Το ελαιόλαδο από την Τυνησία απειλεί το ελληνικό στον Καναδά

Τι κι αν, σύμφωνα με την επιστημονική έρευνα, γυρεόκοκκοι ελιάς εμφανίζονται γύρω στο 6.000 π.Χ. στην Ηπειρο; Τι κι αν βρέθηκαν απολιθωμένα φύλλα ελιάς στην Κύμη Ευβοίας; Τι κι αν οι ανασκαφές στην Κνωσό έδειξαν ότι στη μινωική εποχή και νωρίτερα καλλιεργούνταν συστηματικά τα ελαιόδεντρα; Αυτοί που στον Καναδά, εκεί όπου σημειωτέον υπάρχουν μεγάλες ελληνικές κοινότητες, προωθούν το ελαιόλαδό τους ως προϊόν που παράγεται από την αρχαιότητα και ως βασικό συστατικό της μεσογειακής διατροφής, είναι οι Τυνήσιοι.

Οι ελλείψεις στην προώθηση σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη οργανωμένης πολιτικής, ώστε να περιορίζεται το κόστος εξαγωγών σε μια μακρινή χώρα όπως ο Καναδάς, έχουν ως συνέπεια οι εξαγωγές του ελληνικού ελαιολάδου προς τη χώρα αυτή της Βόρειας Αμερικής να μειώνονται. Το χειρότερο ίσως είναι ότι το ελληνικό ελαιόλαδο δεν απειλείται από το ιταλικό και το ισπανικό, τα οποία εδώ και χρόνια καταλαμβάνουν ηγετική θέση στις διεθνείς αγορές (σ.σ. το ιταλικό σε σημαντικό βαθμό έχει παραχθεί στην Ελλάδα αλλά έχει τυποποιηθεί στη γείτονα), αλλά από αναδυόμενες δυνάμεις στην κατηγορία όπως η Τυνησία και η Καλιφόρνια των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (ΟΕΥ) του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Τορόντο του Καναδά, με αντικείμενο την καναδική αγορά ελαιολάδου, οι εισαγωγές παρθένου ελαιολάδου στον Καναδά σημείωσαν, το 2020, αύξηση κατά 17,16% σε σχέση με το 2019. Την ίδια περίοδο, αντίστοιχα, η αύξηση των ποσοτήτων ανήλθε σε 34,89%. Κυριότερος προμηθευτής του Καναδά σε ελαιόλαδο είναι η Ιταλία (40% του ελαιολάδου που εισάγει ο Καναδάς προέρχεται από την Ιταλία), ακολουθεί η Τυνησία, η Ισπανία και στην τέταρτη θέση βρίσκεται η Ελλάδα.

Οι ελληνικές εξαγωγές ελαιολάδου στον Καναδά υποχώρησαν κατά 4% σε αξία το 2020, αλλά αυξήθηκαν κατά 8% σε ποσότητα, κάτι που σημαίνει σε σημαντικό βαθμό ότι δεν εξάγεται ως προϊόν με υψηλή προστιθέμενη αξία. Μάλιστα, από τη συγκεκριμένη έκθεση προκύπτει ότι στον Καναδά κυκλοφορεί ελαιόλαδο που εμφανίζεται να είναι παραγωγής ελληνοκαναδικής εισαγωγικής εταιρείας, είτε από ιδιόκτητο ελαιώνα είτε από συνεργασία με Ελληνα παραγωγό, συσκευαζόμενο στον Καναδά και με την ετικέτα της εταιρείας. Επιπλέον, στον Καναδά διενεργούνται και εισαγωγές ελαιολάδου σε ανώνυμες μεγάλες συσκευασίες και σε… τενεκέ με τη δυνατότητα της δωρεάν παράδοσης κατ’ οίκον (με προκαταβολή του ποσού αγοράς).

Αξίζει να σημειωθεί ότι το φαινόμενο της πώλησης χύμα ελαιολάδου σε τενεκέ είχε επισημάνει το γραφείο ΟΕΥ και σε παλαιότερη έκθεσή του το 2019 (θέμα το οποίο είχε αναδείξει η «Κ» τον Αύγουστο του 2019 σε ρεπορτάζ με τίτλο «Με τον… τενεκέ το ελληνικό ελαιόλαδο και στον Καναδά»). Ακριβώς λόγω των παραπάνω φαινομένων η μέση τιμή πώλησης του ελληνικού ελαιολάδου είναι αρκετά χαμηλότερη από αυτή του ιταλικού.

Τι κάνουν οι Ιταλοί και τι ξεκίνησαν να κάνουν πρόσφατα οι Τυνήσιοι; Οι μεν Ιταλοί εδώ και χρόνια επενδύουν στην τυποποίηση του ελαιολάδου, αναμειγνύοντας το ιταλικό με ελληνικό, και αξιοποιούν τα ιταλικά εστιατόρια ως πρεσβευτές του ελαιολάδου, έχοντας φτιάξει συνεργατικά σχήματα με την εμπλοκή επιχειρήσεων, επιμελητηρίων και παραγωγών.

Οι Τυνήσιοι, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, ακολουθούν τα τελευταία χρόνια επιθετική πολιτική μάρκετινγκ, η οποία βασίζεται στα εξής στοιχεία: προβολή των ελαιοκομικών περιοχών, της μεσογειακής διατροφής και της ανάδειξης της χρήσης του ελαιολάδου από την αρχαιότητα. Αρχικά ακολούθησε και επιθετική τιμολογιακή πολιτική διαθέτοντας το προϊόν σε χαμηλές τιμές. Εχοντας ωστόσο ξεπεράσει την Ελλάδα από το 2017 και την Ισπανία από το 2018, στρέφεται πλέον από τις πωλήσεις χύμα ελαιολάδου στις πωλήσεις τυποποιημένου, προβάλλοντας μάρκες της Τυνησίας.

Της Δήμητρας Μανιφάβα

Πηγή: kathimerini.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *