Οι αναδυόμενοι σε ρόλο Ιππότη της Ε.Ε.


By Jeffrey Sachs*

Κατά τη συνάντηση των χωρών του G20, την προηγούμενη εβδομάδα, σηματοδοτήθηκε η εγκατάλειψη της τριετούς προσπάθειας της ευρωζώνης να σώσει τον εαυτό της. Η νομισματική ένωση θα σωθεί, αλλά όχι εκ των έσω. Η επιβίωσή της θα επέλθει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Η συνάντηση, αυτή καθεαυτήν, ήταν μία ταπείνωση για τη Γαλλία, που έπαιζε στο δικό της γήπεδο. Ενώ ο Πρόεδρος
Nicolas Sarkozy έκανε λόγο για τη σύνοδο του «Νέου Κόσμου και των Νέων Ιδεών», η σύνοδος ασχολήθηκε με τον παλαιό κόσμο και τις παλαιές διαμάχες. Δεδομένου ότι η Γερμανία, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ιταλία και άλλα γειτονικά κράτη της ευρωζώνης έχουν σχεδόν διακόψει τις μεταξύ τους σχέσεις, τα υπόλοιπα μέλη του G
20 έχουν μείνει κατάπληκτα από τους ενδοευρωπαϊκούς διαξιφισμούς.

Από μία περιορισμένη τοπική κρίση το 2009, η ευρωπαϊκή αναστάτωση έχει εξελιχθεί σήμερα σε παγκόσμια κρίση. Η αλήθεια είναι πως η Ευρώπη δεν έχει την ικανότητα να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της. Υπάρχουν τρεις λόγοι γι’ αυτό:

Ο πρώτος αφορά στο ότι είναι εν γένει δύσκολο να υπάρξει συμφωνία για τον καταμερισμό των ζημιών. Όταν μάλιστα εμπλέκονται τα 17 μέλη της ευρωζώνης, ισχυρές τράπεζες, ευρωπαϊκοί θεσμοί με καλυμμένες αρμοδιότητες, η οργισμένη κοινή γνώμη και δεκάδες πολιτικά κόμματα, όπου μάλιστα οι μικρότερες δυνάμεις έχουν το μεγαλύτερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, το εγχείρημα είναι σχεδόν ανέφικτο.


Όπως δείχνει και η θεωρία των παιγνίων, οι ανέξοδες ενστάσεις από τους Ελεύθερους Φινλανδούς, τους Σλοβάκους, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τις πιστώτριες τράπεζες και από άλλους κατέστησαν σχεδόν ανέφικτη την επίτευξη συμφωνίας σε οτιδήποτε. Χωρίς σαφή θεμελιώδη στοιχεία και χωρίς έναν αξιόπιστο ύστατο δανειστή, οι κεφαλαιαγορές της Ευρώπης πλήττονται από κύματα αυτοτροφοδοτούμενου πανικού.

Ο δεύτερος λόγος είναι η κατάρρευση της τεχνικής διαδικασίας, που σχετίζεται με όσα αναφέρονται παραπάνω. Η Ευρώπη κρέμεται από τα λόγια της καγκελαρίου
Angela Merkel, τα οποία είναι σποραδικά και συχνά έρχονται σε μικρές δόσεις λίγο πριν από τις συνόδους της ευρωζώνης. Δεν υπάρχει επαρκής προετοιμασία για τα τεχνικά ζητήματα. Επικρατεί η λογική των πολιτικών συμμαχιών της Γερμανίας. Οι ίδιοι οι Γερμανοί μιλούν με πολλές φωνές, όπου περιλαμβάνονται οι απόψεις των πολιτικών κομμάτων, της καγκελαρίας, του υπουργείου Οικονομικών, της Bundesbank και της Βουλής. Ακόμα και η Γαλλία μαθαίνει τα τελευταία για τη γερμανική στρατηγική στις συναντήσεις Merkel Sarkozy
, που προηγούνται κάθε συνόδου.

Ο τρίτος λόγος είναι οι συγκεκριμένες αποτυχίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Και γι’ αυτές τα αίτια είναι πολλά. Από την αποδυναμωμένη ηγεσία του
JeanClaude Trichet και το αδιέξοδο της Συνθήκης της Λισαβόνας, μέχρι την αδιαφορία που έδειξαν η Γαλλία και η Γερμανία στις Βρυξέλλες. Η άφιξη του κ. Mario Draghi
στο τιμόνι της ΕΚΤ θα είναι ένα δυναμωτικό.

Οι αδυναμίες της Ευρώπης φάνηκαν πλήρως κατά τη σύνοδο στις Κάννες. Ο κ.
Sarkozy δεν δίστασε να επιπλήξει τους Έλληνες και τους Ιταλούς συναδέλφους του. Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας, Silvio Berlusconi, φάνηκε να απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από την πραγματικότητα. Η κ. Merkel
, ως συνήθως, είπε ελάχιστα. Οι ΗΠΑ είπαν ακόμη λιγότερα και η αποδυνάμωση της αμερικανικής οικονομικής ισχύος ήταν ολοφάνερη.

