Πώς θα ξαναγεννηθούν τα δάση

Μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του τελευταίου καλοκαιριού έχει ανοίξει μια πολύ μεγάλη συζήτηση, η οποία αφορά τον τρόπο αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος.
Όλοι συμφωνούν ότι η οικολογική καταστροφή που έχει συμβεί μέχρι τώρα, στην τρέχουσα αντιπυρική περίοδο, είναι ίσως η μεγαλύτερη από συστάσεως του ελληνικού κράτους.

Και η αποκατάστασή της απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. Ένα λάθος μπορεί να στοιχίσει ανεπανόρθωτα. Το ερώτημα, λοιπόν, που απασχολεί δασολόγουςπεριβαλλοντολόγουςοικολόγους και λοιπούς επιστήμονες είναι τι πρέπει να γίνει από εδώ και στο εξής.
Κατ’ αρχάς υπάρχουν ορισμένα δεδομένα, στα οποία συμφωνούν όλοι.

Η κοινή βάση

Όλα τα θερμόβια κωνοφόρα μεσογειακά δάση, όπως τα πευκοδάση της Ελλάδας, αναγεννιούνται φυσικά ύστερα από πυρκαγιές, οι οποίες είναι άλλωστε ενταγμένες στον βιολογικό κύκλο τους. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν οι πυρκαγιές αυτές είναι αλλεπάλληλες, ειδικά για εκείνα τα είδη που δεν αναγεννιούνται φυσικά, όπως η μαύρη πεύκη και η ελάτη.

Οι ειδικοί έχουν εντοπίσει ότι τέτοια μεγάλα ζητήματα θα έχουμε, δυστυχώς, στις περιοχές των Αφιδνών και των Θρακομακεδόνων, που είχαν καεί ξανά σχετικά πρόσφατα, το 2012 και το 2016 αντίστοιχα.
Στην Πάρνηθα, παρά τις προόδους, είναι ακόμα ορατές οι «πληγές» της μεγάλης πυρκαγιάς του 2007 στις περιοχές όπου υπήρχε δάσος κεφαλληνιακής ελάτης.
Αλλά και στο Μάτι, παρότι έχουν περάσει τρία χρόνια, στις περισσότερες περιοχές δεν έχει αναγεννηθεί το δάσος. Γιατί έχει συμβεί αυτό; Είναι κάτι που πρέπει να μας ανησυχεί;

Είδη όπως τα πεύκα, οι δρύες, τα πλατάνια, τα σχίνα και τα πουρνάρια ξαναβγαίνουν, αλλά για να αποκατασταθεί ένα δάσος χρειάζεται τουλάχιστον μία εικοσαετία – και όχι δύο ή τρία χρόνια – υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν ανασταλτικοί παράγοντες, όπως η αλλαγή των χρήσεων γης – το σημαντικότερο ‒ ή η υπερβόσκηση, η οποία όμως δεν είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα για την Αττική, καθώς η κτηνοτροφία είναι περιορισμένη.

Ένα σημαντικό λάθος

Ο άνεμος και τα πουλιά βοηθούν σημαντικά τα πευκοδάση να ανακάμψουν διασπείροντας τους σπόρους.
Ακόμα και κάποια διάκενα που μπορεί να δημιουργηθούν στα αναγεννημένα δάση, σε θέσεις όπου υπήρχαν είδη τα οποία δύσκολα ξαναφυτρώνουν, λειτουργούν θετικά, καθώς σχηματίζουν φυσικές αντιπυρικές ζώνες, ενώ ευνοούν και τα αρπακτικά στην αναζήτηση τροφής, αναφέρουν από το WWF Ελλάς.

Όλα τα φυτά της χώρας μας έχουν προσαρμογές για να επανέλθουν μετά τη φωτιά και διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες:
● Στην πρώτη ανήκουν όλα εκείνα τα φυτά που επανέρχονται με τη διαδικασία φύτρωσης των σπερμάτων τους.
● Στη δεύτερη ανήκουν όλα εκείνα που, μολονότι το υπέργειο μέρος τους καίγεται, οι ρίζες τους παραμένουν ανέπαφες. Έτσι επανέρχονται με παραβλαστήματα.
Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπόρων τους. Οι κουκουναριές με τα σπέρματα δεν ανοίγουν αν δεν καούν.

Στα μεσογειακά κλίματα η φύση ευνοεί το πεύκο επειδή είναι λιτοδίαιτο φυτό, δεν απαιτεί πολύ νερό και αναπτύσσει ένα φοβερό ρίζωμα που είναι δεκαπλάσιο της κόμης του. Το πεύκο δεν αναγεννιέται με άλλον τρόπο, αλλά μόνο μέσω της φωτιάς, καθώς αναζητά ορυκτό έδαφος.
Η φωτιά δεν καίει στο πέρασμά της τα κουκουνάρια και αυτά σκορπίζουν στη συνέχεια δισεκατομμύρια σπέρματα. Με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου στην Αττική ή στην Εύβοια αυτά θα ξαναβλαστήσουν.

Βεβαίως πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι το πεύκο αποτελεί εύφλεκτο υλικό και πρέπει να αποφεύγεται, ωστόσο οι επιστήμονες απαντούν ότι για να υπάρξει φωτιά στο δάσος χρειάζονται δύο πράγματα: ανάφλεξη και καύσιμη ύλη.
«Την ανάφλεξη μπορούν να την προλάβουν τα μέτρα φύλαξης, τη μείωση της καύσιμης ύλης μπορούν να την κάνουν μόνο οι δασικές υπηρεσίες. Κάνουμε ένα σημαντικό λάθος, ότι ασχολούμαστε με το δάσος μόνο όταν έχουμε πυρκαγιές. Η προστασία των δασικών οικοσυστημάτων θα πρέπει να περιλαμβάνει παρεμβάσεις όλο τον χρόνο και τέτοιες είναι οι καθαρισμοί δασών, η διάνοιξη δασικών οδών, η δημιουργία αντιπυρικών δρόμων και άλλων».

Ας τα αφήσουμε να αναγεννηθούν

Άρα, λοιπόν, το συμπέρασμα είναι ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να μην κάνουμε τίποτε; Ας ανατρέξουμε σε ένα παράδειγμα του παρελθόντος.
Τον Ιούλιο του 1997, ένα μεσημέρι λίγο μετά τις 3.00, η πυροσβεστική υπηρεσία έλαβε τηλεφώνημα για πυρκαγιά στο δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη, η οποία έμελλε να κάψει το 56% της έκτασής του. Τότε, με άρθρο του, ο καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Νίκος Μάργαρης και μετέπειτα διευθυντής της ελληνικής έκδοσης του «National Geographic», εξηγώντας τι έπρεπε να έχει γίνει, υποστήριξε:
«Τον χειμώνα, ύστερα από βροχή και με δυνατό κρύο, έπρεπε να πάμε και να βάλουμε προγραμματισμένη φωτιά. Με αυτήν καίγονται μόνο οι πευκοβελόνες του εδάφους, ενώ τα πεύκα μένουν ανέπαφα. Το καλοκαίρι οι αμελείς ή οι κακοήθεις μπορούν να βάλουν πανεύκολα φωτιά στις πευκοβελόνες με ένα σπίρτο, αυτό όμως δεν μπορούν να το κάνουν σε ένα πεύκο».
Ας πάρουμε λοιπόν αυτά τα μέτρα και ας αφήσουμε τα πεύκα στην ησυχία τους να αναγεννηθούν…

Του Χρήστου Μανωλά

Πηγή: topontiki.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *