«Έτσι πάει το έθνος»…

                            


«Στην αρχή εντρεπόντανε να ‘βγουνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν’ απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερίς». Αδύνατο μοιάζει, όσο οδεύαμε προς την 25η Μαρτίου, να μην ανέβουν στη μνήμη λέξεις των ποιητών μας, λέξεις πικρές, έγκαιρες, προειδοποιητικές. Και ταυτόχρονα, βλέποντας ξανά «απλωμένο το χέρι», μοιάζει αφόρητο να σκέφτεσαι και να μετράς τον ξοδεμένο χρόνο, τον στάσιμο. Ο Διονύσιος Σολωμός μιλάει εδώ. Και μιλάει για τις Μεσολογγίτισες που τον καιρό της πολιορκίας βγήκαν στη Ζάκυνθο, βαριά αναγκεμένες, «γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ’ αδέρφια τους που επολεμούσανε». Από τις δικές τους «χρείες», όπως ιστορούνται στη «Γυναίκα της Ζάκυθος», ανοιχτός με τα τόσα αγκάθια του είναι ο δρόμος προς την εθνική «χρεία», έτσι όπως δεσπόζει ασφυκτική στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Ας θυμηθούμε, μολονότι είναι αποκαρδιωτικά βέβαιο πια ότι το πάθος δεν γίνεται μάθος, ότι την Ιστορία συνήθως τη μεταχειριζόμαστε σαν κτέρισμα και δεν την αξιοποιούμε σαν μάθημα: «Με τα ρούχα αιματωμένα, / ξέρω ότι έβγαινες κρυφά, / να γυρεύεις εις τα ξένα / άλλα χέρια δυνατά. // Μοναχή το δρόμο επήρες, // εξανάλθες μοναχή· / δεν είν’ εύκολες οι θύρες, / εάν η χρεία τες κουρταλεί. // Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, / αλλ’ ανάσαση καμιά· / άλλος σου έταξε βοήθεια, / και σε γέλασε φρικτά! // Αλλοι, ωιμέ, στη συμφορά σου / οπού εχαίροντο πολύ, / σύρε να ‘ βρεις τα παιδιά σου, / σύρε ελέγαν οι σκληροί».


Σπαταλημένος χρόνος. Στάσιμος, με τα ίδια προβλήματα να εμφανίζονται κάθε τόσο και με τις ίδιες, και πάντοτε αναποτελεσματικές, μεθόδους «θεραπείας» τους. Ή, για το πούμε αλλιώς, χρόνος δανεικός, αφού η ιστορία του τόπου, ήδη από τα δύο «δάνεια της Ανεξαρτησίας», στα χρόνια της Επανάστασης, κι ώς τα σήμερα, οπότε κουρταλούμε και πάλι ξένες θύρες κάθε άλλο παρά εύκολες, η ακολουθία των δανείων σχηματίζει βρόχο αποπνικτικό, με το εκάστοτε μέλλον να ενεχυριάζεται για να διευκολυνθεί πρόχειρα το εκάστοτε παρόν. «Γεγονός αναμφισβήτητο παραμένει», γράφει λοιπόν ο ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος στη βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών το 1980 «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», της Εκδοτικής Αθηνών, «ότι τα δύο δάνεια που συνάφθηκαν για την επίτευξη της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους υπήρξαν οι θεμελιώδεις συντελεστές της εξαρτήσεώς του»· όσοι δανείζουν, ανέκαθεν, το κάνουν για να επιβληθούν και να κατισχύσουν, όχι από ψυχοπόνια ή από εταιρική αλληλεγγύη. Ειδικά για το δεύτερο δάνειο τον καιρό της Επανάστασης ο συγγραφέας παρατηρεί: «Η χρήση του δεύτερου δανείου, που έγινε σχεδόν ερήμην της ελληνικής πλευράς, είναι άκρως διαφωτιστική, για να κατανοηθή πώς εννοούσαν την “έντιμη” διαχείριση των χρημάτων εκείνοι (δηλ. οι ξένοι, ιδιαίτερα οι Αγγλοι) που κόπτονταν για την κακή χρήση του πρώτου δανείου. Τα στοιχεία ενός δανείου, που το διαχειρίσθηκε ο παράγοντας που το χορήγησε (!), είναι τόσο εύγλωττα ώστε να μιλάνε από μόνα τους. Το δεύτερο αγγλικό δάνειο ανέλαβε ο τραπεζικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο και η συμφωνία υπογράφηκε την 7η Φεβρουαρίου 1825. Το ονομαστικό κεφάλαιο, που ανερχόταν σε 2.000.000 λίρες στερλίνες, διαιρέθηκε σε 200.000 ομολογίες, 100 λ. στερλ. η καθεμιά, που εκδόθηκαν προς 55,5 πάνω στην ονομαστική τους αξία, αποφέροντας καθαρό κέρδος 1.100.000 λ. στερλ. Από το ποσό τούτο κρατήθηκαν για τόκους των δύο πρώτων ετών, χρεόλυτρο ενός έτους, προμήθεια πληρωμής τόκων, προμήθεια μεσιτείας και έξοδα συνομολογήσεως εφάπαξ, συνολικά 284.000 λ. στερλ. Συνεπώς, το ποσό που τελικά εκκαθαρίσθηκε ανήλθε σε 816.000 λ. στερλ.»


