
Σε λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη θα ξεκινήσει για μία ακόμη φορά ο πλειστηριασμός των παροχών. Καθώς πλησιάζουμε προς τις επόμενες εκλογές, κυβέρνηση και αντιπολίτευση θα επιχειρήσουν να πείσουν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες ότι ένα μεγαλύτερο κομμάτι του «δημοσιονομικού χώρου» μπορεί να κατευθυνθεί προς αυτές. Το ερώτημα όμως που σπανίως τίθεται είναι διαφορετικό: Γιατί πρέπει κάθε πρόσθετο έσοδο του κράτους να επιστρέφει στην οικονομία με τη μορφή νέας δημόσιας δαπάνης;
Η σημερινή εικόνα των δημόσιων οικονομικών είναι καλή. Το 2025 η γενική κυβέρνηση εμφάνισε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες, στο 146,1% του ΑΕΠ. Για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω αποκλιμάκωσή του. Την ίδια στιγμή, όμως, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται ότι θα περιοριστεί στο 3,2% το 2026, ενώ οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά 7,5%. Αυτή όμως είναι η στιγμή για περισσότερη και όχι λιγότερη δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση.
Ο λόγος είναι απλός. Τα δημόσια έσοδα ακολουθούν την οικονομική συγκυρία. Αυξάνονται όταν αυξάνονται τα εισοδήματα, η κατανάλωση, τα κέρδη και η απασχόληση και υποχωρούν όταν η οικονομία επιβραδύνεται. Οι δημόσιες δαπάνες, αντιθέτως, εμφανίζουν μια ισχυρή τάση μονιμότητας. Μια αύξηση αποδοχών ή συντάξεων, ένα νέο επίδομα, μια επιδότηση ή μια νέα κρατική δομή είναι πολιτικά πιο δύσκολο να καταργηθούν από όσο ήταν να θεσπιστούν.
Αυτή η ασυμμετρία είναι η πραγματική παγίδα των παροχών· μετατρέπουμε έσοδα που πιθανόν να είναι συγκυριακά σε δαπάνες που γίνονται μόνιμες.
Η Ελλάδα δεν έχει ακόμη την πολυτέλεια να αγνοεί αυτόν τον κίνδυνο. Παρά τη θεαματική αποκλιμάκωσή του, το δημόσιο χρέος παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Οι σημερινές ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησής του δεν θα είναι παντοτινές και, καθώς τα παλαιά δάνεια του επίσημου τομέα θα αντικαθίστανται σταδιακά από χρηματοδότηση με όρους αγοράς, η χώρα θα γίνεται περισσότερο εκτεθειμένη στα επιτόκια, στην ανάπτυξη και στην αξιολόγηση του δημοσιονομικού κινδύνου από τις αγορές. Η διατήρηση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας μας απαιτεί, επομένως, να μην εκλαμβάνουμε τη σημερινή ευνοϊκή συγκυρία ως μόνιμη κατάσταση.
Γι’ αυτό το πραγματικό δημοσιονομικό μέρισμα δεν πρέπει κατά προτεραιότητα να δαπανάται. Πρέπει να χρησιμοποιείται για ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους, μείωση της φορολογίας και δημιουργία αποθεμάτων απέναντι στην επόμενη κρίση. Κυρίως, όμως, χρειαζόμαστε μια συστηματική πολιτική περιορισμού των κρατικών δαπανών ως ποσοστού του ΑΕΠ.
Αυτό δεν σημαίνει οριζόντιες περικοπές ούτε υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Σημαίνει συνεχή αξιολόγηση κάθε κρατικής λειτουργίας, κατάργηση περιττών φορέων, προγραμμάτων και επιδοτήσεων και δραστικό περιορισμό της γραφειοκρατίας. Πριν αναρωτηθούμε πόσο αποτελεσματικά εκτελείται μια κρατική λειτουργία, πρέπει να εξετάσουμε εάν εξακολουθεί να είναι αναγκαίο να την εκτελεί το κράτος.
Μια αύξηση αποδοχών ή συντάξεων, ένα νέο επίδομα, μια επιδότηση ή μια νέα κρατική δομή είναι πολιτικά πιο δύσκολο να καταργηθούν από όσο ήταν να θεσπιστούν.
Η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν εδώ μια ιστορική ευκαιρία. Θα ήταν παράδοξο να έχουμε επενδύσει και να εξακολουθούμε να επενδύουμε τεράστιους πόρους στον ψηφιακό μετασχηματισμό και ταυτοχρόνως να θεωρούμε δεδομένο ότι το κράτος του 2036 θα χρειάζεται τον ίδιο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων με το κράτος του 2026. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να τεθεί ως φιλόδοξος στόχος η μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων κατά 30% μέσα στην επόμενη δεκαετία, χωρίς καμία απόλυση, μέσω φυσικών αποχωρήσεων, μη αναπλήρωσης θέσεων που αυτοματοποιούνται και ανακατανομής προσωπικού. Οι νέες προσλήψεις θα πρέπει να επικεντρώνονται στις λειτουργίες όπου, προς το παρόν, η ανθρώπινη παρουσία παραμένει αναντικατάστατη.
Σκοπός δεν είναι ένα κράτος που προσφέρει λιγότερα. Είναι ένα παραγωγικότερο, αποτελεσματικότερο και περισσότερο φιλικό προς τον πολίτη κράτος, που χρειάζεται λιγότερους πόρους και λιγότερους ανθρώπους για να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες. Η επιτυχία της ψηφιοποίησης δεν πρέπει να μετριέται από το πόσες γραφειοκρατικές διαδικασίες έγιναν ηλεκτρονικές, αλλά από το πόσες καταργήθηκαν προς όφελος του πολίτη.
Κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης, άλλωστε, έχει κόστος. Εχει προηγουμένως αφαιρεθεί μέσω φόρων από τους πολίτες ή θα αφαιρεθεί στο μέλλον για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Επομένως, το βάρος της απόδειξης πρέπει να φέρει εκείνος που ζητεί μια νέα δαπάνη και όχι εκείνος που ζητεί να μην πραγματοποιηθεί.
Στη ΔΕΘ θα ακούσουμε πολλά για το ποιος δικαιούται περισσότερα από το κράτος. Θα ήταν χρήσιμο, αυτή τη φορά, να ακούσουμε και κάτι για το πώς μπορεί να μειωθεί το κράτος ώστε να χρειάζεται λιγότερα από τους πολίτες.
Γιατί η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν κρίνεται όταν τα χρήματα τελειώνουν και οι επιλογές επιβάλλονται. Κρίνεται στις καλές εποχές, όταν τα έσοδα αυξάνονται και η πολιτική εξουσία καλείται να αντισταθεί στον πειρασμό να τα δαπανήσει.
*Ο κ. Τάσος Ι. Αβραντίνης είναι νομικός και πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών (ΙΔΟΜ).
Πηγή: kathimerini.gr