Τα υπόλοιπα μέλη του
G20 έδειξαν πρόθεση στήριξης, αλλά όχι και τη διάθεση να πετάξουν τα χρήματά τους σε έναν τέτοιο αγώνα ράγκμπι. Καμία χώρα δεν διακήρυξε το ενδιαφέρον της να επενδύσει στο ευρωπαϊκό ταμείο στήριξης. Το μήνυμα από την 
Κίνα, τη Βραζιλία, τη Ρωσία και από άλλες αναδυόμενες αγορές ήταν σαφές: η έξωθεν βοήθεια θα δοθεί μέσω του ΔΝΤ, επειδή είναι όργανο διεθνές, τεχνοκρατικό, που δεν δεσμεύεται από την ευρωπαϊκή πολιτική. Με άλλα λόγια, η έξωθεν βοήθεια έρχεται υπό προϋποθέσεις.

Οι επόμενες εβδομάδες είναι σημαντικές. Το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν μία τελευταία ευκαιρία να απαντήσουν προτού καταρρεύσει η ευρωζώνη. Η νέα ηγεσία του ΔΝΤ έχει ασυζητητί τη μεγαλύτερη ευθύνη, καθώς είναι πρώτη μεταξύ ίσων κατά τη χάραξη του προγράμματος αντιμετώπισης της κρίσης.

Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί και τα υπόλοιπα μέλη του
G
20 καλά θα κάνουν να στηρίξουν την Ελλάδα να συνεργαστεί με το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την Κομισιόν, ώστε να αντιμετωπίσει αρκετά κρίσιμα και -ακόμη- εκκρεμή ζητήματα. Το ΔΝΤ, από την πλευρά του, θα πρέπει να δράσει σοφά στη χάραξη κοινωνικά αποδεκτών και οικονομικά πραγματοποιήσιμων προγραμμάτων.

Πρώτον, πρέπει να μειωθεί αποφασιστικά και διατηρήσιμα το δανειακό βάρος της Ελλάδας, μέσω της μείωσης είτε των επιτοκίων είτε της ονομαστικής αξίας, ή με συνδυασμό και των δύο.

Η μείωση του χρέους πρέπει να καλύπτει τους τίτλους που βρίσκονται στα χέρια ιδιωτών αλλά και των θεσμικών οργανισμών. Θα πρέπει να είναι επαρκής ώστε να επιτρέπεται η σταδιακή και αξιόπιστη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε διαχειρίσιμα επίπεδα εντός δεκαετίας. Η σαφής στρατηγική πρέπει επίσης να απευθύνεται στο πρόβλημα των αντιστεκόμενων ομολογιούχων και των ταμείων που λειτουργούν σαν γεράκια, αρνούμενα να συμμετάσχουν στην εθελοντική αναδιάρθρωση.

Οι ελληνικές τράπεζες (και πολλές ευρωπαϊκές) χρειάζονται επειγόντως ρευστότητα, επειδή το μαζικό κύμα φυγής καταθέσεων και οι πιστώσεις από τις ελληνικές τράπεζες καταστρέφουν την οικονομία και τη δυνατότητα είσπραξης φόρων. Η εξασφάλιση ρευστότητας πρέπει να προχωρήσει ταχύτερα από την ανακεφαλαιοποίηση. Η ΕΚΤ πρέπει επιτέλους να αναγνωρίσει τον κίνδυνο, το ΔΝΤ θα πρέπει να σταθμίσει τη συμφωνία του να καταστεί η ΕΚΤ ύστατος πιστωτής.

Στο πλαίσιο της αξιόπιστης προσαρμογής, η Ευρώπη χρειάζεται ενέσεις οικονομικής στήριξης πέραν της ευρωζώνης, μέσω του ΔΝΤ. Κατά συνέπεια, βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής όχι μόνο για την Ευρώπη, αλλά και
 διεθνώς. Οι οικονομικές δυνάμεις που αναδεικνύονται έχουν πλεονάσματα, ισχυρή ανάπτυξη και υψηλό μερίδιο ευθύνης στη διεθνή σταθερότητα. Έχουν τα μέσα να δημιουργήσουν τα οχυρώματα στο πολύπλευρο σύστημα. Οι παραδοσιακές δυνάμεις θα πρέπει να δώσουν χώρο στους νέους παίκτες που θα οδηγούν τις καταστάσεις.
Αυτό θα πρέπει να γίνει με πνεύμα συνεργασίας και ελεγχόμενα και όχι εν μέσω κρίσης και κατάρρευσης.

*Ο κ. Jeffrey Sachs είναι διευθυντής του Earth Institute στο Columbia University