Ανεμοδούρα

Ανεμοδούρα η [anemoδúra] Ο25α : 1α.ανεμοδείκτης. || (επέκτ.) διάφορα όργανα που η λειτουργία τους θυμίζει περιστρεφόμενη ανεμοδούρα (π.χ. στο χειροκίνητο εκκοκιστήριο, στην ανέμη, κ.ά.). β. (μτφ.) άστατος χαρακτήρας. 2α. ισχυρός άνεμος, ανεμοστρόβιλος με άστατη κατεύθυνση. β. ανεμοδόχος (πλοίου κτλ.).

Πηγή: greek-language.gr

Σ.Σ: Μεταφορικά καλείται ο άνθρωπος ο οποίος αλλάζει απόψεις «Όπου Φυσάει ο Άνεμος!!»