1835, το «χαράτσι» της Λουκούς και η φορολογία στα χρόνια του Όθωνα

1835, «εκκαθαριστικό σημείωμα» της Μονής Λουκούς

Το «εκκαθαριστικό σημείωμα» που βλέπετε εδώ, αναφέρεται στα ζώα που είχε στην κατοχή της η Μονή Λουκούς το έτος 1835 και έφταναν αισίως, συνολικά, τον εντυπωσιακό αριθμό 4.049!!! στην ουσία δηλαδή διαφέντευε όλη την περιοχή μας, που ζούσε αποκλειστικά από την αγροτοκτηνοτροφία. Ο δε φόρος που της επιβλήθηκε ήταν 169.80 δραχμές, που σημαίνει σε σημερινή αναγωγή 38.000 ευρώ, υπέρογκο ποσό και για τα τωρινά δεδομένα.  

Η φορολογία στα χρόνια του Όθωνα

Οι Βαυαροί τότε, όπως και σήμερα οι συνεχιστές τους Γερμανοί!! επέβαλαν ένα απάνθρωπο φορολογικό σύστημα που διέλυσε την Ελληνική κοινωνία:

«Με τη δημιουργία του ελεύθερου Ελληνικού κράτους, σε μια εξ ολοκλήρου αγροτική χώρα, τι σήμαινε η φορολογία για τον καλλιεργητή της γης; Ήταν πολύ σκληρή, που αν μπο­ρούσε να αποδοθεί σε αριθμούς, θα εκωδικοποιείτο ως εξής

Τα πρώτα χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα, η κατανομή της γης ανάμεσα στο κράτος και τους ι­διώτες ήταν περίπου η εξής:

 ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΓΗΣ (ΣΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ)

ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΙΜΗ ΓΗ             ΑΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ ΓΗ

ΚΡΑΤΙΚΗ        6.068.000              10.046.000

ΙΔΙΩΤΙΚΗ       2.513.566               3.062.188

 Πάνω από το 70% της γης, δηλαδή, ανήκε στο Δημόσιο. Μόνο ο ένας στους έξι Έλληνες είχε δι­κή του γη. Και μόνο ένας στους τέσσερις είχε δικό του ζώο. «Στη Φθιώτιδα, οι χωρικοί ζουν όχι σε σπί­τια, αλλά σε καλύβες χωρίς δάπεδο…», γράφει έ­νας ξένος μελετητής της εποχής. «Στη Λιβαδειά, τα σπίτια είναι χτισμένα με ταρσούς και καλάμια (…). Στη Θήβα ακόμη και το έδαφος που είναι χτισμέ­να τα σπίτια είναι Εθνική γη. Οι βοσκές, που στην τουρκοκρατία ήταν κοινοτικές, τώρα είναι κρατική περιουσία (…). Η γεωργία είναι νεκρή».

Πάνω από 60.000 καλλιεργητές προτίμησαν να διασχίσουν τα χώματα που είχαν ποτίσει με το αίμα τους, να διασχίσουν τα σύνορα που είχαν φτιάξει με το σπαθί τους και να επιστρέψουν στην άθλια κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου η αυθαιρεσία δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Ο καλλιεργητής Εθνικής γης πλήρωνε πο­σοστό 15% ως ενοίκιο για τη γη και επιπλέον 10% ως φόρο δεκάτης (αυτόν τον πλήρωνε και επί ο­θωμανικής περιόδου).

Του έμενε δηλαδή ποσοστό 75% επί της παραγωγής (αν και στην πράξη οι αυ­θαιρεσίες των εισπρακτόρων των φόρων οδηγού­σαν σε πραγματικό ποσοστό 60%). Ότι απέμενε, ο καλλιεργητής το μοίραζε με τον ιδιοκτήτη των ζώ­ων και των εργαλείων (μέσων παραγωγής), μετά την αφαίρεση του σπόρου. Πρακτικά, δηλαδή, δεν απέμενε ούτε το 30% της παραγωγής. Το ποσοστό υπερεργασίας ήταν πάνω από 250%, δηλαδή για κάθε μια μέρα που δούλευε για τον εαυτό του ο καλλιεργητής, χρειαζόταν άλλες δυόμισι μέρες να δουλέψει για το κράτος, τον φοροεισπράκτορα και τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Η επι­δείνωση, σε σχέση με την οθωμανική περίοδο, ήταν εμφανής.»

Πηγές: Γενικά Αρχεία του Κράτους, ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, Καθημερινη.