Μαρτσέλο Μαστρογιάνι

Σαν σήμερα  19 Δεκεμβρίου 2019 συμπληρώνονται 23 χρόνια από τον θάνατο του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, που επέμενε μέχρι το τέλος πως στα καλύτερα χρόνια της ζωής του υπήρξε ένας άντρας «απλώς χαριτωμένος» και όχι μια ρέπλικα του Ροντόλφο Βαλεντίνο για ρόλους Λατίνου εραστή.
Πέραν από κοινοτοπία, θα ήταν λάθος να πούμε πως το ευρωπαϊκό σινεμά έγινε φτωχότερο όλα αυτά τα χρόνια που κύλησαν δίχως τον Μαστρογιάνι. Φτωχότερο θα ήταν, εάν η μορφή του πρόβαλε στη μνήμη μας χωρίς την οικειότητα ενός ανθρώπου της διπλανής πόρτας, αλλά σαν μια φιγούρα που έρχεται από το μακρινό παρελθόν με ένα ρεύμα παγερού αέρα.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέχρι το τέλος της ζωής του ο Μαστρογιάνι έγινε το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο του ιταλικού κινηματογράφου ενσαρκώντας μια μεγάλη γκάμα ηρώων: από τους πληθωρικούς τύπους της Commedia all’ italiana μέχρι τους συναισθηματικά αίολους χαρακτήρες στις ταινίες του Μικελάντζελο Αντονιόνι και τους υπέροχους σχοινοβάτες του ονειρικού τσίρκου του Φεντερίκο Φελίνι.
Ο Φελίνι έχει περιγράψει με σαφήνεια τον Μαστρογιάνι, μιλώντας για έναν ηθοποιό με ενστικτώδη ικανότητα να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, εξαφανίζοντας την υπερβολή και ανακαλύπτοντας τις σωστές αναλογίες.
«Ισως το σινεμά είναι ωραίο γιατί είναι στην κυριολεξία ένα χάνι, όπου υπάρχουν τα πάντα: το άλογο ράτσας και το φίδι, το λιοντάρι και το κουνάβι, η τίγρης και η κατσαρίδα (…) Ηθοποιία σημαίνει ακριβώς διασκέδαση: να είμαστε ακόμη μικρά παιδιά στους κήπους: εγώ είμαι ο φύλακας, εσύ ο κλέφτης, στάσου εκεί, σ’ έπιασα. Παρ’ όλα όσα υποστηρίζουν οι Γάλλοι, δεν ήθελα να μοιάζω σνομπ, αλλά “jouer”, γιατί το να είσαι ηθοποιός σημαίνει να παίζεις», έλεγε σε μια από τις τελευταίες δημόσιες εκμυστηρεύσεις του που καταγράφηκε από τον φίλο του, δημοσιογράφο και συγγραφέα Εντσο Μπιάτζι στο βιβλίο «Η ωραία ζωή – Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι διηγείται» (κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Αγγελικής Ξύδη, εκδ. Καστανιώτη).
Το 1960 ο Φελίνι ανακάλυψε ουσιαστικά τον Μαστρογιάνι –η καριέρα του οποίου είχε ξεκινήσει μια δεκαετία πριν στο θέατρο και στον κινηματογράφο– και τον έφερε δυναμικά στο προσκήνιο με την «Γλυκειά ζωή», που έμελλε να γίνει η απαρχή μιας συνεργασίας δημιουργικής και πλούσιας σε αριθμό ταινιών.
«Η Τζουλιέτα (σ.σ. η συζυγος και πρωταγωνιστρια του Φελίνι, Τζουλιέτα Μασίνα) ήταν αυτή που μας έφερε κοντά», λέει ο Φελίνι. «Γνώριζε τον Μαρτσέλο από το θέατρο και μου πρωτομίλησε γι’ αυτόν. Πήγαμε μια βόλτα με το αμάξι και αρχίσαμε να μιλάμε μεταξύ μας σαν παιδιά. Είπαμε ο ένας στον άλλον πράγματα τα οποία μόνον οι παλιοί φίλοι λένε μεταξύ τους. Στη συνέχεια, αποφάσισα να πείσω το Ντίνο Ντε Λαουρέντις πως ο Πολ Νιούμαν δεν ήταν κατάλληλος για τον ρόλο ενός επαρχιώτη δημοσιογράφου που τριγυρνάει στη Βία Βένετο».
Η «Γλυκειά ζωή» άλλαξε ριζικά τη ζωή του Μαστρογιάνι πλάθοντας την εικόνα ενός ακαταμάχητου γόη.
Η Τράιουμφ Σπάιντερ που οδηγούσε στην ταινία επανήλθε στη μόδα, το ίδιο συνέβη και με τα ριγέ πουκάμισα και το λευκό σακάκι του. Υπήρχε, όμως, κάτι που χαλούσε το σενάριο του ακαταμάχητου ζεν πρεμιέ.
«Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν είχα θαυμαστές να περιμένουν στα λόμπι των ξενοδοχείων και έξω από κινηματογράφους κραυγάζοντας για ένα αυτόγραφο».
Πέρασε λίγος καιρός για να συνειδητοποιήσει πως έγινε διάσημος χάριν ενός κυνικού αντι-ήρωα. Ηταν ένας σταρ ακατάλληλος για φιγούρα στα φωτορομάντζα της εποχής.
Η επόμενη μέρα της «Γλυκειάς ζωής» ήταν διαφορετική. Το κασέ του ανέβηκε θεαματικά και οι προτάσεις για δουλειές έρχονταν βροχή.
Ο Αντονιόνι, ο Πιέτρο Τζέρμι, ο Μάουρο Μπολονίνι, ο Βιτόριο Ντε Σίκα ήταν μερικοί από τους σπουδαίους Ιταλούς σκηνοθέτες της εποχής με τους οποίους συνεργάστηκε ο Μαστρογιάνι.
Προσφορές για δουλειά ήρθαν και από το Χόλιγουντ, αλλά τις απέρριψε γιατί δεν μιλούσε ακόμη αγγλικά και γιατί είχε τη σύνεση να διακρίνει πως είναι καλύτερα να είσαι άρχοντας στον τόπο σου παρά υπάλληλος στην πόλη.
Από τις αρχές του ’60 μέχρι τα μέσα του ’90 ο Μαστρογιάνι έπαιξε σε περισσότερες από 100 ταινίες, κάνοντας μια καριέρα με σπουδαίους σταθμούς και εκτός των ιταλικών συνόρων.
Βρέθηκε δίπλα σε ντίβες του σινεμά (τη Ζαν Μορό, την Κλαούντια Καρντινάλε, την Τζίνα Λολομπρίτζιτα, τη Σιμόν Σινιορέ κ.ά) αλλά με καμιά δεν ταίριαξε τόσο καλά όσο με τη Σοφία Λόρεν.
Η θορυβώδης, λόγω μεσογειακού ταπεραμέντου, σχέση τους έμεινε στα πλατό, αλλά η εικόνα τού ενός δίπλα στον άλλο ταξίδεψε σε όλο το κόσμο και τους έκανε ένα από τα πιο δημοφιλή κινηματογραφικά ζευγάρια στην ιστορία του σινεμά.
«Με τη Σοφία είχαμε πάντα μια θαυμάσια σχέση. Οταν η μητέρα μου πήγαινε σινεμά και με έβλεπε με άλλες ηθοποιούς μου τηλεφωνούσε ανήσυχη: “Mαρτσέλο, τι έγινε; Τσακώθηκες με τη Σοφία;”.»
Στην αληθινή ζωή ο Μαστρογιάνι είχε δύο σοβαρές σχέσεις. Η πρώτη ήταν με τη Φλόρα Καραμπέλα, τη μοναδική γυναίκα που παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της μια κόρη, την Μπάρμπαρα.
Η δεύτερη σχέση του Μαστρογιάνι ήταν με την Κατρίν Ντενέβ. Διήρκεσε από το 1971 μέχρι το 1975 και είχε ως καρπό μια δεύτερη κόρη: την Κιάρα με την οποία έπαιξε μαζί στο «Τρεις ζωές και ένας θάνατος» του Ραούλ Ρουίζ, που ήταν και ο επίλογος της καριέρας του.
«Ευχαριστώ τη ζωή. Εκανα πάντα αυτό που ήθελα. Δεν μέμφομαι κανένα. Ισως δεν είμαι μοντέρνος, αλλά τι πάει να πει αυτό; Είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος, είναι πιο βολικό», έλεγε.
«Ο Μαρτσέλο κι εγώ είμαστε φίλοι, αλλά σπάνια βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Ισως αυτός είναι ένας λόγος για τη φιλία μας. Μια φιλία που δεν επιβάλλει απαιτήσεις, δεν υποχρεώνει ποτέ, δεν θέτει κανένα όρο, δεν έχει κανόνες και όρια. Το να δουλεύεις μαζί του είναι σκέτη χαρά. Είναι ευαίσθητος, ανοιχτός, ευφυής και τόσο αθόρυβος, που μπορεί να μπει μέσα στους ήρωές του βαδίζοντας στις μύτες των ποδιών του. Χωρίς να τους κάνει καμιά ερώτηση. “Πού θα είναι η διασκέδαση εάν ξέρεις από πριν τι θα συμβεί;”, λέει και αποφεύγει να διαβάσει το σενάριο. Ο Μαρτσέλο δεν ρωτά ποτέ πράγματα που σε φέρνουν σε δύσκολη θέση. Φτάνει στο πλατό με την περιέργεια κάποιου που απλώς πέρασε για να δει τι συμβαίνει, ζητεί να μάθει τα απολύτως απαραίτητα και αφήνεται στους μακιγιέρ να τον βάψουν χωρίς να φέρνει αντίρρηση σε τίποτα. Ολα γύρω του είναι χαλαρά και φυσικά. Τόσο χαλαρά, που μερικές φορές αποκοιμιέται για δευτερόλεπτα την ώρα του γυρίσματος. Είναι ακριβώς αυτή η ικανότητά του να κρατάει αποστάσεις, που του επιτρέπει να ζήσει τον ήρωά του, παίζοντας τον ρόλο με απόλυτη απλότητα και με όλο του το είναι. Μέρα με τη μέρα αφήνεται σε μια περιπέτεια που ξεπερνά τα όρια του κινηματογράφου για να γίνει η ίδια η ζωή. Μερικές φορές τον βλέπω στην Τσινετιτά στο τμήμα του μακιγιάζ. Είναι παράξενο για μένα να τον βλέπω να ετοιμάζεται για το γύρισμα της ταινίας ενός άλλου. Ο Μαρτσέλο σηκώνεται τεντώνοντας τα πόδια του και μου χαμογελάει με αυτό το παραιτημένο αμυδρό χαμόγελο που βλέπει κανείς σε ισοβίτες. Σβήνει το τσιγάρο, ανάβει ένα άλλο και βγαίνουμε στο διάδρομο για μια βόλτα. Δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο για να πούμε. Είναι απλώς για τη χαρά του να είμαστε μαζί. Σαν σχολιαρόπαιδα, σαν δυο στρατιώτες σε άδεια».
Ετσι περιγράφει ο Φελίνι τη σχέση του με το κινηματογραφικό alter ego του στον πρόλογο του βιβλίου «Μarcello Mastroianni – The fun of cinema» (εκδ. Gremese) με αποσπάσματα από συνεντεύξεις του Μαστρογιάνι.
Δώδεκα διαφορετικά πρόσωπα του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι
«Ο κλέψας του κλέψαντος» (1958), του Μάριο Μονιτσέλι. Η μεγάλη χίμαιρα μιας παρέας τεμπέληδων και μικροκομπιναδόρων και ένας μικρός ρόλος για τον Μαστρογιάνι δίπλα στους Βιτόριο Γκάσμαν, Ρενάτο Σαλβατόρι, Τοτό.
«Η γλυκειά ζωή» (1960), του Φεντερίκο Φελίνι. Τοιχογραφία της ρωμαϊκής παρακμής στις αρχές του ’60. Επτά μερόνυχτα με οδηγό ένα σκανδαλοθήρα δημοσιογράφο στη Βία Βένετο, σε στέκια διανοουμένων, καλλιτεχνών, αριστοκρατών και κοσμικών. Κορυφαία στιγμή της ταινίας, είναι η ρωμαϊκή νύχτα του Μαστρογιάνι και της Ανίτα Εκμπεργκ στη Φοντάνα ντι Τρέβι.
