Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Κ. Π. Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29-4-1863 (17-4-2019 με το Παλιό Ημερολόγιο), είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της σύγχρονης εποχής. Οι γονείς του ήταν Κωνσταντινουπολίτες και ο Κωνσταντίνος υπερηφανευόταν για την καταγωγή του και για τους διαπρεπείς προγόνους του.

Ήταν το τελευταίο παιδί, ένατο της πολυμελούς οικογένειάς του Πέτρου Καβάφη και της Χαρίκλειας Φωτιάδου (Είχε έξι μεγαλύτερους αδελφούς, ενώ δύο ακόμα αδέλφια του, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, πέθαναν βρέφη). Ο πατέρας του ήταν πετυχημένος έμπορος με οικονομική επιφάνεια και μέχρι το θάνατό του, 1870, η οικογένεια ζούσε σε άριστες συνθήκες.

Μετά το θάνατο του Π. Καβάφη η Χαρίκλεια μετέβη με όλα της τα παιδιά στο Λίβερπουλ της Αγγλίας, όπου διέμενε ο αδελφός του πατέρα τους. Τα οικονομικά της οικογένειας άρχισαν να συρρικνώνονται. Ο μικρός Κωνσταντίνος τελειοποίησε τα αγγλικά του, εξοικειώθηκε με τα αγγλικά ήθη και έθιμα και μελέτησε την αγγλική λογοτεχνία.

Σχετικά με τις σπουδές του στην Αγγλία, κατά την παιδική ηλικία, δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες. Κατά την επιστροφή του όμως στην Αλεξάνδρεια φοίτησε στο Λύκειο «Ερμής». Ο διευθυντής του Λυκείου, Κ. Παπαζής, καλλιέργησε την έμφυτη φιλομάθεια του νεαρού μαθητή και τον ενθάρρυνε στο να μελετήσει αρχαίους έλληνες συγγραφείς και ελληνική ιστορία.

Τότε ο νεαρός Καβάφης άρχισε τις πρώτες συγγραφικές απόπειρες· επιχείρησε μάλιστα να συντάξει ένα ιστορικό λεξικό.

Τον Ιούνιο του 1882 ο βρετανικός στόλος βομβάρδισε την Αλεξάνδρεια, για να καταπνίξει ένα εθνικιστικό στρατιωτικό κίνημα του Οράμπι πασά. Ο βομβαρδισμός, μεταξύ των άλλων, είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφεί η πατρική οικία του Καβάφη. Μετά από αυτό η Χαρίκλεια Φωτιάδη – Καβάφη μεταβαίνει οικογενειακώς στην Κωνσταντινούπολη, όπου φιλοξενείται από τον πατέρα της Γεωργάκη Φωτιάδη. Ο Γ. Φωτιάδης, πρώην έμπορος αδαμάντων είχε στενές σχέσεις με κύκλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η γνωριμία του Κ. Καβάφη με τη βασιλίδα των πόλεων επηρέασε τις πεποιθήσεις του κατά την τριετή παραμονή του.

Στην Αλεξάνδρεια επέστρεψε το 1885 και στην αρχή δεν είχε εισοδήματα να συντηρηθεί· οι αδελφοί του τον βοήθησαν μέχρι που το 1892 προσλαμβάνεται στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Από αυτό το χρονικό σημείο (1885) μέχρι το θάνατό του (1933) δεν συνέβησαν συγκλονιστικά γεγονότα στη ζωή του (εκτός των θανάτων προσφιλών του προσώπων)· έτσι αφιερώθηκε στη μελέτη και την περισυλλογή της ιστορίας, της λογοτεχνίας με απώτερο στόχο την ποιητική δημιουργία.

Η μεγάλη αξία της ποίησής του έγκειται κυρίως στο δραματικό της περιεχόμενο και την ειλικρίνεια και το βάθος της ανάλυσης των ανθρώπινων συναισθημάτων. Παρά τον υποκειμενισμό που υπάρχει στα ποιήματά του (ακόμα και στα ιστορικά) ορισμένα σύμβολα προεκτείνονται σε πανανθρώπινη κλίμακα· η απαισιόδοξη φιλοσοφία του είναι αποτέλεσμα πικρής βιοτικής πείρας. Διαφαίνεται η στωικότητα απέναντι στη συμφορά· η ειρωνεία απέναντι στις ατυχείς επιλογές.

Το έργο του Κ. Π. Καβάφη αντιπροσωπεύει ένα σταθμό από τους πλέον σημαντικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μέχρι τότε, τέλη 19ου αιώνα, η νεοελληνική ποίηση χαρακτηριζόταν από στομφώδη λυρισμό και μεγαλόστομη ρητορεία. Η καβαφική ποίηση προβάλλει με δωρική λιτότητα, που αγγίζει τα όρια της πεζογραφίας· απορρίπτει το διακοσμητικό στοιχείο, αποδεσμεύεται από καθιερωμένους στιχουργικούς κανόνες. Η ποίησή του προτάσσει την κυριολεξία, την πύκνωση των εκφραζόμενων διανοημάτων, τον αποκλεισμό του περιττού.

Οι παραπάνω καινοτομίες φυσικό ήταν να προκαλέσουν αντιδράσεις στους πνευματικούς κύκλους της Ελλάδας. Ο Παλαμάς – παρά την κριτική του οξυδέρκεια – έγραψε ότι ο Καβάφης «ξεβίδωσε τον 15σύλλαβο» ή ότι «τα ποιήματά του Καβάφη ομοιάζουν με ρεπορτάζ από τους αιώνες και όχι από τα καλύτερα». Οι πολλές αντιδράσεις και από άλλους λογοτέχνες οφείλονταν κυρίως στην «περίεργη» μεικτή γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Αλεξανδρινός ποιητής. Το γλωσσικό ζήτημα ήταν τότε σε έξαρση· έτσι και οι καθαρολόγοι και οι δημοτικιστές απέρριπταν την «ανεξαρτησία» που συμβόλιζε η ποιητική γλώσσα του Καβάφη. Βέβαια ήταν θέμα χρόνου οι πνευματικοί κύκλοι της Ελλάδας να γοητευτούν και να παραδεχτούν το μεγάλο ποιητή.

Ο Ν. Καζαντζάκης λέει για αυτόν «Να ένας άνθρωπος μπροστά μου άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή, αρχηγός ερημίτης κ’ υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό της επικούρειας ασκητικής».

Ο Κ. Καβάφης δεν τύπωσε ποτέ τα ποιήματά του σε βιβλίο· προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε εφημερίδες, περιοδικά, ημερολόγια ή να τα τυπώνει ιδιωτικά και να τα μοιράζει στους ενδιαφερόμενους.

Η πρώτη συλλογή με τα 154 ποιήματα του καβαφικού «Κανόνα» κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του στην Αλεξάνδρεια, ενώ στην Ελλάδα βιβλία με ποιήματα του κυκλοφόρησαν το 1948 και το 1963 από τις εκδόσεις «Ίκαρος».

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν

και τα ’κλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,

με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά –

έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν,

χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά

της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

(1904)

Πηγή: scriptamanent.gr