Διονύσης Παπαγιαννόπουλος

Τέτοιες μέρες ήταν πάνω κάτω, 13 Απριλίου 1984, όταν έφυγε ο «Κυρ Γιώργης» για τον πολύ κόσμο, ο «Νιόνιος» για κάποιους πολύ κοντινούς του (αλλά και ο διάσημος γείτονας για εμένα που τον χάζευα όποτε περνούσε με τα χαρακτηριστικά γρήγορα μικρά βήματα και τις κλεφτές ματιές δεξιά – αριστερά σαν να ντρεπόταν που όλοι τον κοιτούσαν, από τον περαστικό ταξιτζή της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, μέχρι τους θαμώνες στη «Σόνια» και βιαζόταν να βγει από το οπτικό τους πεδίο) ο μεγάλος ηθοποιός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος.
Ήταν η εποχή κατά την οποία έβλεπες όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου να ζουν σε λαϊκές γειτονιές. Πάρα πολλούς ηθοποιούς θυμάμαι σε Αμπελόκηπους, σε Γκύζη, σε Εξάρχεια, σε Κυψέλη, όπου «αναγκαστικά» κυκλοφορούσαν και πολλοί ακόμη ηθοποιοί οι οποίοι συχνά επισκέπτονταν τους συναδέλφους τους στα σπίτια τους. Όπως για παράδειγμα ο Μάνος Κατράκης, τον οποίο ακόμη θυμάμαι να υπογράφει ένα αυτόγραφο στο πίσω μέρος ενός πακέτου τσιγάρων μάρκας «Καρέλια» σε ένα κατάστημα εκεί στη γειτονιά του Παπαγιαννόπουλου, με τον οποίο έφυγαν την ίδια χρονιά, το 1984.
Διάβασα ξανά πρόσφατα μια βιογραφία του Παπαγιαννόπουλου, γραμμένη το 1993 από τον δημοσιογράφο Κάρολο Μωραϊτη, από το οποίο άντλησα και τις περισσότερες πληροφορίες που παραθέτω.
Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος γεννήθηκε ένα πολύ ζεστό βράδυ, στις 12 Ιουλίου 1912, στο Διακοφτό, στο πατρικό του πατέρα του Σπήλιου, σε ένα δίπατο σπίτι δίπλα στις γραμμές του τραίνου και ήταν το 8ο παιδί που έφερε στον κόσμο η μητέρα του Μαρία. Ήταν πολύ καλός μαθητής, αυτό που λένε «υπόδειγμα» όμως και υπερβολικά ατίθασος. Βασάνιζε συμμαθητές και ζώα, ώσπου μια μέρα σταμάτησε να τα πειράζει μετά από ένα τετράστιχο που διάβασε σε ένα απόκομμα εφημερίδας:
«Η καλοσύνη ειπ΄ η γιαγιά,
μονάχα η καλοσύνη,
όλα στον κόσμο φεύγουνε,
μόνη απομένει εκείνη».

Σε μια μαθητική φωτογραφία του δίπλα στον συνομήλικό του (επίσης γεννηθέντα το 1912) Γιάννη Σπυρόπουλο που θα γινόταν αργότερα ο γνωστός ζωγράφος, μοναχικός και αυτός όπως και ο Παπαγιαννόπουλος, ο «Νιόνιος» φαίνεται πως… είχε γεννηθεί φαλακρός. Ίσα που κάλυπτε την κορυφή του κεφαλιού του κάποιο σκούρο τρίχωμα.
Το 1924 γράφτηκε στο γυμνάσιο του Αιγίου και τότε, πάλι κάποιο κείμενο σε ένα απόκομμα χαρτιού του άλλαξε τη ζωή. Παρότι όπως και οι περισσότεροι συμμαθητές του απεχθάνονταν τα αρχαία ελληνικά, άρχισε να διαβάζει ελληνική γραμματεία όταν ξετύλιξε τις σαρδέλες για να δει τι έγραφε το χαρτί που είχε τυλίξει ο μπακάλης. Ήταν μια σελίδα βιβλίου με ένα μεταφρασμένο απόσπασμα του Ηρόδοτου!