«Η νύχτα» (1961) του Μικελάντζελο Αντονιόνι. Το υπαρξιακό (κινηματογραφικό) δράμα του Μαστρογιάνι δίπλα στη Ζαν Μορό και το αληθινό «δράμα» υπό το βλέμμα του Αντονιόνι (το οποίο κανείς θεατής δεν υποψιάστηκε). «Θα ήθελα να ήμουν πιο κοντά του, αλλά αυτό ήταν αδύνατο. Χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς περισσότερο σαν σιλουέτες, αφηγείται τις ιστορίες του μέσα από ατμόσφαιρες και εικόνες», έλεγε ο Μαρτσέλο.
«Διαζύγιο α λα ιταλικά» (1961) του Πιέτρο Τζέρμι. Σάτιρα ηθών που έφερε τον Μαστρογιάνι στις υποψηφιότητες των Οσκαρ. Eνας ταλαίπωρος Σικελός ερωτεύεται μια εκρηκτική νεαρή, αλλά δεν μπορεί να πάρει διαζύγιο από την τυραννική γυναίκα του γιατί το απαγορεύει η Kαθολική Eκκλησία. H μόνη λύση είναι ο φόνος και μάλιστα για «λόγους τιμής» αφού έτσι θα γλιτώσει τη βαριά καταδίκη. Δεν του μένει λοιπόν από το να βρει εραστή για τη σύζυγο… Δίπλα στη Στεφανία Σαντρέλι και τη Nτανιέλα Pόκα.
«8 ½» (1963). Πρωταγωνιστής στην πιο προσωπική ταινία του Φελίνι. «Ηταν σαν να κοιτάζω τον εαυτό του στον καθρέφτη και να διακρίνω έναν άντρα που αισθάνεται άχρηστος».
 «Χθες, σήμερα, αύριο» (1963) και «Γάμος α λα ιταλικά» (1964), του Βιτόριο Ντε Σίκα. Κωμωδίες βασισμένες σε κείμενα του Εντουάρντο Ντε Φίλιπο. Δεν είναι από τις καλύτερες, όμως το ζευγάρι Μαστρογιάνι – Λόρεν είναι εκθαμβωτικό.
Ο ξένος (1967) του Λουκίνο Βισκόντι. Δίπλα στην Αννα Καρίνα σε μια διασκευή του «Ξένου» του Αλμπέρ Καμύ. Από τις πιο παραγνωρισμένες ταινίες του Βισκόντι.
«Αλονζανφάν» (1973) των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι. Ρεσιτάλ ερμηνείας σε ένα φιλμ – σταθμό του πολιτικού σινεμά κατά τη δεκαετία του ’70. Η τραγωδία ενός ρομαντικού επαναστάτη γίνεται αφορμή για ένα σχόλιο για την πολιτική στράτευση και την ουτοπία της επανάστασης.
«Μια ξεχωριστή μέρα» (1977) του Ετορε Σκόλα. Με τη Σοφία Λόρεν στην καλύτερη ταινία του Σκόλα. Στις 8 Μαΐου του 1938 ο Χίτλερ φτάνει στη Ρώμη προσκεκλημένος του Μουσολίνι. Τα πλήθη παρακινούμενα από τους φασίστες ξεχύνονται στους δρόμους. Κλεισμένοι στο σπίτι τους μένουν μια νοικοκυρά με επτά παιδιά και ένας ομοφυλόφιλος.
«Ο μελισσοκόμος» (1986) του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ο ελληνικός Μάης του Μαστρογιάνι. Την άνοιξη του 1986 διέσχισε την Ελλάδα μαζί με τον Αγγελόπουλο για τα γυρίσματα του «Μελισσοκόμου». Η σκηνή που τον περικυκλώνουν οι μέλισσες περιγράφεται από τον ίδιο σαν μια από τις πιο επικίνδυνες στην καριέρα του.
«Μαύρα μάτια» (1987) του Νικήτα Μιχάλκοφ. Στον τελευταίο μεγάλο ρόλο της καριέρας του, παίζοντας Τσέχοφ.

Πηγή: Καθημερινή