Φαινόμενα ακραίας φτώχειας στην Ελλάδα της «τρόικας και Σία»!

                    


Πόσο απέχει το κρεβάτι μας από το παγκάκι; Πόσο απέχει το δείπνο μας από το συσσί­τιο; Πόσο τελικά απέχει η τα­κτοποιημένη μας ζωή από τον δρόμο;
Η κρίση ελαχιστοποίησε τις αποστά­σεις. Αυτό που φάνταζε τόσο μακρι­νό πριν από τρία χρόνια, είναι πλέον η σκληρή πραγματικότητα που αντιμετω­πίζουν καθημερινά χιλιάδες συνάνθρωποί μας. Και αυτήν τη φορά, δεν έρχο­νται από μακριά, δεν έχουν άλλο χρώμα από εμάς, ούτε είναι περιθωριακοί, ψυ­χικά ασθενείς ή εθισμένοι σε ουσίες.
Είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, όπως όλοι μας… Μπορεί να πήγαμε στα ίδια σχολεία, να βγαίναμε στα ίδια μαγαζιά, να είχαμε κοινές παρέες. Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε από εμάς. Ο κάθε ένας!
Ο κοινωνικός ιστός αποσαθρώνεται, το κράτος πρόνοιας πνέει τα λοίσθια και καμία μέριμνα δεν λαμβάνεται για την ανάσχεση της φτώχειας.
Οι αριθμοί των ατόμων που χρειάζο­νται βοήθεια αυξάνονται ιλιγγιωδώς. Όσο η ανεργία αυξάνεται, όσο τα επιδό­ματα μειώνονται, όσο η εύρεση εργασί­ας – ακόμα και αδήλωτης, μαύρης – δυ­σχεραίνεται, τόσο αυξάνεται ο αριθμός των συνανθρώπων μας που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, που δεν μπορούν να είναι πλέον αυτάρκεις και χρειάζονται βοήθεια. Νέοι όροι προστίθενται στο λεξικό. Μαζί με τους ανέργους, έρχονται οι νε­όπτωχοι.
Οι μικρομεσαίοι διολισθαίνουν στην ακραία φτώχεια και δεν υπάρχει κανέ­να κοινωνικό δίχτυ προστασίας για να εμποδίσει την ελεύθερη πτώση τους.
Ακόμα και η οικογένεια, ο παραδοσι­ακά προστατευτικός θεσμός της ελληνι­κής κοινωνίας, σε πολλές περιπτώσεις, δεν μπορεί να απορροφήσει τους κρα­δασμούς της κρίσης, καθώς αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες όλων των ανε­νεργών μελών της.
Άνθρωποι που μέχρι πρότινος είχαν ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι ακόμα και με το φάσμα της πείνας…
συνέχεια