Παράλληλα, έπαιζε και πολύ καλό ποδόσφαιρο, το οποίο σταμάτησε εξαιτίας ενός εγκληματικού χτυπήματος που δέχθηκε στο κεφάλι από έναν Άγγλο (του οποίου είχε κάνει τη ζωή δύσκολη με τις τρίπλες του) σε ένα φιλικό ματς που είχε δώσει η ομάδα του (ο «Κεραυνός Παναιγιαλείου») απέναντι σε άγγλους ναύτες. Έκτοτε, είχε θα είχε πόνους στο σβέρκο όταν άλλαζε ο καιρός…
Εκείνη την εποχή έτυχε να παρακολουθήσει μια παράσταση ενός περιοδεύοντος θιάσου: «Ο Βαρκάρης του Βόλγα». Μάλιστα, παραλίγο να μη δοθεί καν η παράσταση, αφού οι θεατές ήταν ελάχιστοι. Τελικά, η παράσταση δόθηκε λες και αυτό συνέβη μόνο και μόνο για να ωφεληθεί το ελληνικό θέατρο, αφού μετά από αυτήν ο μικρός Διονύσης αποφάσισε πως θα γινόταν ηθοποιός.
Οργάνωσε λοιπόν παράσταση με 3 θεατρικά έργα με τους συμμαθητές του, την «Γκόλφω», το «Κόκκινο Πουκάμισο» και τον «Γιο του ήσκιου» με τις εισπράξεις να πήγαιναν υπέρ του ναού του Αγίου Τρύφωνα, αφού αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να πείσουν τους γονείς τους που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να γίνουν «θεατρίνοι» για να παίξουν. Μετά τη παράσταση, κόσμος τον περίμενε να τον συγχαρεί. Ανάμεσά τους και μια συμμαθήτριά του η οποία τον φίλησε και ο Νιόνιος «έχασε το φως του». Δυστυχώς όμως γι αυτόν, η μικρή μετακόμισε και έχασε τα ίχνη της, χωρίς κανείς να μπορεί να του απαντήσει πού βρισκόταν, όπως ο ίδιος δήλωσε 3,5 δεκαετίες αργότερα σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Βραδυνή».
Από το 1939 οπότε έβγαλε το εξατάξιο γυμνάσιο και για 6 χρόνια, προσπαθούσε ένα πείσει τους γονείς του να τον αφήσουν να πάει στην Αθήνα να σπουδάσει. Τελικά, μεταχειρίστηκε ένα τέχνασμα: έβαλε τον παπά της εκκλησίας του Αγίου Τρύφωνα να ζητήσει από τους θεοσεβούμενους γονείς του να του επιτρέψουν να σπουδάσει σε ιεροδιδασκαλείο της Αθήνας. Βέβαια, ο Νιόνιος συνειδητά εξαπατούσε εκείνη τη στιγμή ιερέα και γονείς, όμως του βγήκε σε καλό. Πήγε στην Αθήνα, και το 1938 αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου με άριστα. Σημειωτέον δε, ότι την πρώτη φορά τον είχαν κόψει στις εισαγωγικές εξετάσεις, διότι πρόφερε βαθιά το «λάμδα» και το «σίγμα». Όταν ο Αιμίλιος Βεάκης έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στους γονείς του για το δίπλωμα, αυτοί νόμισαν πως ο Βεάκης ήταν διευθυντής του ιεροδιδασκαλείου και έσπευσαν με χαρά να δείξουν το τηλεγράφημα στους συγχωριανούς. Και βέβαια, το σοκ δεν άργησε να έλθει, καθώς τουλάχιστον κάποιοι γνώριζαν το όνομα του μεγάλο αυτού ηθοποιού. Για πολλά χρόνια η αντιμετώπιση που είχε ο «θεατρίνος» από συγγενείς και συχωριανούς ήταν από αρνητική μέχρι απαξιωτική. Μέχρι και ένας μπάρμπας που πρωτύτερα του προξένευε την κόρη, όταν δέχτηκε να τη ζητήσει σε γάμο ο Νιόνιος, έφαγε τα μούτρα του…
Το πρώτο έργο στο οποίο έπαιξε ήταν την περίοδο 1938 – 1939 ο «βασιλιάς Ληρ» με πρωταγωνιστή τον Βεάκη. Ο Παπαγιαννόπουλος έκανε με την πρώτη του εμφάνιση μεγάλη εντύπωση με ένα πολύ μικρό ρόλο ο οποίος περιοριζόταν μόλις σε 8 λέξεις: -«Αφέντη μου, η κόρη σου δεν είναι καλά»! Στη συνέχεια έπαιξε ακόμη 2 μικρούς ρόλους ως έκτακτος, έως ότου μετατάχτηκε από 1.1.1940 σε τακτικό ηθοποιό του Εθνικού Θεάτρου. Εργάζεται σκληρά υπό τους Γιώργο Γληνό, Χριστόφορο Νέζερ, Μήτσο Μυράτ, Κατίνα Παξινού.
Το 1940 επιστρατεύεται και παρουσιάζεται στο 6ο σύνταγμα οιυ ήταν εμπροσθοφυλακή. Στη Χειμάρρα έγινε λοχίας και εκεί του ήλθε το γράμμα που τον πληροφορούσε πως ο πατέρας του πέθανε από εγκεφαλικό. Έμεινε στην 1η γραμμή πυρός μέχρι και την συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, αποφασίζουν μαζί με τους Τάκη Χορν, Στέλιο Βόκοβιτς, Κώστα Παππά και Κρινιώ Παππά, να μεταπηδήσουν από το Εθνικό στο ελεύθερο θέατρο. Εκεί βρήκε δάσκαλο στο πρόσωπο του Λογοθετίδη.
Συνέχισε να υποδύεται μικρούς ρόλους στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη παίζοντας το 1941 τον ξυλοκόπο δίπλα στην 17χρονη πρωταγωνίστρια του έργου του Χάουπτμαν «Η Χάνελλε πάει στον Παράδεισο», Έλλη Λαμπέτη.
Το 1943 συνεργάζεται με το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης. Στο έργο «Λουίζα Μύλλερ» του Φρειδερίκου Σϊλλερ, έπαιξε τον ρόλο του «Βουρμ» (στην γερμανική, σημαίνει «σκουλήκι» και «ραδιούργος») και μετά την παράσταση, όταν ο Παπαγιαννόπουλος αρνήθηκε να δεχτεί τα συγχαρητήρια του Γερμανού διοικητή Μαξ Μέρτεν, ο τελευταίος αν και παραδέχτηκε πως στις κυριότερες σκηνές ο Παπαγιαννόπουλος ήταν καλύτερος από τον ειδικευμένο στον ρόλο αυτό στην Γερμανία, τον διάσημο Κράους, το απέδωσε αυτό, βγάζοντας όλη του τη χολή, «στην έμφυτη ατιμία και πονηριά των Ελλήνων»!
Μετά την απελευθέρωση συνεργάστηκε με τον θίασο των Αρώνη / Μανωλίδου / Χορν και βρέθηκε να δίνει παραστάσεις σε Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Κύπρο, Αίγυπτο, Σουδάν…
Μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1950, παίζει δραματικούς ρόλους. Παίζει κωμωδία για πρώτη φορά χάρη στον Ντίνο Ηλιόπουλο, ο οποίος τον κάλεσε να παίξουν στο Θέατρο Αθηνών.
Την περίοδο 1953 – 1954 οι μεγαλύτεροι κριτικοί θεάτρου, συγγραφείς και θεατρόφιλοι (Καραγάτσης, Χουρμούζιος, Τερζάκης, κ.λπ.) του αφιερώνουν διθυράμβους. Τότε (1953) παίζει στο «Ποντικάκι» του Νίκου Τσιφόρου μαζί με την άβγαλτη τότε Αλίκη Βουγιουκλάκη και στην «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη. Στο σινεμά υπήρξε πολλές φορές «πατέρας» της Βουγιουκλάκη (τον ρόλο αυτό τον έπαιζε σχεδόν εναλλάξ με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα) και της Καρέζη. Τότε είναι που μοιράζει χαστούκια και σε αυτές τις δύο αλλά και στις άλλες οι «κόρες» του, όπως η Βαλσάμη ή η Αναλυτή. Και βέβαια μένουν αλησμόνητες οι σφαλιάρες στην Καρέζη στην «Λόλα» ή στην Ζέτα Αποστόλου στην ταινία «Άγγελοι του πεζοδρομίου».Όπως έλεγε ο Δαλιανίδης, ο Παπαγιαννόπουλος ήταν μάστορας στις αληθοφανείς σφαλιάρες και χαστούκια (ανάμεσα σε όσους τα είχαν δοκιμάσει ήταν ο Βουτσάς, ο Τζανετάκος, ο Καρράς, ο Τζεβελέκος, ο Δεστούνης, ο Γεωργίτσης…) καθώς έβαζε φόρα και ορμή και κατόρθωνε να «φρενάρει» την τελευταία στιγμή.
Την περίοδο 1963 – 1967 εμφανίζεται σε 47 ταινίες, οι περισσότερες με μεγάλη εμπορική ή και ποιοτική επιτυχία.
Σταθμός στην καριέρα του είναι και «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη με τον θίασο Καρέζη – Καζάκου και μαζί με 50 ηθοποιούς και τον Νίκο Ξυλούρη , όπου το καλοκαίρι του 1973 υποδύεται συγκλονιστικά 4 ρόλους: του Βυζαντινού ζητιάνου στο δρόμο για την Κωνσταντινούπολή, του αγάλματος του Γέρου του Μοριά που ζωντανεύει, του Ελευθέριου Βενιζέλου (εκεί όπου ο Ξυλούρης τραγουδά το «Σήμερα σε είδα κι αναγάλλιασα, εσένα που σε βύζαξαν οι μοίρες») και του Καραγκιόζη!
Το αμέσως επόμενο καλοκαίρι, του 1974, ξεκινά το «Λούνα Παρκ», η 1η και τελευταία εμφάνιση του Παπαγιαννόπουλου στη τηλεόραση, σε μια σειρά η οποία θα κρατήσει ως το καλοκαίρι του 1981. Εκεί οι Έλληνες που του δίνουν ποσοστά τηλεθέασης 63% (αδειάζουν οι δρόμοι κάθε Πέμπτη στις 8 παρά τέταρτο) θα τον γνωρίζουν ως «Κυρ-Γιώργη» και πολλοί θα τον αποκαλούν έτσι μέχρι να πεθάνει το 1984.
Στην προσωπική του ζωή, υπήρξε μοναχικός. Προφασιζόταν τον εκ πεποιθήσεως εργένη παρότι όπως είχαν πει κάποιοι ελάχιστοι που τον ήξεραν, όπως ο ανιψιός του Τάκης Βλαστός, ήθελε πολύ να παντρευτεί. Γιατί δεν το έκανε; Οι ερμηνείες ήταν πολλές: Από την απογοήτευση που ένιωσε όταν χώρισε με μια ηθοποιό, από αναβλητικότητα, από πολυγαμικές τάσεις, από μοναχικές τάσεις, εν γένει από τις πιο αντιτιθέμενες μεταξύ τους απόψεις…
Μεγάλη Τρίτη του 1984, βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του, σε ένα δυάρι του δευτέρου ορόφου στην πολυκατοικία Σούτσου και Αλεξάνδρας. Ήταν πεσμένος ανάσκελα στο χαλί με ανοικτά χέρια. Φορούσε ρόμπα, μπλε πιτζάμες και σκούρες κάλτσες. Η φωτογραφία του, πεσμένος ανάσκελα με ορθάνοικτα μάτια και ανοικτό το στόμα, όπως είχε παραμείνει από την Κυριακή των Βαϊων, ήταν τουλάχιστον σοκαριστική…
Πρωτόπαιξε στο σινεμά το 1947 με «τα παιδιά της Αθήνας» και τελευταία εμφάνισή του ήταν το 1984 στην 136η ταινία του, με τον ρόλο του Αντώνη στο «Ταξίδι στα Κύθηρα».
Ο δήμος Διακοφτού, τον οποίο βοήθησε σε αφάνταστο βαθμό, έστησε την προτομή του στην παραλία.
Δύο αθάνατες ατάκες του:
-«Χούφτωσ΄ την! Χούφτωσ’ την» (απευθυνόμενος στον Λάμπρο Κωνσταντάρα στη ταινία «Κάτι κουρασμένα παλικάρια»).
-«Ιιιέεεπ! Όχι σκοτωμούς! Τί θα το κάνουμε εδώ μέσα; Αμέρικαν Μπάρ»; («Η Βίλα των οργίων»).

Πηγή: zalmoxis.wordpress.com