Τι έτρωγαν οι επαναστάτες στη διάρκεια του Αγώνα του 1821;

Ο επισιτισμός είναι ένα κρίσιμο, μα παραγνωρισμένο κομμάτι για την επιτυχία κάθε επανάστασης ή και πολεμικής επιχείρησης εν γένει. Δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά το 1821, όταν οι ραγιάδες, χωρίς φυσικά να έχουν οργανωμένο στρατό, πολλώ δε μάλλον επιμελητεία, ξεκινούσαν τον αγώνα τους για την απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό.

Στο λίκνο της Επανάστασης, δηλαδή το Μοριά, μια πρώτη απάντηση έδιναν οι “εθνικοί μύλοι” που δημιουργήθηκαν σε διάφορες περιοχές, που εξασφάλιζαν σε ικανοποιητικό βαθμό το άκρως απαραίτητο ψωμί για τους εξεγερμένους. Γλαφυρά περιγράφει τον ρόλο αυτών των μύλων ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, αναφερόμενος επίσης στην εθελοντική πρόσφορα προβάτων από κατοίκους:

Τόσον ενθουσιασμόν άρχισαν να έχουν οι Έλληνες, οπού μόνοι των άλεθαν, ζύμωναν, έψεναν το ψωμί και τα έφερναν με τα ζώα των εις το στρατόπεδο. Είχαμε φούρνο εθνικόν εις την Πιάνα, Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Δημητσάνα, Στεμνίτσα. Πρόβατα μας έφερναν, πότε από τα 20, πότε από τα 30, από τα 40, από τα 50 το ένα και τα έδιναν μ’ ευχαρίστησί τους. Ο Κυριάκος Τσώλης εχάρισεν 120 τραγιά εις το στρατόπεδο από την Ζαράχοβα. Είχαμε κόλια, στρατονομία, στελμένα και τα εμάζωναν. Από ημάς επήραν παράδειγμα και τα άλλα στρατόπεδα και έκαμναν το ίδιο.

Ο ρόλος της αυθόρμητης προσέλευσης κατοίκων, ιδιαίτερα δε γυναικών, που ετοίμαζαν και έφερναν φαγητά στους γιους και τους άνδρες τους, απαντάται και σε άλλες μαρτυρίες της εποχής, όπως αυτή του Φωτάκου, διανθισμένες και με κοινωνικού χαρακτήρα παρατηρήσεις, με τους χωρικούς έκπληκτους που είχαν απαλλαγεί από τους κυρίαρχούς τους:

Η έξαφνη αυτή μεταβολή έκαμε τους ανθρώπους τους απλούς περισσότερον μωροθάμαχτους, τους εφαίνετο ότι ήτο παράξενον και απίστευτον να πάρουν από τους αφεντάδες των τα άρματα και την δόξαν.

Ευπρόσδεκτη ήταν και η βοήθεια όσων προκρίτων στήριξαν την Επανάσταση, οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις φρόντιζαν για την τροφοδοσία ολόκληρων χωριών. Το παράδειγμα του Γεωργίου Σισίνη από τη Γαστούνη της Ηλείας, που έστελνε μεγάλη ποικιλία ξηρών τροφών, αλλά και κρασί, κεράσια και καλαμπόκι στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη, είναι ενδεικτικό. Ο ίδιος ο Σισίνης μάλιστα περιγράφεται να δέχεται με μεγάλες τιμές τον οπλαρχηγό στα μέρη του, με γλέντια συνοδευόμενα από άφθονα ψητά, κρασί και ψωμί, όχι μόνο για τους πολεμιστές, αλλά και όποιον άλλο κάτοικο συμμετείχε στη γενικευμένη ευωχία. Ο Κολοκοτρώνης αργότερα θα αναφερόταν στη γενικότερη συμβολή της εύφορης και εύπορης Γαστούνης στην τροφοδοσία των στρατευμάτων, χαρακτηρίζοντάς την “μελίσσι άτρυγο”.

Άλλες πηγές τροφοδοσίας ήταν η άλωση των μεγάλων πόλεων, ανάμεσά τους φυσικά και το διοικητικό κέντρο του Μοριά, η Τριπολιτσά, όπου διέμεναν οι περισσότεροι Οθωμανοί της περιοχής, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν και οι πλουσιότερες οικογένειες της Πελοποννήσου.

Σε γενικές γραμμές πάντως, η διατροφή των αγωνιστών ήταν μάλλον λιτή, ενώ υπήρχαν περίοδοι που μόνο η αρπαγή από τα χωριά, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα των κατοίκων τους, μπορούσε να τους εξασφαλίσει τα προς το ζην. Ένα ξεχωριστό, όσο και θλιβερό κεφάλαιο στην “επισιτιστική” ιστορία της Επανάστασης, είναι βέβαια και η διατροφή των κατοίκων σε πολιορκημένες από τους Οθωμανούς πόλεις. Η γνωστότερη περίπτωση είναι φυσικά εκείνη του Μεσολογγίου, όπου ο λιμός μετατράπηκε σε σήμα κατατεθέν της πολιορκίας, περνώντας μάλιστα στη λογοτεχνική αιωνιότητα χάρη στους σχετικούς στίχους από τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” του Σολωμού, όπου “τα μάτια η πείνα εμαύρισε”. Πράγματι, προχωρώντας η πολιορκία, άρχισαν να εξαφανίζονται όλα τα ζωντανά από την πόλη, ανάμεσά τους γαϊδουράκια, μουλάρια, σκύλοι, γάτες και ποντίκια, ενώ υπήρξαν αναφορές ακόμα και για νεκροφαγία. Μια άλλη έσχατη λύση ήταν η κατανάλωση αρμυρικιών, που πρώτα βράζονταν με τις ώρες για το ξεπίκρισμα, και μετά καταναλώνονταν σα σαλάτα με λάδι (από τα ελάχιστα προϊόντα που υπήρχαν σε αφθονία μέχρι τέλους) και ξύδι. Παρόλα αυτά, τα θαλασσινά αυτά χόρτα παρέμεναν ακατάλληλα προς βρώση, προκαλώντας μια σειρά διαταραχές που έρχονταν να προστεθούν στην ήδη κλονισμένη από την ασιτία υγεία των πολιορκημένων.

