Κατοχικό χρήμα και Μαύρη αγορά, η ιστορία επαναλαμβάνεται?


«Ζηλωτόν μεν ο πλούτος τίμιον μέντοι και θαυμαστόν η δικαιοσύνη»


(Ο πλούτος είναι βέβαια ζηλευτός, η δικαιοσύνη όμως είναι πολύτιμο και θαυμαστό πράγμα) ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ


Εισαγωγικό σημείωμα: Η περίοδος της Κατοχής (1941-1944) ήταν από τις πιο τραγικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η Ελλάδα βγήκε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εντελώς κατεστραμμένη. H νομισματική κατάρρευση και ο πληθωρισμός εκμηδένισε την αξία του χρήματος και έκανε πολύ δύσκολη κάθε οικονομική συναλλαγή. Μετά τη λεηλασία και το πλιάτσικο οι Γερμανοί απαίτησαν από την Κυβέρνηση Τσολάκογλου η Ελλάδα να πληρώνει στις δυνάμεις του Άξονα τις «δαπάνες Κατοχής» που αυξάνονταν συνεχώς.


Δαπάνες Κατοχής














Νοέμβριος 1941


25 δις. δραχμές


Δεκέμβριος 1942


260 δις δραχμές


Αύγουστος 1943


850 δις δραχμές


Χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Τα κρατικά ταμεία ήταν εντελώς άδεια. Η τριπλή κατοχή είχε μηδενίσει κάθε οικονομική δραστηριότητα, ο θαλάσσιος αποκλεισμός απαγόρευε το εξωτερικό εμπόριο, τα δημόσια έσοδα από δασμούς και φόρους ήταν ασήμαντα. Η Κυβέρνηση για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των Γερμανών σε συνεννόηση με την Τράπεζα της Ελλάδας άρχισε να τυπώνει χρήμα. Η αύξηση της ποσότητας του χρήματος που κυκλοφορούσε σήμαινε αυτόματα πληθωριστικές πιέσεις και ταχεία υποτίμηση της αξίας του χρήματος.


Κυκλοφορία νομίσματος

















Νοέμβριος 1941


41 δις δραχμές


Σεπτέμβριος 1942


185 δις δραχμές


Αύγουστος 1943


1.030 δις δραχμές


Ιούνιος 1944


58.000 δις δραχμές


Η Μαύρη Αγορά: περιγραφή και λειτουργία


Κατά τη διάρκεια του πολέμου (Οκτώβρης 1940- Απρίλης 1941) υπήρχαν ελλείψεις προϊόντων. Από τις πρώτες μέρες όμως μέρες της κατοχής οι ελλείψεις αυτές άρχισαν να γίνονται μεγαλύτερες. Ο κόσμος χρειαζόταν είδη πρώτης ανάγκης (αλεύρι, ζάχαρη, λάδι, σαπούνι κλπ) αλλά αυτά δεν υπήρχαν στην αγορά ή κι όταν υπήρχαν οι τιμές τους ήταν απλησίαστες. Το χρήμα κάθε μέρα που περνούσε έχανε την αξία του όλο και περισσότερο. Πολλοί εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους και έμειναν χωρίς πόρους. Οι φαντάροι επέστρεφαν από το μέτωπο με τα πόδια, πεινασμένοι, εξασθενημένοι, τραυματισμένοι, γεμάτη ψείρες και κρυοπαγήματα. Η «Κυβέρνηση» ήταν ανίκανοι να εξασφαλίσει στο λαό ακόμα κι αυτό το φαγητό του.


Τότε ξεκίνησε να λειτουργεί η Μαύρη Αγορά. Ένα σύστημα διακίνησης προϊόντων και αγαθών, μη ελεγχόμενο από το Κράτος, στηριγμένο στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, που εξασφάλιζε όμως τη λειτουργία του με υπόγειες, σκοτεινές διαδρομές και μεθόδους και γίνονταν όχι με το επίσημο νόμισμα, αλλά με ανταλλαγές ειδών. Τα μαγαζιά λιανεμπορίου, με άδεια τα ράφια, άρχισαν να κλείνουν μαζικά. Τα προϊόντα διακινούνταν χέρι με χέρι, «κρυφά», σε καφενεία, κουρεία, φαρμακεία, δικηγορικά γραφεία, συμβολαιογραφεία ή σε διάφορα σημεία των μεγάλων πόλεων.


Σταδιακά η μαύρη αγορά από μια απεγνωσμένη, αγωνιώδη προσπάθεια του κόσμου να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη αγαθά μετατράπηκε σε ένα πλήρως οργανωμένο και ελεγχόμενο (από λίγους χονδρέμπορους, βιομήχανους, κλπ) σύστημα διακίνησης προϊόντων που έφερε τεράστιες αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική δομή της Ελλάδας.


Στην πρώτη φάση (Καλοκαίρι 1941-Φθινόπωρο 1941) χιλιάδες πολίτες συμμετείχαν στην μαύρη αγορά. Κάθε μέρα πλήθη κόσμου ξεχύνονταν σε φανερά και «κρυφά» στέκια όπου πωλούνταν είδη πρώτης ανάγκης. Τα στέκια αυτά έδιναν την εικόνα του πανηγυριού. Όλοι πουλούσαν και αγόραζαν τα πάντα σε όλους. Με καταπληκτική ταχύτητα προϊόντα και είδη ανταλλαγής άλλαζαν χέρια. Όλοι έψαχναν την ευκαιρία που θα εξασφάλιζε στους ίδιους και στα παιδιά τους το φαγητό της ημέρας. Καθώς τα χρήματα δεν είχαν αξία οι ανταλλαγές γίνονταν σε είδος. Πρώτα πουλήθηκαν τα χρυσαφικά και τα κοσμήματα, ύστερα πολύτιμα και ακριβά αντικείμενα (έπιπλα, ραπτομηχανές, πίνακες ζωγραφικής, φωνόγραφοι, ασημικά κλπ). Τέλος ξεπουλιούνταν τα υφάσματα, οι προίκες των κοριτσιών, ακόμα και τα ρούχα που φορούσαν. Στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις άνθρωποι με καρότσια φορτωμένα με αντικείμενα και ρούχα ταξίδευαν προς τα γειτονικά χωριά για να τα ανταλλάξουν με λίγο λάδι, όσπρια, σταφίδες και αλεύρι.


Οι ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια την περίοδο της Κατοχής


Στην περίοδο της κατοχής έγιναν τεράστιες ανακατατάξεις στην οικονομική και κοινωνική δομή της Ελλάδας. Τεράστιος πλούτος σε χρυσό, κινητές και ακίνητες περιουσίες άλλαξε χέρια. Οι διαδικασίες, τα μεγέθη, οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για να γίνει αυτή η μεταφορά πλούτου και η μετέπειτα νομιμοποίησή του δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Το πρόβλημα είναι πως ενώ η βιβλιογραφία καταγράφει την αλλαγή δεν μπορεί να παρουσιάσει αναλυτικά στοιχεία και αποδείξεις.


Η πλήρης αποδιοργάνωση των κρατικών υπηρεσιών κατά την κατοχή, ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε, η πολιτική κατάσταση που επικράτησε μετά τη λήξη του εμφυλίου εξηγούν εν μέρει τη μη συλλογή και επεξεργασία οικονομικών στοιχείων που θα φώτιζαν την περίοδο και θα βοηθούσαν να αποδοθεί δικαιοσύνη. Το σπουδαιότερο όμως ήταν η πολιτική απόφαση να ξεχαστεί με κάθε τρόπο ο στρατιωτικός και οικονομικός δωσιλογισμός.


Ωστόσο αρκετά οικονομικά στοιχεία για την περίοδο και τις ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια μπορούμε να βρούμε μέσω των κειμένων και των υπομνημάτων που υπέβαλλε στη Bουλή η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα Ακίνητά των επί Κατοχής. Η Ομοσπονδία αυτή ανέλαβε να συγκεντρώσει στοιχεία για τα ακίνητα, τους αγοραστές, τις τιμές και να στηρίξει νομικά τους ανθρώπους που ζητούσαν πίσω τις περιουσίες τους. Για το λόγο αυτό είχε εκδώσει τρία κείμενα:


«Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», Αθήνα, Αύγουστος, 1946.


«Σχέδιο ψηφίσματος περί της τύχης των επί εχθρικής κατοχής γενομένων πωλήσεων ακινήτων. Μετά εισηγητικής εκθέσεως», Αθήνα, Ιούλιος 1947.


«Παρατηρήσεις επί του κατατεθέντος εις την Βουλήν Σχεδίου Ψηφίσματος περί ακυρώσεως της υπ’ αρίθμ. 114/1946 Συντακτικής Πράξεως και της τύχης των επί κατοχής γενομένων αγοραπωλησιών ακινήτων», Αθήνα, Ιούλιος, 1947.


Επίσης είχε τυπώσει κι ένα Ειδικό Βιβλίο Απογραφής το οποίο περιέχει αναλυτικά στοιχεία για τα ακίνητα που πουλήθηκαν επί κατοχής.


Πρέπει τα στοιχεία αυτά να είναι αξιόπιστα για τους εξής λόγους:


α) Στο Ειδικό Βιβλίο Απογραφής καθώς και σε όλους τους πίνακες που επισυνάπτονται στο πρώτο υπόμνημα υπάρχουν πλήρη και λεπτομερειακά στοιχεία για καθεμία αγοροπωλησία ξεχωριστά. Δηλαδή υπάρχει το όνομα του πωλητή, το όνομα του αγοραστή (πολλές φορές με την ιδιότητά του), ο αριθμός συμβολαίου, το όνομα του συμβολαιογράφου, το τίμημα που πληρώθηκε καθώς και η τιμή που είχε το ακίνητο προπολεμικά. Με αυτά τα στοιχεία ήταν δυνατό και τότε και σήμερα να ελεγχθεί η αξιοπιστία των πληροφοριών.


β) Τα στοιχεία αυτά κατατέθηκαν στη Βουλή. Ήταν πανεύκολο κάποιοι βουλευτές λόγω της τεταμένης πολιτικής κατάστασης της περιόδου και για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας να τα αμφισβητήσουν. Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε.


γ) Από την πλευρά των «αγοραστών» και των δικηγόρων τους τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται. Τα επιχειρήματά τους είναι ότι το τίμημα που πλήρωσαν ήταν υψηλό («σας ζήσαμε με τα λεφτά μας») ή ότι η πραγματική αξία των ακινήτων ήταν χαμηλή ή ότι η ακύρωση των αγοραπωλησιών θα βλάψει την πίστη στην ελεύθερη οικονομία κλπ.


Πηγή: alfavita.gr