Τα σταυροδρόμια


του Κώστα Γεωργουσόπουλου


Ο παλιός, αρχαίος μύθος που διασώζει ο Λουκιανός και έγινε για χρόνια, κανόνας ζωής (τώρα δεν ξέρω αν τολμάει κανένας ν’ αναφερθεί), μιλούσε για το δίλημμα του Ηρακλή. Οταν έγινε έφηβος και ετοιμαζόταν να μπει στον αγώνα και το άθλημα του βίου, λέει το παιδαγωγικό παραμύθι, βρέθηκε σε σταυροδρόμι, σε μια διχάλα δρόμου. Εκεί τον υποδέχτηκαν η Αρετή και η Κακία και καθεμιά με εύφορη ρητορική και περίτεχνα επιχειρήματα προσπαθούσε να τον πείσει ν’ ακολουθήσει το μονοπάτι που αυτή υποδείκνυε ως το προσφορότερο και εγγυημένο για την εξασφάλιση ευτυχούς βίου. Η Κακία, λέει ο μύθος, υποσχόταν εύκολη οδοιπορία, με ηδονές και χάριτες, πλούσια κέρδη, σταθμούς με εκπλήξεις, δώρα και παιχνίδια, ξεκούραστες διαμονές, ανάπαυλες περισσότερες από τις ημέρες δουλειάς, ανοχή των πάσης φύσεως ορέξεων, επιβράβευση των στρεβλών λύσεων, μια ζωή χωρίς ενοχές, χωρίς θλίψεις, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς τύψεις και χωρίς τιμωρία. Η Αρετή, λέει ο αφελής αρχαίος μύθος, υποσχόταν βίο αγωνιώδη, ακατάστατο, μίζερο, φτωχό, οδοιπορία μέσα σε καταιγίδες, χαλάζι, τρικυμίες, καύσωνα, ξηρασία, αρρώστιες, προδοσίες, αμφισβητήσεις, σπιουνιές, παγίδες, άστεγο βίο, γυμνό, ξυπόλητο, πένητα, στεγνό.


Ο έφηβος Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει και ο μύθος μάς πληροφορούσε πως επέλεξε τον δρόμο της Αρετής και είδε προκοπή. Έγινε δούλος του Ευρυσθέα, κατόρθωσε άθλους από τους οποίους ο πάτρωνάς του εισέπραττε τα κέρδη και τέλος έπεσε θύμα της ζήλειας της γυναίκας του, φόρεσε τον δηλητηριασμένο χιτώνα που κόλλησε πάνω του αποκολλώντας τις σάρκες του και μέσα σε ουρλιαχτά πόνου εκλιπαρούσε τους περαστικούς στην Οίτη να βάλουν φωτιά στον σωρό με τα φρύγανα και να τον λυτρώσουν διά της πυράς από τα βάσανά του. Αυτό ήταν το τέρμα του μονοπατιού της Αρετής.


Τον ίδιο παιδαγωγικό μύθο τροποποιεί και ο Αριστοφάνης στις «Νεφέλες» του, όπου παρουσιάζει στη σκηνή ως πρόσωπα τον Δίκαιο και τον Άδικο Λόγο που καθένας προσπαθεί να πείσει έναν ανερμάτιστο έφηβο πάλι με περίτεχνα ρητορικά σχήματα (έξοχες μιμήσεις σοφιστικών ασκήσεων πειθούς) να επιλέξει εύκολο και δύσκολο βίο. Τα επιχειρήματα παρουσίαζαν την έναρξη του βίου εύκολη από τη μια με θλιβερά τάχα αποτελέσματα στο τέρμα και δύσκολη από την άλλη με τέρμα ζωή χαρισάμενη.


Δεν άλλαξαν πολύ οι συμβολισμοί και οι παραβολές στα Ευαγγέλια. Ο δρόμος μακριά από τον Θεό μοιάζει ευχάριστος, ηδονικός, ευφρόσυνος, γεμάτος εμπορεία φοινικικά κ.τ.λ., αλλά στο τέλος κατακρημνίζεται στον ζόφο της Κολάσεως και της αιώνιας τιμωρίας. Ο δρόμος της σωτηρίας τραχύς, ασκητικός, νήστις, οδοιπορία πάνω σε καρφιά, με εμπτυσμούς, φραγγελώματα, διαπομπεύσεις, ίσως και σταυρώσεις. Αλλά με προσδοκία αναστάσεως και βίο στην αιωνιότητα μεταξύ Χερουβείμ και Σεραφείμ.


Ωραία όλα αυτά, θα έλεγε κι ο ποιητής, μια περιδιάβαση, μια εκδρομή στην ωραιότητα των λόγων και της φαντασίας. Η πείρα έδειξε, θα έλεγε ο ορθολογιστής, πως εν τέλει οι περισσότεροι διάλεξαν το μονοπάτι της Κακίας, ακολούθησαν τις υποσχέσεις του Άδικου Λόγου και πλησίστιοι ταξίδεψαν με τα άλλα παιδιά και τον Πινόκιο στον τόπο όπου μεταμορφώνονται όλοι σε γαϊδούρια, ζώα ιθυφαλλικά, ακόρεστα και άκρως απαιτητικά. Οι περισσότεροι, γνωρίζοντας το τέλος του Ηρακλέους, απέφυγαν την εμπειρία του φλεγόμενου χιτώνα και άλλοι προτίμησαν τα καζάνια της Κολάσεως μαζί με διάσημους αμαρτωλούς, παρά τα ήρεμα ακρογιάλια μιας παραδείσιας ερημιάς που ψάχνεις να βρεις συντροφιά κρατώντας το φανάρι του Διογένη.


Οι περισσότεροι μοιάζουν σαν έναν άλλο διαβόητο οδοιπόρο που ξεκινάει από τους Δελφούς πεπεισμένος πως ακολουθεί τον ακριβώς αντίθετο δρόμο από εκείνον που πάει στην Κόρινθο, όπου ένας χρησμός απειλεί να τον καταστήσει φονιά του πατέρα του και ομόκλινο της μητέρας του. Κατηφορίζοντας προς τα πεδινά της Φωκίδας σ’ ένα σταυροδρόμι, μια διχάλα αμαξιτής οδού που η μια οδηγούσε στους Δελφούς, η άλλη στη Δαύλεια, επέλεξε τυχαία(;) αυτή που οδηγούσε στη Θήβα για να πέσει πάνω σ’ έναν γέροντα τον οποίο θυμωμένος δολοφονεί (που ήταν ο προγονικός του πατέρας) και για να φτάσει στη Θήβα, να λύσει ένα τρομερό αίνιγμα και να παντρευτεί τη χήρα βασίλισσα (που ήταν η πραγματική του μητέρα).


Ποια από τις δύο παιδαγωγικές εκδοχές είναι η πλησιέστερη στη μαύρη αλήθεια;


Και τι να πεις σήμερα σ’ έναν έφηβο, με ποια επιχειρήματα να τον πείσεις ν’ ακολουθήσει ποιο μονοπάτι;


Όταν πάλι η πείρα καθημερινά τεκμηριώνει την άποψη πως όσοι ακολούθησαν τον εύκολο δρόμο της Αδικίας και της Κακίας, της Αμαρτίας, διαπίστωσαν πως οι δύο δρόμοι συναντιούνται. Αφού ο δρόμος της Κακίας συχνά, θα έλεγα σχεδόν πάντα, έχει στο τέρμα του βάθρο με απονομή μεταλλίων θριάμβου και στο τέρμα του δρόμου της Αρετής, της Ασκητικής και του Δίκαιου Λόγου σε περιμένουν η αδιαφορία, η φτώχεια, η περιφρόνηση και ο εξ ασιτίας θάνατος.


Εν τέλει, θέλοντας ή μη θέλοντας, όλοι μας ακολουθώντας ψευδαισθήσεις, παρεξηγήσεις και παρανοήσεις απομακρυνόμαστε από την ανέμελη Κόρινθο και αναζητώντας σωτηρία λύνοντας αινίγματα δεν γλιτώνουμε την πραγματική ή συμβολική πατροκτονία, αιμομιξία και την τύφλα μας.


Μήπως δηλαδή είχε δίκιο ο είρων γέροντας Μιλήσιος Ηράκλειτος που δογμάτιζε πως η οδός άνω και κάτω μία και αυτή;


ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 24-9-2011