Έντγκαρ Άλαν Πόε

 

Ζωή σαν θάνατος, σαν ποίημα
Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe), (19 Ιανουαρίου 1809 – 7 Οκτωβρίου 1849), ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και κριτικός. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Η προσωπική τραγωδία ήταν, δυστυχώς, μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Γεννημένος στη Βοστώνη το 1809 από γονείς ηθοποιούς, ποτέ δε γνώρισε τον πατέρα του Ντέιβιντ Πόε, που εγκατέλειψε τη μητέρα του και εξαφανίστηκε λίγο μετά τη γέννηση του Έντγκαρ, για να πεθάνει στη Βιρτζίνια το 1810. Η μητέρα του, που υπέφερε από φυματίωση, πέθανε στο Ρίτζμοντ της Βιρτζίνια το Δεκέμβρη του 1811, αφήνοντας ορφανούς τον Ένγκαρ, το μεγαλύτερο αδελφό του Ουίλιαμ Χένρι και την αιτεροθαλή αδελφή τους Ροζαλί.
Η κυρία Φράνσις Άλαν από το Ρίτζμοντ έπεισε τον πλούσιο έμπορο σύζυγό της Τζον να πάρει στο σπίτι τους τον Έντγκαρ. Ήταν στο σπίτι τους που μεγάλωσε ο Έντγκαρ, κι εκεί που δέχτηκε και τις πρώτες επιρροές του, που ήταν ιστορίες σκλάβων και παραμύθια ειπωμένα από καροτσέρηδες και έμπορους της θάλασσας. Οι νεκροί κι οι ετοιμοθάνατοι πάντα όριζαν την ψυχοσύνθεση του Έντγκαρ. Σύμφωνα μάλιστα με μια ιστορία, όταν ήταν έξι χρόνων, κάποια μέρα καθώς περνούσε από το τοπικό νεκροταφείο ένιωσε να «καταλαμβάνεται από τον τρόμο», καθώς ήταν σίγουρος ότι τα πνεύματα των απέθαντων θα τον κυνηγούσαν. Το 1815, η οικογένεια πήγε στην Σκοτία και την Αγγλία, όπου έζησαν για πέντε χρόνια. Οι εμπειρίες από το σχολείο προσέθεσαν ακόμη περισσότερες επιρροές στη ζωή του.
Επιστρέφοντας στο Ρίτζμοντ, κι ενώ βρισκόταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, ο Έντγκαρ άρχισε να γράφει ποίηση σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Λίγο μετά συνάντησε και τον έρωτα στο πρόσωπο ενός κοριτσιού που άκουγε στο όνομα Ελμίρα, με την οποία και συνήψε δεσμό. Το 1826 τον έστειλαν στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια για να σπουδάσει νομικά. Ο πλούσιος πατριός του, με τον οποίο πάντα είχε μια τρικιμιώδη σχέση, του έδωσε 100 δολάρια για να καλύψει τα χρονιαία του έξοδα, τα οποία ξεπερνούσαν τα 450 δολάρια. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο νεαρός ποιητής σύντομα βρέθηκε χρεωμένος, και άρχισε να παίζει χαρτιά για να καλύψει τις ζημιές του. Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα γράμματα της Ελμίρα προς αυτόν υποκλέπτονταν κι από τους γονείς της κι από τους δικούς του, με αποτέλεσμα η κοπέλα που δεν πήρε τις απαντήσεις που περίμενε από τον Έντγκαρ, να πειστεί ν’ αρραβωνιαστεί κάποιον άλλο. Μετά απ’ αυτό, ο Έντγκαρ τόριξε στο ποτό. Οι αντιστάσεις του στο αλκοόλ ωστόσο ήταν αδύνατες και πολύ εύκολα γινόταν βίαιος και παρανοϊκός όταν έπινε πολύ.
Μέχρι το τέλος του χρόνου, ο κ. Άλαν έβγαλε τον Έντγκαρ από το πανεπιστήμιο. Μετά από φοβερούς καυγάδες με τον πατριό του ο ποιητής εγκατέλειψε το σπίτι και κατευθύνθηκε προς τη Βοστώνη. Το 1827 εξέδωσε το πρώτο του βιβλιαράκι με τίτλο, «Ο Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα». Η φτώχεια του, τον ίδιο χρόνο, τον οδηγεί στην απεγνωσμένη λύση της στράτευσης. Κατατάσσεται στα 18 του χρόνια σαν Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας στην αίτησή του ότι είναι 22 χρόνων. Το 1829, μετά το θάνατο της αγαπητής του μητριάς, ο Έντγκαρ κάνει αίτηση για εγγραφή στην στρατιωτική ακαδημία του West Point, έχοντας την υποστήριξη του πατριού του, αλλά και κάποιου αξιωματικού.
Με το που βρέθηκε, όμως, στο West Point το 1830, βούλιαξε και πάλι στα χρέη. Έμοιαζε επίσης να μην του ταιριάζει το κλίμα εκεί. Ήταν μεγαλύτερος από τους άλλους φοιτητές, πιο μορφωμένος και σωματικά πιο αδύνατος. Ενώ βρισκόταν στην ακαδημία, μελέτησε τους ρομαντικούς ποιητές, δηλαδή τους Byron, Shelley, Keats, Wordsworth και Coleridge, και άφησε να διαδοθεί η φήμη ότι ήταν εγγονός του Μπένετικτ Άρνολντ. Έχοντας βαρεθεί το West Point ως τις αρχές του 1831, ο Έντγκαρ αποφάσισε να παραμελεί τα καθήκοντά του για να τον διώξουν. Τον Ιανουάριο πέρασε από στρατοδικείο για διάφορα παραπτώματα. Μετά την απόλυσή του, κατέληξε να ζει στη Βαλτιμόρη με την αδελφή του πατέρα του Μαρία Κλεμ (θεία Μάτι) και την κόρη της Βιργινία.
Εκεί, άρχισε να γράφει πεζά κείμενα τα οποία ήθελε να υποβάλει σε διάφορους διαγωνισμούς διηγημάτων. Την ίδια περίοδο, στα 1832, ανακάλυψε και το όπιο, ένα συνηθισμένο φάρμακο της εποχής, που ήταν διεγερτικό και είχε την ικανότητα να εξουδετερώνει την πείνα και το κρύο και να επεκτείνει την αίσθηση του χρόνου. Στη διάρκεια εκείνου του καλοκαιριού είχε δεθεί ερωτικά με τη Μαίρη Ντέβερο, αλλά ο δεσμός αυτός δεν κράτησε πολύ, λόγω της τρομακτικής συμπεριφοράς που παρουσίαζε κάθε φορά, που βρισκόταν υπό την επιρροή του αλκοόλ ή των ναρκωτικών. Το 1833 κέρδισε ένα λογοτεχνικό βραβείο αξίας 50 δολαρίων από μια εφημερίδα της Βαλτιμόρης για την ιστορία του, «Μήνυμα στο μπουκάλι». Αυτό του έφερε την πρώτη σημαντική αναγνώριση και φήμη τους τοπικούς λογοτεχνικούς κύκλους.
Ο Τζον Άλαν πέθανε το 1834, αλλά δεν άφησε κάτι αξίας από την περιουσία του στο θετό γιο που ποτέ δεν υιοθέτησε, τον Έντγκαρ.
Ο Πόε σύντομα πρόσθεσε και τη λήψη λάβδανου στις κακές του συνήθειες.
Το 1835 επέστρεψε στο Ρίτζμοντ για να δουλέψει σαν συντάκτης στη Southern Literary Messenger. Τότε ήταν που παντρεύτηκε και τη δεκατριάχρονη ξαδέρφη του Βιργινία, πρώτα σε μια κρυφή τελετή, και μετά σε μια δημόσια, στο πιστοποιητικό της οποίας αναφερόταν ότι το κορίτσι ήταν 21 χρόνων.
Μετά από διάφορες μετακομίσεις και διάφορες δουλειές η μικρή οικογένεια των Έντγκαρ, Βιργινίας και Μάτι, κατέληξε στη Φιλαδέλφεια, όπου ο ποιητής έπιασε δουλειά στο Burton’s Gentleman’s Magazine. Ήταν στη διάρκεια εκείνης της περιόδου που ο Πόε έγραψε μερικές από τις πιο γνωστές του ιστορίες τρόμου και του υπερφυσικού. Τότε άρχισε να εκκολάπτεται μέσα του και η ιδέα να ξεκινήσει κάποιο δικό του περιοδικό, το The Penn Magazine, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε, The Stylus.
Στη διάρκεια ενός δείπνου, τον Ιανουάριο του 1842, ενώ η Βιργινία έπαιζε την άρπα και τραγουδούσε ξαφνικά κόπηκε η αναπνοή της και άρχισε να βήχει δυνατά. Βγήκε αίμα απ’ το στόμα της, λερώνοντας το λευκό της φόρεμα. Αυτό το γεγονός επιβεβαίωσε εκείνο που ο Έντγκαρ φοβόταν από καιρό: ότι η Βιργινία υπέφερε από τη μυστηριώδη ασθένεια της φυματίωσης που του είχε ήδη στερήσει τη μητέρα και τον πατέρα του. Η ανακάλυψη αυτή τον έριξε με πάθος στο ποτό. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1842, κι ενώ η θεία Μάτι κρατούσε το σπιτικό όπως μπορούσε, ακόμη και δεχόμενη ελεημοσύνη, η κατάσταση της Βιργινίας υποτροπίασε. Ο Πόε αναζήτησε τη νιόπαντρη Μαίρη Ντέβερο στη Νέα Υόρκη. Περίμενε έξω απ’ την πόρτα της μέχρι να γυρίσει σπίτι, και με το που την είδε την κατηγόρησε ότι δεν αγαπούσε τον άντρα της. Μετά από λίγες μέρες, τον βρήκαν να περιπλανιέται στο δάσος, βρώμικο και αναμαλλιασμένο.
Λίγο καιρό μετά μπήκε σ’ εφαρμογή ένα σχέδιο για να βρεθεί υποστήριξη για το σχεδιαζόμενο περιοδικό του Πόε μέσω πολιτικών επαφών. Οι προσπάθειές του στη Φιλαδέλφεια απέτυχαν, αλλά το 1943 τον προσκάλεσαν για να δώσει μια διάλεξη στην Ουάσιγκτον και να συναντηθεί με τον πρόεδρο στο Λευκό Οίκο. Αυτή ήταν η πιο σημαντική ευκαιρία που είχε ποτέ ο Πόε για να κάνει καλή εντύπωση και ν’ αποκτήσει χρήσιμους συμμάχους. Αλλά, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του στην Ουάσιγκτον, ο Πόε πείστηκε να πιει ποτό στη διάρκεια ενός δείπνου. Κι αυτό οδήγησε σε ακόμη περισσότερο ποτό. Τελικά, η διάλεξή του ακυρώθηκε, και όταν παρουσιάστηκε στο Λευκό Οίκο, ήταν μεθυσμένος και ρεζιλεύτηκε. Με όλες του τις ελπίδες για στήριξη στο περιοδικό του κατεστραμμένες, επέστρεψε στη Φιλαδέλφεια.
Παρακολουθώντας στη Βιργινία να αργοπεθαίνει αυξήθηκαν οι τάσεις του Πόε για αυτοκαταστροφή. Στο ποίημά του «Το σκουλήκι κατακτητής» (The Conqueror Worm), το οποίο γράφτηκε στη διάρκεια αυτής της σκοτεινής περιόδου, προβάλει την εικόνα ενός καταστροφικού σκουληκιού ή κάμπιας, και την αποσύνθεση της ανθρωπότητας.
Αν και ο Πόε απέκτησε αναγνώριση στους λογοτεχνικούς κύκλους, τίποτα δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τη φήμη που απόκτησε με το που έκδοσε το 1845 το ποίημα, «Το κοράκι». Το ποίημα αυτό έγινε μια εθνική ψύχωση μέσα σε λίγες βδομάδες, και ανατυπώθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά σ’ ολόκληρη τη χώρα, αλλά λόγω του ότι τότε δεν υπήρχε προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όλες αυτές οι ανατυπώσεις δεν απέφεραν στον Πόε ούτε ένα σεντ. Συνέχισε να ζει στην αιώνια φτώχεια του.
Στο μεταξύ η κατάσταση της Βιργινίας συνέχισε να χειροτερεύει, και τον Ιανουάριο του 1847, στην ηλικία των 25 υπέκυψε στο μοιραίο. Το 1848, ο Έντγκαρ αρραβωνιάστηκε τη Σάρα Έλεν Ουίτμαν, αλλά ο γάμος αναβλήθηκε δυο μέρες πριν την τέλεσή του, καθώς ο Πόε που είχε υποσχεθεί να κόψει το ποτό, εντοπίστηκε να πίνει. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες επέστρεψε στο Ρίτζμοντ όπου συνάντησε τον έρωτα της πρώτης του νιότης την Ελμίρα, την οποία αρραβωνιάστηκε. Ο γάμος ορίστηκε για τις 17 Οκτωβρίου 1849.
Το Σεπτέμβρη ο Πόε αναχώρησε για να συναντήσει κάποιους φίλους και συγγενείς και να φροντίσει κάποιες δουλειές, ταξιδεύοντας προς τη Νέα Υόρκη μέσω Βαλτιμόρης και Φιλαδέλφειας. Δεν τα κατάφερε να πάει πιο πέρα από τη Βαλτιμόρη. Έφτασε εκεί μεθυσμένος και εξαφανίστηκε για πέντε μέρες. Όταν, τελικά, τον βρήκαν βρισκόταν σε παραλήρημα. Τον οδήγησαν στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκε με το ζόρι στη ζωή για λίγες ακόμη μέρες. Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε πέθανε την Κυριακή 7 Οκτωβρίου 1849. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Κύριε βοήθα τη φτωχή μου ψυχή». Σαν ένα μυστηριώδες υστερόγραφο στη ζωή του: Κάποιος ανώνυμος επισκέπτης παίρνει τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μπουκάλι κονιάκ στον τάφο του Πόε, στη Westminster Church της Βαλτιμόρης, στην επέτειο των γενεθλίων του συγγραφέα κάθε χρόνο, από το 1949.
Λάκης Φουρουκλάς
για το www.lexima.gr