Αλλά και σε πιο “φυσιολογικές” ή και εορταστικές περιστάσεις, οι πολεμιστές σπάνια μπορούσαν να ελπίζουν σε αισθητή βελτίωση του γεύματός τους. Στη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης το διάστημα 1826-1827, ακόμα και την ημέρα των Χριστουγέννων οι περισσότεροι υπερασπιστές του φρουρίου έφαγαν σιτάρι με λάδι, ενώ οι πιο τυχεροί γιόρτασαν με τυριά, παστά κρέατα ή και νεόσφακτα, στο βαθμό που είχαν δικά τους ή τα αγόραζαν από άλλους.

Σε κάποιες περιπτώσεις, ως θερμιδικό υποκατάστατο λειτουργούσε το αλκοόλ, το οποίο στο άδειο ειδικά στομάχι των στρατιωτών είχε την αυτονόητη επίπτωση της μέθης, προκαλώντας εύλογα ζητήματα πειθαρχίας. Ο Φωτάκος διασώζει ένα τέτοιο επεισόδιο μεταξύ των αντρών του Κολοκοτρώνη, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης απόβασης του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, που λίγο έλειψε να σημάνει την κατάπνιξη της επαναστατικής προσπάθειας:

Πορευόμενοι δε δια να αναβώμεν εις την ράχιν του Παρθενίου, επεράσαμεν από τα χωρία, όπου πύραμεν κρασί πολύ και επίαμεν αλλά δεν είχαμεν και ψωμί να φάγωμεν. Επειδή δε είμεθα αποσταμένοι και πεινασμένοι, το κρασί μας ενίκησε και οι περισσότεροι των στρατιωτών εμέθυσαν και ένεκα τούτου που υπεφέραμεν δια να τους μαζεύσωμεν εις το Παρθένι.

Τέλος, οι διατροφικές συνήθειες αποτέλεσαν και μια αφορμή αυτού που σήμερα θα λέγαμε “πολιτισμικό σοκ”, μεταξύ πρωταγωνιστών της Επανάστασης προερχόμενων από εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο που παραθέτει ο Φιλήμονας, για το γεύμα υποδοχής που παρέθεσε ο Κολοκοτρώνης προς τιμήν του Δημητρίου Υψηλάντη, όταν ο τελευταίος κατέφτασε στο Άστρος το καλοκαίρι του 1821, ως απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας. Ο αριστοκρατικά αναθρεμμένος Φαναριώτης πρίγκηπας προσαρμόστηκε γρήγορα στα ήθη του οικοδεσπότη του, τρώγοντας καθιστός – κατά την οθωμανική συνήθεια που είχαν υιοθετήσει οι υπόδουλοι – το κρέας με τα χέρια και πίνοντας τη ρετσίνα από σκεύος κολοκύθας:

Ουδέν υπήρχε σκεύος τραπεζικόν, ούτε μαχαίριον, ούτε περόνη, ούτε φιάλη ή κεράμιον, ή τις πελίκη τέλος πάντων. Ο Υψηλάντης συνεμορφώθη κάλλιστα, προκατακλινθείς και τα σκέλη συγκάψας, φέρων δε δια χειρός μερίδα κρέατος και διασχίζων αυτό δια των οδόντων. Ο Κολοκοτρώνης κλάων τον άρτον και διαμερίζων ταις χερσί το εψητόν, έρριπτεν αμά μία μερίδα ενώπιον εκάστου, έπειτα δε φιλοτησίων προπιών τω Υψηλάντη και τον ρητινίτην προσενγκών αυτώ εν σκεύει κολοκύνθης, προσείπε: “Έτσι Πρέντσιπα, θα τρως πλιά και θα πίνης δια την ελευθερίαν της πατρίδας!”. Ασμένως ο Υψηλάντης εδέχθη τον λόγον τούτον”.

Λιγότερο ενθουσιώδης απέναντι στο λιτοδίαιτο των Ελλήνων ήταν, αρχικά τουλάχιστον, ο κόμης Καποδίστριας, που φτάνοντας στο υπό διαμόρφωση κράτος ως πρώτος του κυβερνήτης, παρατηρούσε απαξιωτικά πως “ουδέ σαλάταν εγίγνωσκον να κατασκευάσωσι προ εμού οι Έλληνες”. Ο τότε γραμματέας του, Νικόλαος Δραγούμης, στις Αναμνήσεις του, δεν άφησε ασχολίαστη αυτή τη δήλωση, σημειώνοντας πως το σωστό ρήμα για την περίσταση θα ήταν το “είχον” αντί του “κατασκευάσωσι”, καθώς οι ανάγκες του Αγώνα συχνά επέτρεπαν μόνο την κατανάλωση ωμών λαχανικών, δίχως κανένα άλλο άρτυσμα ή και ψωμί ακόμα:

Διότι κατασκευάζοντες επί επταετίαν την Ελλάδα, ηναγκάζωντο να τρώγωσιν, ουχί εξ αμαθείας, αλλά εκ πτωχείας, και άνευ ελαίου και άνευ όξους, πολλάκις δε και άνευ άρτου τα δωρεάν υπό της φύσεως δαψιλευόμενα λάχανα.

Πηγή: katiousa.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *