ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΜΕΡΚΟΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

(Φωτ. Κατίνα Παξινού)

Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, 8 Μαρτίου. Μέρα μνήμης των αγώνων του κινήματος για τα δικαιώματα των γυναικών. Όμως κάθε μέρα «παγκόσμια ημέρα – και νύχτα- της γυναίκας»: Ελληνίδες γυναίκες, γυναίκες ιερουργοί της άγιας καθημερινότητας, γυναίκες του μόχθου, της οικογένειας, γυναίκες του έρωτα, καλλιτέχνιδες, ηρωίδες, ποιήτριες, γυναίκες του καθήκοντος, της απελπισίας, της ωδίνης, γυναίκες απλές: μάνες, σύζυγοι, κόρες. Γυναίκες – σύμβολα!

Η Κική Δημουλά λέει πολλά σε λίγους στίχους της: «Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω, σε λέω γυναίκα. Σε λέω γυναίκα γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη»… Κι ο Τάσος Λειβαδίτης τα λέει «όλα» με τον δικό του τρόπο: «Φτωχές γυναίκες, μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες, τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού, γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού… Αχ, γυναίκες έρημες, κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’ τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας…. Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα στο εσωτερικό μας πάθος, αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα της μητρότητάς μας…». Ας είναι…

Κατίνα Παξινού: Η πρώτη Ελληνίδα που κέρδισε Όσκαρ

Η Κατίνα Παξινού γεννήθηκε ως Κατερίνα Κωνσταντοπούλου στις 17 Δεκεμβρίου του 1900, στον Πειραιά. Μεγάλωσε σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, καθώς ο πατέρας της ήταν αλευροβιομήχανος και είχε δικό του εργοστάσιο. Φοίτησε στα καλύτερα σχολεία και από μικρή ηλικία οι γονείς της, την έστειλαν στην Ελβετία για να σπουδάσει. Παρακολούθησε μαθήματα μουσικής σε σχολές του Βερολίνου και της Βιέννης και έμαθε να μιλά γαλλικά και αγγλικά.

Σε ηλικία 17 ετών παντρεύτηκε τον βιομήχανο Γιάννη Παξινό με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες. Ωστόσο, στα 23 της ζήτησε διαζύγιο. Δέκα χρόνια μετά ένα τραγικό γεγονός σημάδεψε τη ζωή της. Έχασε την πρώτη της κόρη, η οποία πέθανε από λευχαιμία. Η μεγάλη ηθοποιός είχε πει μερικά χρόνια μετά, για την απώλεια της κόρης της: «Είμαι ένας άνθρωπος όπως όλοι. Έζησα. Έκανα παιδιά. Έθαψα παιδιά. Και πόνεσα θάβοντας αυτά τα παιδιά».

Τη δεκαετία του ’20, εμφανιζόταν κυρίως σε όπερες, ώσπου γνωρίστηκε με τον Αλέξη Μινωτή, τον οποίο συνάντησε τυχαία στο καμαρίνι της Μαρίκας Κοτοπούλη. Τότε άρχισε να κάνει τα πρώτα της βήματα ως ηθοποιός. Συνεργάστηκε με τον Αιμίλιο Βεάκη και ανέλαβε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε αρχαίες τραγωδίες.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τη βρήκε στο Λονδίνο, όπου ερμήνευε τους «Βρικόλακες» του Ίψεν. Εγκατέλειψε την Αγγλία και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ όπου ξεκίνησε την καριέρα της στον διεθνή κινηματογράφο και στο Μπροντγουεϊ. Το 1943 υποδύθηκε την Πιλάρ στην ταινία «Για ποιόν χτυπά η καμπάνα» και κέρδισε το Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα που κέρδισε το χρυσό αγαλματίδιο και η πρώτη μη Αμερικανίδα ηθοποιός που βραβεύτηκε με Όσκαρ στην πρώτη της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη. Στον λόγο της κατά τη διάρκεια της τελετής δεν παρέλειψε να αναφερθεί στους αγαπημένους της συναδέλφους στην Ελλάδα: «Το δέχομαι για λογαριασμό όλων των συναδέλφων μου, του Εθνικού θεάτρου, ζωντανών ή νεκρών».

Τη δεκαετία του ’50 επέστρεψε στην Ελλάδα και μαζί με τον Αλέξη Μινωτή εμφανιζόταν στη σκηνή του Εθνικού θεάτρου, ενώ το 1968 δημιούργησε τον δικό της θίασο. Ο τελευταίος της ρόλος ήταν στο έργο του Μπρεχτ «Μάνα Κουράγιο». Πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου 1973 χτυπημένη από καρκίνο. Γυναίκα με αυθόρμητη και γοργή στη σκέψη, πολύμορφη στο πνεύμα, είχε καλλιεργηθεί από μια μεγάλη μουσική παιδεία και είχε φιλολογική ενημέρωση.

Μελίνα Μερκούρη: Η «τελευταία Ελληνίδα θεά»

Τη χαρακτήρισαν «τελευταία Ελληνίδα θεά» και «γυναίκα – φλόγα». Όλη της η ζωή ήταν γεμάτη όνειρα, ελπίδες, αγωνίες και αγώνες. Η Μελίνα Μερκούρη θεωρείται ως μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες του 20ού αιώνα. Κορυφαία αγωνίστρια της Δημοκρατίας στον αγώνα κατά της χούντας των συνταγματαρχών. Σπουδαία ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου με διεθνή καριέρα και με ξεχωριστές ερμηνείες. Πολιτικός που σημάδεψε με την παρουσία της τον πολιτισμό της Ελλάδας. Πίστευε ακράδαντα ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία μας.

Τη βάφτισαν Αμαλία – Μαρία, δεν τη φώναξαν όμως έτσι ποτέ. Το όνομα που θα χρησιμοποιούσαν σε όλη της τη ζωή, και με το οποίο έγινε πασίγνωστη, ήταν το «Μελίνα». Πολλές φορές δεν χρειαζόταν καν το επίθετο «Μερκούρη» για να συστηθεί. Ήταν η Μελίνα όλων των Ελλήνων, αλλά και η Μελίνα των ξένων.

Η Μελίνα Μερκούρη γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου του 1920. Καταγόταν από οικογένεια πολιτικών και ήταν η αγαπημένη εγγονή του Σπύρου Μερκούρη, ενός από τους πιο επιτυχημένους και δημοφιλείς Δημάρχους της Αθήνας για περισσότερα από 20 χρόνια. Στο σπίτι του μεγάλωσε, δίπλα του έκανε τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις της σε νηπιακή ηλικία. Συναρπαζόταν από τότε από τις εκδηλώσεις λατρείας του κόσμου, έστω και αν απευθύνονταν στον «Μεγάλο Σπύρο» όπως όλοι φώναζαν τον παππού της.

Πατέρας της ήταν ο Σταμάτης Μερκούρης, βουλευτής για περισσότερα από 30 χρόνια, που είχε χρηματίσει και υπουργός Δημόσιας Τάξης και Δημοσίων Έργων. Μητέρα της, η Ειρήνη Λάππα, που ανήκε σε μια από τις καλύτερες αθηναϊκές οικογένειες. Το ζευγάρι απέκτησε και έναν γιο, μικρότερο από την Μελίνα, τον Σπύρο. Αργότερα χώρισαν, δημιούργησαν νέες οικογένειες, και η Μελίνα έζησε στο σπίτι του παππού της.

Την πρώτη θεατρική της πρόβα η Μελίνα Μερκούρη την έκανε μπροστά στον καθρέφτη, προσπαθώντας να καταφέρει να κυλήσουν κάποια δάκρυα σε κατάλληλη στιγμή, προκειμένου να πειστούν οι δικοί της να της αγοράσουν κάτι που επιθυμούσε. Ήταν μόλις πέντε ετών. Σε ηλικία δέκα ετών… έκανε το ντεμπούτο της στις Σπέτσες, στο τραπέζι ενός καφενείου, όπου τη χειροκρότησαν θερμά.

Παιδί ανήσυχο, και με το μυαλό προσηλωμένο σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα μαθήματα, ήταν από τις χειρότερες μαθήτριες. Όταν ο παππούς Σπύρος πεθαίνει, η μικρή Μελίνα αισθάνεται για πρώτη φορά στη ζωή της προδομένη. Την είχε κάνει να πιστέψει πως ήταν αθάνατος…

Είναι ακόμη έφηβη, όταν ερωτεύεται τον Πάνο Χαροκόπο, που της υπόσχεται (και τηρεί την υπόσχεσή του) ότι θα της παράσχει πλήρη ελευθερία να ασχοληθεί με το πάθος της, το θέατρο. Παντρεύονται κρυφά και στέλνουν στις οικογένειές τους τηλεγράφημα : «Γάμος ετελέσθη». Μετά από χρόνια θα χωρίσουν.

Όταν έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού θεάτρου, απήγγειλε ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη. Ανάμεσα στους εξεταστές της, και ο Αιμίλιος Βεάκης. «Δεν πέρασα» σκέφτηκε. Έγινε δεκτή πανηγυρικά και την ανέλαβε ο Δημήτρης Ροντήρης. Διέγνωσε μέσα της την τραγωδό και την έβαλε να δουλεύει σκληρά. Αποφοιτά το 1944.

Εντάσσεται στο δυναμικό του Εθνικού θεάτρου, όπου ερμηνεύει μικρούς ρόλους στην κεντρική σκηνή και στη σκηνή του Πειραιά. Το 1945 ερμηνεύει τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο, το ρόλο της Λαβίνια στο έργο του Ευγένιου Ο’ Νηλ «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» (θίασος Κατερίνας, θέατρο «Κεντρικόν»). Η πρώτη της όμως μεγάλη επιτυχία έρχεται με το «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς, παράσταση του «θεάτρου τέχνης», όπου ερμηνεύει το ρόλο της Μπλάνς Ντυμπουά. Συνεχίζει τη συνεργασία της με τον Κάρολο Κουν και το «Θέατρο Τέχνης» και εμφανίζεται σε έργα των Άλντους Χάξλεϊ, Άρθουρ Μίλλερ, Φίλιπ Τζόρνταν και Αντρέ Ρουσέν.

Ακολουθεί μια περίοδος που ζει στο Παρίσι, όπου γνωρίζει τον Μαρσέλ Ασάρ. Εκεί θα γνωρίσει τον Ζαν Κοκτώ, τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, την Κολέτ, τη Φρανσουάζ Σαγκάν. Εκεί ανοίγουν οι ορίζοντές της. Το 1953 παίρνει το έπαθλο «Μαρίκα Κοτοπούλη». Δύο χρόνια μετά επιστρέφει στην Ελλάδα και πρωταγωνιστεί στο θέατρο Κοτοπούλη – Ρεξ σε έργα από όλο το φάσμα του δραματολογίου, όπως ο «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ και ο «Κορυδαλλός» του Ανούιγ. Σε αυτή τη δεκαετία ανακαλύπτει το κοινωνικό πρόσωπο που κρύβει μέσα της και αναμιγνύεται με τον θεατρικό συνδικαλισμό.

Με την επιστροφή της στην πατρίδα, της γίνεται η πρώτη πρόταση να πρωταγωνιστήσει σε κινηματογραφική ταινία. Πρόκειται για τη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη από το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια». Η ταινία επαινέθηκε ιδιαίτερα στο κινηματογραφικό φεστιβάλ των Κανών το 1956. Παρότι το αξίζει, δεν θα πάρει το βραβείο του Φεστιβάλ των Κανών το 1956. Η εμφάνισή της σ’ αυτό, όμως, θα είναι μοιραία, αφού εκεί θα γνωρίσει τον Αμερικανό σκηνοθέτη Ζυλ Ντασέν, κατοπινό σύντροφό της δια βίου.

Η Μελίνα θα πρωταγωνιστήσει στην ταινία του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» την ίδια χρονιά και από τότε θα παίξει σε πολλές ακόμα ταινίες του, όπως στο «Ποτέ την Κυριακή», στη «Φαίδρα», στο «Τοπκαπί» κ.α. Για την ερμηνεία της στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» θα πάρει στις Κάνες το βραβείο γυναικείας ερμηνείας (εξ’ ίσου με την Ζαν Μορό για το Moderato Cantabile) (1960). Η ταινία είναι υποψήφια για πέντε Όσκαρ.

Το 1960, είναι η χρονιά της. Τότε σημειώνεται και η μεγαλύτερη επιτυχία αυτής της περιόδου στο θέατρο, όπου συνεχίζει αδιάλειπτα την πορεία της έως το 1967. Είναι το «Γλυκό πουλί της νιότης» σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και παραγωγή του «θεάτρου τέχνης» με συμπρωταγωνιστή τον Γιάννη Φέρτη.

Η διεθνής αναγνώριση είναι πλέον γεγονός. Η Μελίνα θα ανοίξει τα φτερά της το 1967 για το Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης, για να παίξει στο «Ίλια Ντάρλινγκ» με τον Ζυλ Ντασέν, σύζυγό της από την προηγούμενη χρονιά, στο πλευρό της. Τα μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου, ο Μάνος Χατζιδάκις τηλεφωνεί σε κείνη και στον Ζυλ για να τους πει ότι στην Ελλάδα έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα. Η Μελίνα κάνει δηλώσεις στις τηλεοπτικές κάμερες των αμερικανικών μέσων μαζικής ενημέρωσης.

«Σας παρακαλώ μην πάτε στη χώρα μου» λέει κλαίγοντας. Για τις δηλώσεις αυτές, η χούντα θα της αφαιρέσει την ελληνική ιθαγένεια στις 12 Ιουλίου του ίδιου χρόνου. Εκείνη θα απαντήσει με το ιστορικό πλέον: «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας». Από τον Νοέμβριο του 1967 και επί τρεις μήνες, το FBI την παρακολουθεί παντού. Υπάρχει προειδοποίηση ότι θα γίνει δολοφονική απόπειρα εναντίον της.

Το σύνθημα για την αντιδικτατορική δράση έχει δοθεί. Με τον Ζυλ Ντασέν, με τον Μίκη Θεοδωράκη, με άλλους φίλους, η Μελίνα θα γίνει ο εφιάλτης της χούντας. Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς θα γνωρίσει και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Στις 7 Μαρτίου του 1969, στο θέατρο της Γένοβας γίνεται βομβιστική επίθεση εναντίον της με βόμβα πέντε κιλών η οποία και εκρήγνυται, χωρίς ευτυχώς θύματα.

Ο θάνατος του πατέρα της (7 Ιουλίου 1968) τη βρίσκει στην ξενιτιά. Δεν έχει ιθαγένεια, ούτε διαβατήριο. Όταν πεθαίνει η μητέρα της (Ιούλιος 1972) της επιτρέπουν την είσοδο στη χώρα για λίγες ώρες. Στις 26 Ιουλίου του 1974, δύο μόλις μέρες μετά την πτώση της χούντας, επιστρέφει στην Ελλάδα. Στο αεροδρόμιο γίνεται διαδήλωση, θα κατέβει από το αεροπλάνο κάνοντας το σήμα της νίκης και θα χαθεί στις αγκαλιές των αγαπημένων της.

Με την επιστροφή και την οριστική εγκατάστασή της στην Ελλάδα, συνεχίζει την πολιτική της δράση μέσα από το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, του οποίου είναι από τα ιδρυτικά μέλη. Το 1974 είναι υποψήφια του κόμματος στη Β΄ Περιφέρεια Πειραιά. Συγκεντρώνει 7.500 σταυρούς, αλλά χάνει την έδρα για 33 ψήφους. Στο ΠΑΣΟΚ θα διατελέσει μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, του Εκτελεστικού Γραφείου, αλλά και εισηγήτρια στον Κοινοβουλευτικό Τομέα Ελέγχου Πολιτισμού.

Η εκλογή της, τον Νοέμβριο του 1977, ως βουλευτή (με μεγάλη πλειοψηφία σταυρών προτίμησης) της στερεί την ενασχόλησή της με το θέατρο. Εκλέγεται στη Β΄ Περιφέρεια Πειραιά, με τους συνδυασμούς του ΠΑΣΟΚ. Εκλέγεται και πάλι βουλευτής το 1981. Στις εκλογικές αναμετρήσεις που θα ακολουθήσουν (1985, Ιούνιος 1989, Νοέμβριος 1989, 1990 και 1993) είναι στο ψηφοδέλτιο των βουλευτών επικρατείας σε εκλόγιμη θέση. Η διεθνής ακτινοβολία της, της επιτρέπει να έρχεται σε επαφή με κορυφαίους ευρωπαίους ηγέτες (ανάμεσα στους οποίους και ο προσωπικός της φίλος Φρανσουά Μιτεράν) και να προβάλει τα εθνικά μας θέματα. Επιθυμία της, να επιβάλλει την Ελλάδα και να την κάνει σεβαστή παντού…συνέχεια

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *