Η Βραζιλία πληρώνει πανάκριβα την μπάλα

Εν μέσω του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών της FIFA, ένα χρόνο πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου και τρία έτη πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Ρίο, η Βραζιλία συγκλονίζεται από ταραχές που κάθε άλλο παρά άνετη κάνουν την κυβέρνηση να νιώθει, την ώρα που περνά ένα μεγάλο αθλητικό και οργανωτικό τεστ.

Με μια ταχύτητα απίστευτη, οι διαμαρτυρίες που ξεκίνησαν στις 6 Ιουνίου στο Σάο Πάολο ενάντια στην αύξηση κατά 20 σεντάβος (0,09 ευρώ) των τιμών των εισιτηρίων στα λεωφορεία μετεξελίχθηκαν στις μεγαλύτερες διαδηλώσεις που έχει γνωρίσει η Βραζιλία για περισσότερα από 20 χρόνια, αφότου οι πολίτες είχαν ξεχυθεί στους δρόμους για να απαιτήσουν την καθαίρεση του προέδρου τους λόγω κατηγοριών διαφθοράς.

Οι πρώτες διαμαρτυρίες άφησαν σχετικά αδιάφορους τους κατοίκους του Σάο Πάολο, καθώς δεν έτρεφαν και μεγάλη συμπάθεια για τους διοργανωτές, το Movimento Passe Livre, δηλαδή «Κίνημα για τις Ελεύθερες Μεταφορές», μια ριζοσπαστική οργάνωση με τον μη ρεαλιστικό στόχο να κάνει τις δημόσιες μεταφορές δωρεάν για όλους.

Οι χρήστες των μέσων μαζικής μεταφοράς δεν χάρηκαν καθόλου βλέποντας τις ήδη δύσκολες διαδρομές τους να καθίστανται δυσχερέστερες λόγω των οδοφραγμάτων, ενώ εξοργίστηκαν από τους βανδαλισμούς στους οποίους προέβη ένας σκληρός πυρήνας των διαδηλωτών.

Ο Τύπος

Ο συντηρητικός Τύπος της πόλης κάλεσε την αστυνομία να καταπνίξει το κίνημα αυτό. Ολα αυτά όμως άλλαξαν στις 13 Ιουνίου, όταν η κρατική αστυνομία, που δεν δίνει λόγο σε κανέναν, είναι κάκιστα εκπαιδευμένη και συχνά βάναυση, μετέτρεψε μια κατά κύριο λόγο ειρηνική διαμαρτυρία σε ένα ποτάμι βίας. Δεκάδες βίντεο από δημοσιογράφους, συμμετέχοντες στις διαδηλώσεις ή απλώς παρισταμένους δείχνουν τους αστυνομικούς να έχουν αφαιρέσει τις ταμπελίτσες με τα ονόματά τους από τη στολή τους και να ρίχνουν χειροβομβίδες κρότου – λάμψης και λαστιχένιες σφαίρες αδιακρίτως στους διαφεύγοντες διαδηλωτές και τους περαστικούς, κυνηγώντας τους όλους στα σοκάκια.

Οι οδηγοί που παγιδεύτηκαν μέσα στον χαμό κατέληξαν να εισπνέουν σπρέι πιπεριού και δακρυγόνα. Διαδηλωτές που βρέθηκαν να έχουν μαζί τους ξίδι (που μπορεί να ανασχέσει τις συνέπειες των δακρυγόνων) συνελήφθησαν. Πολλοί δημοσιογράφοι τραυματίστηκαν, δύο πυροβολήθηκαν στο πρόσωπο με λαστιχένιες σφαίρες από κοντά. Στον έναν είπαν ότι πιθανόν να χάσει την όραση από το ένα του μάτι. Ετσι την επόμενη μέρα, τα άρθρα των εφημερίδων πήραν έναν αισθητά διαφορετικό τόνο. Μέχρι την περασμένη Δευτέρα το κίνημα που ονομάστηκε «Επανάσταση Σαλάτα», λόγω των ετερόκλητων διαδηλωτών με διάφορα αιτήματα, είχε επεκταθεί σε πάνω από δέκα πρωτεύουσες πολιτειών της Βραζιλίας, καθώς και στην πρωτεύουσα της χώρας, Μπραζίλια.

Οι στόχοι των διαδηλωτών είχαν γίνει ακόμη πιο ποικίλοι, αφού οι διαμαρτυρίες στράφηκαν κατά της διαφθοράς και υπέρ της βελτίωσης των δημόσιων υπηρεσιών και του ελέγχου του πληθωρισμού. Πολλά πανό όμως στρέφονταν ξεκάθαρα κατά του ντροπιαστικού κόστους των γηπέδων που ανηγέρθησαν για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014.

Οι συνθήκες

Η Βραζιλία έχει ήδη ξοδέψει 7 δισεκατομμύρια ρεάλ, δηλαδή τρεις φορές περισσότερα από το σύνολο όσων δαπάνησε η Νότια Αφρική πριν από τέσσερα χρόνια, ενώ στη Βραζιλία μόνο τα μισά γήπεδα έχουν ολοκληρωθεί. «Γήπεδα πρώτου κόσμου, σχολεία και νοσοκομεία τρίτου κόσμου» ανέγραφε ένα από τα πανό. Ομοίως και οι διαδηλωτές ήταν πολύ ετερόκλητοι. Περίπου 65.000 συμμετείχαν στο Σάο Πάολο, με την παρουσία πολύ περισσότερων γυναικών, οικογενειών και μεσόκοπου πληθυσμού από ό,τι σε προηγούμενες διαδηλώσεις.

Οι περισσότερες διαδηλώσεις είχαν ειρηνικό χαρακτήρα στις άλλες πόλεις, αν και στο Ρίο ντε Τζανέιρο οι διαδηλωτές και η αστυνομία συγκρούστηκαν μπροστά από το στάδιο Μαρακανά, που ανακαινίστηκε έναντι 1 δισ. ρεάλ, μόλις έξι χρόνια ύστερα από την πολυέξοδη ανοικοδόμησή του. Δεν είναι τυχαίο ότι η βία ξέσπασε στο Ρίο, όπου η αστυνομία δεν διστάζει να πατήσει τη σκανδάλη και μαστίζεται από διαφθορά, ακόμη και πάνω από τα συνήθη επίπεδα. Αντιθέτως στην Μπραζίλια, όπου μια ομάδα διαδηλωτών κατάφερε να σκαρφαλώσει στην κορυφή του Κογκρέσου, η αστυνομία αντέδρασε εκεί με αυτοσυγκράτηση.

Πηγή: Economist