Και συνεχίζει την αναδρομή του ο ιστοριογράφος, που επαναλαμβάνω, είναι ο πανεπιστημιακός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος και όχι, λόγου χάρη, κάποιος χαρακτηρισμένος «αντεθνικός», ο Κυριάκος Σιμόπουλος ή, πιο πίσω, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο Γιάννης Σκαρίμπας ή ο Γιάννης Κορδάτος: «Οπως, ώς ένα σημείο, συνέβη και με το πρώτο δάνειο, ο αγγλικός παράγοντας, δηλαδή μέλη του φιλελληνικού κομιτάτου, παραγκωνίζοντας πλήρως τους Ελληνες απεσταλμένους, διαχειρίσθηκε όπως ήθελε τα χρήματα του δεύτερου δανείου, έστω και αν βάρυναν σαν χρέος ένα ολόκληρο έθνος. (…) Αντί να σταλούν χρήματα και πολεμικό υλικό στους αγωνιζόμενους Ελληνες, παραγγέλθηκαν ατμοκίνητα πλοία σε αγγλικά ναυπηγεία και φρεγάτες των ΗΠΑ, μισθώθηκαν ξένοι στρατιωτικοί “σωτήρες” και οι ελληνικές ομολογίες παίχθηκαν στο χρηματιστήριο. Το δεύτερο δάνειο γλιστρώντας σε χέρια αισχροκερδών πήρε διαστάσεις κραυγαλέου σκανδάλου ακόμη και σ’ αυτές τις στήλες του αγγλικού τύπου. (…) Εστω και αν εξαιρεθούν οι τόκοι και η προμήθεια, που από τον αγγλικό Τύπο χαρακτηρίσθηκαν ως καθαρή αισχροκέρδεια, η εξαγορά των ομολογιών αποτελούσε αδιαμαρτύρητη καταλήστευση της ελληνικής περιουσίας».


Οι 392.000 λίρες του δανείου, διαβάζω και αντιγράφω μέρες που είναι, μέρες της πολλοστής επανάληψης του ίδιου δράματος (μήπως και τώρα δεν επιβάλλεται από τους δανειστές και τους πολιτικούς καθοδηγητές τους η αγορά αχρείαστων όπλων;) απορροφήθηκαν «σε έξω από την Ελλάδα στρατιωτικές δαπάνες». Και προσθέτει ο Δεσποτόπουλος: «Από τα έξι ατμοκίνητα πλοία που παραγγέλθηκαν σε Αγγλο ναυπηγό-πελάτης του ήταν και ο Ιμπραήμ (!)-μόνον η “Καρτερία”, η “Επιχείρηση” και ο “Ερμής” έφθασαν στην Ελλάδα μετά από παρέλευση αρκετού χρόνου, έτσι που μόνον η αποστολή της “Καρτερίας” έκανε αισθητή την παρουσία της στον Αγώνα». Επιπλέον: «Από τις δύο μεγάλες φρεγάτες που παραγγέλθηκαν στις ΗΠΑ, λόγω της καθαρά γκαγκστερικής τακτικής του εμπορικού οίκου που είχε αναλάβει την παραγγελία της κατασκευής κατορθώθηκε τελικά -και μάλιστα με την επέμβαση του προέδρου των ΗΠΑ Ανταμς- να αποσταλή μόνον η μία, αφού πουλήθηκε η άλλη για εξαγορά της πρώτης! Ηταν η περίφημη “Ελλάς” που κατέπλευσε στο Ναύπλιο τον Νοέμβριο πια του 1826. Χονδρικά, ως προς την αμερικανική παραγγελία, οι Ελληνες και οι απόγονοί τους, χρεωμένοι με το συνολικό ποσό, καταληστεύθηκαν στο μεγάλο του μέρος. Από τα αρπακτικά νύχια των Αγγλων και των Αμερικανών “φιλελλήνων” κατόρθωσε η Ελλάδα να αποσπάση κονδύλιο 232.558 λ. στερλ., δηλαδή πολύ πιο λίγο από εκείνο που έλαβε κατά το πρώτο δάνειο, αν και το δεύτερο είχε συναφθή σε υπερδιπλάσιο ύψος!»


Γυρνάμε, αναπόφευκτα, στον Σολωμό. Και σε μια «προσθήκη» του στη «Γυναίκα της Ζάκυθος», σε επόμενη επεξεργασία της, που εντέλει δεν την ενσωμάτωσε, ίσως επειδή τον προβλημάτισε η φαρμακερή οξύτητα της εικόνας, ίσως πάλι επειδή θέλησε να αυξήσει ακόμα περισσότερο αυτήν την οξύτητα αφήνοντας τη φράση του ανέντακτη, σαν ένα απόσπασμα-σήμα. Ιδού το σήμα: «Πώς πάει το έθνος; Πώς πάνε οι δουλειές;» Και άφησε το κουπί του και με το χέρι του εσυχνόκοβε τον αέρα orizzontalmente (οριζοντίως). “Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Ετσι πάει το έθνος“».


του Παντελή Μπουκάλα