στο κεφάλι από βούρδουλα που κατέληγε σε σφαιρίδιο. Μέσα εκεί υπήρχε ένα κούτσουρο. Του είπα “Σε παρακαλώ να ξαπλώσεις στο κούτσουρο κι εγώ πάνω στο σώμα σου». Έτσι έγινε. Σηκωνόμασταν την νύχτα να ξεμουδιάσουμε. Δεν κράτησε πολύ. Δυο μερόνυχτα. Αυτό είναι το αναπαυτικότερο κρεβάτι που κοιμήθηκα ποτέ. Απ’ αυτό εμπνεύστηκα το “ούτε στρώμα να πλαγιάσω, ούτε φως για να διαβάσω” που γράφω στη “Γερακίνα”. Στη φυλακή άρχισα να γράφω την “Καταχνιά” σαν ποίηση».


ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΡΒΟΣ

Μάρτιος, Τρίκαλα αρχίζει η ιστορία
Και βρίσκει μπάρκο το χαμένο μου κορμί
Σε ένα πλοίο που το λεν Σάντα Μαρία
Κι έχει λιμάνι το ουζερί του Μπελαμή

Πόλεμος, φτώχεια, προσφυγιά και ανταρσία
Σύλληψη ένα επί δύο το κελί
Με το μπατίρη το Λουκά στην Εγνατία
Μια στεναχώρια κι ούτε μια ζαριά καλή

Μα εγώ δε ζω γονατιστός
Είμαι ο τόπος μου φτυστός
Και οι ψυχές του
Που όταν πέφτει καταχνιά
Κάνουν τον πόνο τους πενιά
Και ρίχνουν τις στροφές τους

Ένας απόκληρος επί διαταράξει
Απ’ την καρδιά μου δίνω τα χρυσά κλειδιά
Τα δίνω όλα κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει
Έξω από τ’ άδικο και κάθε ξενιτιά

Στίχοι: Λίνα Δημοπούλου
Μουσική: Μιχάλης Κουμπιός

Πηγή: tvxs.gr