
Οι πηγές των… πετρελαιοειδών Η τιμή του πετρελαίου, που τόσο μας απασχολεί σήμερα, δεν αναφέρεται στα αρχαία κείμενα, τα οποία όμως, όπως γράφει ο Π. Φάκλαρης, είναι πλούσια σε πληροφορίες για τις μεθόδους γεώτρησης, διύλισης και χρήσης του ορυκτού πλούτου και της ασφάλτου ειδικότερα κατά την αρχαιότητα Π. ΦΑΚΛΑΡΗΣ Κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου πολιτισμού αποτελεί
Κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου πολιτισμού αποτελεί αναμφισβήτητα η ευρεία χρήση πετρελαιοειδών, η διάδοση της οποίας αρχίζει από τα μέσα του 19ου αι., με τη βελτίωση των τεχνικών γεώτρησης που επετεύχθη τότε και των ακόλουθων επιτευγμάτων της χημείας και της μηχανικής. Τα υλικά αυτά, που ήταν γνωστά και σε χρήση κατά την αρχαιότητα, αργότερα, στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, λησμονήθηκαν και θεωρούνταν ουσίες φαρμακευτικές και μαγικές.
Το 1721 η δημοσίευση στο Παρίσι της μελέτης του έλληνα γιατρού Eyrinis d’ Eyrinis με τίτλο «Dissertation sur l’ asphalte ou ciment naturel decouvert depuis quelques annees au Val de Travers» αποτελεί ένα από τα πρώτα βήματα της ενασχόλησης της νεότερης επιστήμης με τα πετρελαιοειδή, τα οποία ανακαλύπτονται τότε εκ νέου. Μάλιστα, ενώ στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν τα στερεά πετρελαιοειδή, στα χρόνια του Ε. d’ Eyrinis εκτιμάται ιδιαίτερα η σημασία των πιο ελαφρών υλών, οι οποίες με τις νέες μεθόδους γεώτρησης και διύλισης και τη διάδοση της χρήσης του κινητήρα εσωτερικής καύσης εξελίχθηκαν σε βάση της σπουδαιότερης σύγχρονης βιομηχανίας και βασική παράμετρο της παγκόσμιας οικονομίας.
Η ανάδυση της ασφάλτου
Η παλαιότερη αναφορά των ελληνικών πηγών σχετικά με τα πετρελαιοειδή
υπάρχει στον Ηρόδοτο, ο οποίος εξιστορώντας την τύχη που είχαν οι ερετριείς αιχμάλωτοι το 490 π.Χ. αναφέρει ότι ο Δαρείος τους εγκατέστησε σε ιδιοκτησία του στα Αρδέρικκα, κοντά στο φρέαρ που βγάζει τρία ορυκτά: άσφαλτον, άλας και έλαιον. Η άντληση, όπως γράφει, γινόταν με κηλώνιον (γεράνι). Για την ονομασία του ελαίου ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Πέρσαι καλέουσι τούτο ραδινάκην και για τις ιδιότητές του ότι έστι δε μέλαν και οδμήν παρεχόμενον βαρέαν, αλλά δεν δίνει πληροφορίες για τη χρήση του.
Αλλού αναφέρει την ύπαρξη πίσσας και στην Ελλάδα, στη Ζάκυνθο και στην Πιερία. Σε λίμνη της Ζακύνθου υπήρχε πίσσα, την οποία συνέλεγαν δένοντας σ’ ένα κοντάρι κλαδιά μυρτιάς και βυθίζοντάς το στα νερά της λίμνης. Η πίσσα κολλούσε στα κλαδιά και έτσι τη συγκέντρωναν σε λάκκους. Για τη μεταφορά της την έχυναν σε αμφορείς. Κατά την Ηρόδοτο, η πίσσα αυτή είχε οσμή ασφάλτου και ήταν σ’ όλα ανώτερη από την πίσσα της Πιερίας, για την οποία δεν δίνει άλλα στοιχεία. Στην πίσσα της Ζακύνθου αναφέρονται αργότερα ο Πλίνιος και ο Βιτρούβιος.
Συχνά κάνουν λόγο οι αρχαίοι συγγραφείς για την ύπαρξη ασφάλτου στη Νεκρά Θάλασσα, η οποία ονομαζόταν Ασφαλτίτις λίμνη. Ο Διόδωρος γράφει ότι το ύδωρ έχει διάπικρον και καθ’ υπερβολήν δυσώδες. Από το κέντρο της κάθε χρόνο αναδυόταν μάζα ασφάλτου επιφάνειας τριών ως ενός πλέθρου (9-3 τ. χλμ.), η οποία επέπλεε ώστε εξ αποστάσεως έμοιαζε με νησί. Η ανάδυση της ασφάλτου προαναγγελλόταν είκοσι ημέρες νωρίτερα από την οσμή που διαχεόταν τότε στην περιοχή, ο δε πλησίον τόπος έμπυρος ων και δυσώδης ποιεί τα σώματα των περιοικούντων επίνοσα και παντελώς ολιγοχρόνια. Την άσφαλτο αυτή εκμεταλλεύονταν οι λαοί που κατοικούσαν στις δύο πλευρές της λίμνης, οι οποίοι ήταν εχθρικώς διακείμενοι μεταξύ τους. Για να προσεγγίσουν την άσφαλτο έριχναν στη λίμνη μεγάλα δεμάτια από καλάμια, στα οποία κάθονταν ανά τρία άτομα. Δύο κωπηλατούσαν και ο τρίτος με τόξο αντιμετώπιζε αυτούς που έρχονταν από την απέναντι όχθη για να τους εμποδίσουν. Εκοβαν την άσφαλτο με πελέκεις, τη φόρτωναν και επέστρεφαν. Σε περίπτωση που το δεμάτι διαλυόταν, δεν υπήρχε κίνδυνος για όσους δεν γνώριζαν να κολυμπούν, γιατί στη λίμνη αυτή επέπλεαν σαν αυτούς που ξέρουν κολύμπι. Προορισμός της ασφάλτου αυτής ήταν η Αίγυπτος, όπου τη χρησιμοποιούσαν μαζί με άλλα υλικά για την ταρίχευση των νεκρών.
Στην οικοδομή και στην ιατρική
Οι συχνότερες αναφορές των αρχαίων συγγραφέων αφορούν την άσφαλτο της Βαβυλωνίας. Ο Στράβων κάνει λόγο για την ονομασία και τη χρήση των διαφόρων μορφών ασφάλτου, όπως τα γνωρίζει από τον Ερατοσθένη. Στη Βαβυλωνία, γράφει, παράγεται πολλή άσφαλτος σε ξηρή και υγρή μορφή. Η υγρή μορφή της, που υπάρχει στα Σούσα, ονομάζεται νάφθα (η νάφθα και ο νάφθας). Κοντά στον Ευφράτη υπάρχει πηγή αυτού του υλικού. Οταν ο ποταμός πλημμυρίζει, η άσφαλτος βγαίνει μέσα στο νερό και σχηματίζονται μεγάλοι βώλοι ασφάλτου κατάλληλοι για επίχριση οπτόπλινθων. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι στα περίφημα τείχη της Βαβυλώνος είχε χρησιμοποιηθεί άσφαλτος προερχόμενη από έναν ποταμό με το όνομα Ις, που έβγαζε μαζί με το νερό θρόμβους ασφάλτου. Εκτός από τις οικοδομές, ο Στράβων αναφέρει ότι χρησιμοποιείται και για τη στεγανοποίηση πλοίων. Υπάρχουν στη Βαβυλωνία πηγές λευκής και μαύρης νάφθας. Η λευκή αναφλέγεται εύκολα, ενώ η μαύρη χρησιμοποιείται στους λύχνους αντί για λάδι.
Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, άσφαλτος υπήρχε επίσης σε Καρχηδόνα, Κιλικία, Ινδία, Αιθιοπία, στον Ακράγαντα και στην Απολλωνία κοντά στην Επίδαμνο, όπου λόγω της μορφής της ονομαζόταν πισσάσφαλτος.
Ο Αλέξανδρος περνώντας από τη Βαβυλώνα είδε με θαυμασμό ένα χάσμα, από το οποίο έβγαινε διαρκώς φωτιά σαν από πηγή και ένα ρεύμα νάφθας που βρισκόταν εκεί κοντά. Οι Βαβυλώνιοι, που είχαν υποταχθεί αμαχητί, όταν σκοτείνιασε, ράντισαν με νάφθα το μονοπάτι που οδηγούσε στο κατάλυμα του Αλεξάνδρου και όταν άναψαν τη μια άκρη η φωτιά έφθασε στην άλλη, γρήγορα σαν τη σκέψη! Οπως αναφέρει ο Πλούταρχος και ο Στράβων, ο Αλέξανδρος συμφώνησε να δοκιμάσουν τις ιδιότητες του υλικού σε ένα παιδί, το οποίο άλειψαν με νάφθα και στη συνέχεια το άναψαν πείρας χάριν. Το ότι κατάφεραν να το σβήσουν οφειλόταν στο ότι βρίσκονταν στο λουτρό και υπήρχε εκεί άφθονο νερό. Αναφέρεται επίσης ότι όταν ένας Μακεδόνας έσκαβε για την τοποθέτηση της βασιλικής σκηνής κοντά στον ποταμό Ωξο, ανεκάλυψε πηγήν υγρού λιπαρού και πιμελώδους (πηχτού).
Από όλες τις χρήσεις της ασφάλτου η πιο διαδεδομένη φαίνεται να είναι στην οικοδομική και στον φωτισμό. Η χρήση της στην ταρίχευση των νεκρών περιορίζεται στην Αίγυπτο. Αντίθετα, η επίχριση σκαφών για λόγους στεγανοποίησης ήταν ευρύτατη. Το ίδιο εφαρμοζόταν και σε ψάθινα καλάθια, που γίνονταν έτσι κατάλληλα για να δέχονται υγρά. Για προστασία από την υγρασία επίχριαν τις ξύλινες πόρτες και για προστασία από την οξείδωση τα σιδερένια εργαλεία. Αναφέρονται επίσης διάφορες χρήσεις της στη γεωργία για την καταπολέμηση ασθενειών των φυτών. Επίσης της απέδιδαν θεραπευτικές ιδιότητες. Ο Πλίνιος τη συνιστά για τη δυσεντερία, τους ρευματισμούς, διάφορες δερματικές και οφθαλμικές παθήσεις, για τον βήχα, την αντιμετώπιση της αιμορραγίας και ως επουλωτικό τραυμάτων. Την οσμή της καιγόμενης ασφάλτου χρησιμοποιούσαν για να απομακρύνουν τα φίδια αλλά και για απολυμάνσεις. Η πρώτη γνωστή χρήση των πετρελαιοειδών για την παραγωγή θερμότητας αναφέρεται στις μεγάλες θέρμες που κατασκεύασε ο Σεπτίμιος Σεβήρος (193-211 μ.Χ.) στο Βυζάντιο, που είχαν τη δυνατότητα να εξυπηρετήσουν ημερησίως 2.000 άτομα.
Η πολεμική χρήση
Πέρα από τις χρήσεις αυτές, λόγω των ιδιοτήτων τους τα υλικά αυτά είχαν από νωρίς πολεμική χρήση. Στις πολιορκίες των Πλαταιών και του Δηλίου, που περιγράφει ο Θουκυδίδης, αναφέρονται οι πρώτες πολεμικές χρήσεις πίσσας και θείου για τον εμπρησμό των ξύλινων τειχών. Στην πολιορκία των Πλαταιών χρησιμοποίησαν θείον και πίσσα για να ανάψουν την ξυλεία που είχαν συγκεντρώσει για να κάψουν την πόλη. Στην πολιορκία του Δηλίου (424 π.Χ.) χρησιμοποιήθηκε μια απλή μηχανή, αποτελούμενη από ένα μεγάλο σωλήνα, ένα ακροφύσιο και ένα λέβητα που περιείχε άνθρακα, θείον και πίσσα. Φυσώντας μεγάλη ποσότητα αέρα μέσα στον λέβητα, το περιεχόμενό του έβγαλε τόσο μεγάλη φλόγα και το οχυρό πυρπολήθηκε. Για την υγρή άσφαλτο ο Πλίνιος γράφει ότι είναι τόσο εύφλεκτη ώστε αποκλείεται από κάθε χρήση. Γι’ αυτή την ιδιότητά της όμως ήταν κατάλληλη ως εμπρηστικό υλικό. Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, οι ινδοί βασιλείς χρησιμοποιούσαν στις πολιορκίες ένα υγρό που όταν πάρει φωτιά δεν μπορεί να σβηστεί. Αναφέρονται λίγες περιστασιακές χρήσεις και στα ρωμαϊκά χρόνια, ως την ανακάλυψη του υγρού πυρός, το οποίο πιθανότατα περιείχε νάφθα και η επινόησή του το 674-678 μ.Χ. αποδίδεται σε έναν έλληνα αρχιτέκτονα, τον Καλλίνικο, από την Ηλιούπολη της Συρίας. Επί αιώνες το όπλο αυτό παρέμεινε σε χρήση και η συνταγή του έφθασε να θεωρείται θεϊκής προέλευσης που έπρεπε να τη γνωρίζουν μόνο ο αυτοκράτωρ και οι έμπιστοί του.
Εκτός από την περσική ονομασία ραδινάκη που αναφέρεται άπαξ στον Ηρόδοτο, ο Προκόπιος γράφει ότι οι Μήδοι το ονομάζουν νάφθα, ενώ οι Ελληνες Μηδείας έλαιον και αργότερα απαντά με την ονομασία έλαιον πέτρινον και σήμερα πετρέλαιο. Δεν υπάρχουν πληροφορίες στους αρχαίους συγγραφείς για την τιμή του που τόσο μας απασχολεί σήμερα.
Ο κ. Παναγιώτης Β. Φάκλαρης είναι αναπληρωτής καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, μέλος της πανεπιστημιακής ανασκαφής της Βεργίνας.
Πηγή: tovima.gr