Ευχαριστώ το Ίδρυμα Τζένη Καρέζη: Θάνατος με Αξιοπρέπεια


Δεν είχα δει ποτέ άνθρωπο να πεθαίνει. Όταν σταμάτησα να ακούω την αναπνοή του έσκυψα από πάνω του και τον φίλησα αλλά πάλι δεν ήμουν σίγουρη. Έτσι παύει να υπάρχει ένας άνθρωπος που γνωρίζεις μία ολόκληρη ζωή; Τόσο ήρεμο είναι το πέρασμα; Μια ελάχιστη απουσία ανάσας;

Ο πατέρας μου πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου από μεταστατικό καρκίνο στον πνεύμονα. Πέθανε στο σπίτι, με αξιοπρέπεια, περιστοιχισμένος από τα αγαπημένα του πρόσωπα. Δεν πονούσε άλλο. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα της ζωής του ήταν ήρεμος.
Θέλω να ευχαριστήσω δημόσια τη Μονάδα Ανακούφισης Πόνου και Παρηγορητικής Αγωγής στο Ίδρυμα Τζένη Καρέζη.

Είχε προηγηθεί μία κόλαση. Δύο μήνες στην ενδιάμεση ζώνη: εκεί που ενώνονται ως συγκοινωνούντα μη λειτουργικά δοχεία το ιδιωτικό και το δημόσιο σύστημα υγείας της Ελλάδας. Δεν ήθελα να υποστεί θεραπεία για καρκίνο σε τελευταίο στάδιο. Ήθελα να του δοθεί η ευκαιρία να πεθάνει με αξιοπρέπεια. Αυτό το αυτονόητο αποδείχθηκε και το πιο δύσκολο.

Με φώναξε όταν οι γιατροί είχαν πλέον σηκώσει τα χέρια ψηλά και μου ζήτησε να αναλάβω «το θέμα της υγείας του» γιατί εκείνος «είχε κουραστεί». Τίποτα άλλο δεν μπορούσε να γίνει στην περίπτωσή του. Το καλύτερο θα ήταν να ζήσει όσον καιρό του απέμενε με «ποιότητα» και χωρίς να απολέσει τον αυτοσεβασμό του από αυτή την ισοπεδωτική αρρώστια.

Το συζητήσαμε. Με παρακάλεσε δύο πράγματα: να μην πονέσει και να μην ταλαιπωρηθεί άσκοπα στα νοσοκομεία. Το πρώτο δεν το κατάφερα και το φέρω βαρέως. Για αυτό μεταφέρω σήμερα την προσωπική μου εμπειρία. Υπάρχει ένα ίδρυμα που λέγεται Τζένη Καρέζη (
www.jkf.gr) και έχει ως αποστολή την ανακούφιση πόνου, την παρηγορητική αγωγή και τη συμπτωματική φροντίδα ασθενών που πάσχουν από καρκίνο σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Αρεταίειο Νοσοκομείο.

Το δεύτερο όμως το έβαλα πείσμα. Θα τον κρατούσαμε κοντά μας μέχρι τέλους. Δεν θα τον εγκατέλειπα μόνο και αβοήθητο. Δεν θα εμπιστευόμουν την διαχείριση του θανάτου του σε μία στρατιά από κακοπληρωμένες νοσοκόμες. Που θα του μιλούσαν στον ενικό. Σε ιδιωτικό ή σε δημόσιο νοσοκομείο. Τα τελευταία χρόνια είχε ξοδέψει όλη του την περιουσία μιας ζωής πλούσιας εμπορικής δραστηριότητας σε μεγάλο ιδιωτικό θεραπευτήριο. Τον είχα παρακολουθήσει να αμύνεται με χαρακτηριστική ευγένεια απέναντι στη μείωση της προσωπικότητας του κάθε φορά που το ιατρικό επάγγελμα του συμπεριφερόταν με βιαστική συγκατάβαση.
(Αλήθεια, γιατί ο κόσμος θεωρεί ότι μπορεί να υιοθετήσει αυτόματα τον ενικό με κάποιον, μόνο και μόνο επειδή αυτός αρρώστησε; Ή απλώς επειδή γέρασε;)

Πριν από πενήντα χρόνια οι περισσότεροι άνθρωποι πέθαιναν στο σπίτι. Στο κρεβάτι τους. Η εμπειρία του θανάτου μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά μέσα από τους στενούς διαύλους των δεσμών της οικογένειας. Τώρα οι περισσότεροι –όσοι πάσχουν από κάποια βαριά ασθένεια – πεθαίνουν σε νοσηλευτικά ιδρύματα. Σε άβολα αφιλόξενα κρεβάτια.
Συχνά μόνοι. Ο θάνατος δεν δίνει ραντεβού ώρες επισκεπτηρίου.

Στον ιατρικό κόσμο (εκτός Ελλάδας) παρατηρείται τώρα μία αντίστροφη πορεία. Όταν οι γιατροί κρίνουν ότι δεν απομένει άλλη θεραπευτική ενέργεια ή ελπίδα, οι άρρωστοι κατευθύνονται να προτιμήσουν την κατ’ οίκον νοσηλεία με ιατρική παρακολούθηση ή την διαμονή σε «hospices» που εξειδικεύονται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Μία Ελληνοαμερικανίδα φίλη μού διηγήθηκε πρόσφατα πώς η νύφη της πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής της στο σπίτι με τον άνδρα της και τα τρία της παιδιά όταν έγινε φανερό ότι ο καρκίνος την είχε νικήσει. Το τοπικό νοσοκομείο την είχε εξοπλίσει με μορφίνη σε ενδοφλέβια μορφή που με το πάτημα ενός κουμπιού την ανακούφιζε από τον πόνο.

Το δικό μου μεγάλο πρόβλημα ήταν πώς θα έβρισκα τα φάρμακα που χρειαζόμουν για να μην υποφέρει ο πατέρας μου χωρίς να χρειαστεί να νοσηλευτεί και να αλλάξει τις αγαπημένες του συνήθειες. Δεν έχανε ποτέ τις ειδήσεις των οκτώ και του άρεσαν τα «ματσάκια» στη NOVA. Είχε χάσει την όρεξη του αλλά σίγουρα δεν θα του άρεσε το φαγητό του νοσοκομείου περισσότερο.

Για ένα διάστημα το σύστημα που επινόησα λειτούργησε. Απευθύνθηκα σε γιατρό ιδιωτικής κλινικής ο οποίος τον εξέταζε κατ’ οίκον και, σε συνεννόηση με τον επικεφαλής του ογκολογικού τμήματος, με προμήθευαν με τις δίγραμμες συνταγές της Νομαρχίας για τα τσιρότα μορφίνης. Άλλη μία επίσκεψη στο ΙΚΑ για να εγκρίνει τα χαρτάκια ο ελεγκτής ιατρός και όλα καλά.

Αλλά… Ο συγκεκριμένος γιατρός με εγκατέλειψε στην πιο κρίσιμη στιγμή. Λιποψύχησε μόλις άρχισε η φρίκη. Στο σημείο που ο πόνος δύσκολα αντεχόταν η μόνη λύση που είχε να προτείνει ήταν η μεταφορά του ασθενούς στην ιδιωτική κλινική. «Τα φάρμακα φαίνεται ότι δεν πιάνουν πια,» μου είπε. «Ίσως ο αναισθησιολόγος μας μπορέσει να βοηθήσει αλλά πάλι δεν σας το εγγυώμαι. Ο καρκίνος μοιάζει να έχει εξαπλωθεί.»

Ήμουν πλέον μόνη με το πρόβλημα. Εγώ και οι τύψεις μου που τα έβαλα με το σύστημα και δεν τον ασφάλισα από την αρχή πίσω από τους τέσσερις τοίχους ενός νοσοκομείου. Μέσα στον πανικό μου απευθύνθηκα σε όλους. Μερικές από τις απαντήσεις που έλαβα: «Δεν υπάρχει ραντεβού ούτε για δείγμα», «Μην μας τον φέρετε γατί θα τον ταλαιπωρήσετε άδικα τον άνθρωπο στην κατάσταση που είναι,» «Δεν μπορώ να σας εγγυηθώ ότι δεν θα μείνει στο ράντζο», «Εμείς εδώ είμαστε πολύ φειδωλοί με τα φάρμακα, αφού μπορείτε και προμηθεύεστε μόνοι σας τσιρότα από το φαρμακείο, συνεχίστε». «Μα αφού ακόμη τρώει και κατεβαίνει η τροφή, τι πρόβλημα υπάρχει;» Το «καλύτερο» το άκουσα σε άπταιστα αγγλικά στο Ογκολογικό Νοσοκομείο των Αγίων Αναργύρων που υποτίθεται ότι προσφέρει κατ’ οίκον νοσηλεία. Αφού η εν λόγω υπηρεσία ποτέ δεν απάντησε στο τηλέφωνο, ούτε στο μήνυμα που άφησα απελπισμένη και κλαίγοντας επί τόπου στη ρεσεψιόν ένα κρύο βροχερό πρωί με όλα τα στοιχεία μου, κατόρθωσα κάποτε να μιλήσω με την κοινωνική υπηρεσία: «Σας καταλαβαίνουμε αλλά έχουμε μείνει three and the cuckoos’ band. Τι θέλετε να κάνουμε;»

Το Ίδρυμα Τζένη Καρέζη μου το συνέστησε τελικά ένας φίλος από την Αγγλία, ο Αλέξανδρος Φωστηρόπουλος, πανεπιστημιακός ιερέας στο University of London και από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Μέριμνα (
www.merimna.org.gr) για την φροντίδα παιδιών και οικογενειών στην αρρώστια και τον θάνατο. Όταν τους πήρα τηλέφωνο είχα σχεδόν καταρρεύσει από την αγωνία για τον πόνο του δικού μου ανθρώπου και για τον μονόδρομο να μεταφερθεί σε νοσηλευτήριο μέχρι να πεθάνει. Να νοσηλευτεί απλώς για να πεθάνει. Σε διαρκή διασωλήνωση πόνου.

Ευχαριστώ τους γιατρούς στη Μονάδα Ανακούφισης Πόνου του Ιδρύματος Τζένη Καρέζη για τη μορφίνη σε υγρή μορφή. Τους ευχαριστώ γιατί μίλησαν στον πληθυντικό στον Ηλία Μπακογιάννη την ημέρα που τον εξέτασαν: ένα ανθρώπινο απομεινάρι 50 κιλών αλλά μέσα του ο ίδιος άνθρωπος που όλη του τη ζωή απεχθανόταν την οικειότητα του ενικού. Τους ευχαριστώ γιατί έδειξαν πραγματικό ενδιαφέρον για εκείνον ως ασθενή. Ευχαριστώ ιδιαίτερα την τηλεφωνήτρια γιατί ήταν ευγενική.
Την ευχαριστώ γιατί απαντούσε στο τηλέφωνο πριν από τον έκτο χτύπο.

Είχα την σπάνια τύχη να βλέπω τον πατέρα μου να φεύγει, λίγο – λίγο, κάθε μέρα, στον καναπέ του σπιτιού του. Να είμαι δίπλα του, να μιλάμε, να ξέρω ποιες ήταν οι τελευταίες του επιθυμίες και τι σκεφτόταν για τον θάνατο, όταν κατάλαβε –όπως όλοι οι μελλοθάνατοι– ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του ευκαιρία να μου μιλήσει. Όλα σχεδόν φυσιολογικά.

Υ.Γ. Δεν μπορώ να μην γράψω και για την τραγελαφική σκηνή που διαδραματίστηκε έξω από το Κέντρο Ανακούφισης Πόνου στην Οδό Κορινθίας 27 στους Αμπελοκήπους όταν οι τραυματιοφορείς του ΕΚΑΒ αρνήθηκαν να ανεβάσουν τον ασθενή μέχρι τον όροφο που ήταν οι γιατροί με την δικαιολογία ότι «δεν είναι στα καθήκοντα τους» και ότι τους … «πονάει η μέση τους». Τελικά προσφέρθηκε να σπρώξει την αναπηρική καρέκλα η αδερφή μου και το πρόβλημα διευθετήθηκε. Ο πατέρας μου φυσικά επέστρεψε σπίτι με ιδιωτικό ασθενοφόρο.


 


Aπό την Κατερίνα Μπακογιάννη