Σημειολογία και Ευρωζώνη


Του Hugo Dixon


Η σημειολογία μπορεί να σώσει τη Ζώνη του Ευρώ. Η ανάγκη διαχωρισμού της δημοσιονομικής λιτότητας από τη δομική μεταρρύθμιση είναι πλέον επιτακτική. Τα ατέρμονα προγράμματα λιτότητας που υιοθέτησαν οι χώρες της ομάδας PIIGS (Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία) απειλούν να συνθλίψουν τις εθνικές οικονομίες και να οδηγήσουν σε εξέγερση τις κοινωνίες. Αντίθετα, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και της αγοράς εργασίας θα ήταν ευνοϊκή για τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές τους.


Τα τελευταία δύο χρόνια, οι Ευρωπαίοι έγιναν ειδήμονες του φαύλου κύκλου των προγραμμάτων λιτότητας. Μια κυβέρνηση που είναι αναγκασμένη να περιορίσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού της υιοθετεί πρόγραμμα ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων και συρρίκνωσης των δαπανών. Η λιτότητα, όμως, προκαλεί ταυτόχρονη συρρίκνωση της οικονομίας, αφαιρώντας κεφάλαια από τον ιδιωτικό τομέα και συντελώντας στην υποχώρηση της εμπιστοσύνης σε αυτόν τον ιδιωτικό τομέα. Η ύφεση, από τη μεριά της, σημαίνει ότι τα φορολογικά έσοδα δεν πρόκειται να αυξηθούν όσο θα το ήθελε η κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι το έλλειμμα δεν υποχωρεί, ενώ ως ποσοστό μειωμένου ΑΕΠ η υποχώρησή του είναι ακόμη μικρότερη. Οι πιστωτές των κυβερνήσεων, με τη Γερμανία επικεφαλής τους, απαιτούν τότε νέο γύρο λιτότητας. Με κάθε νέο γύρο, όμως, τα πλήγματα στην κοινωνία γίνονται ολοένα και πιο σκληρά, προκαλώντας αίσθημα απογοήτευσης και παραίτησης.


Έλληνες, Ιρλανδοί και Πορτογάλοι βρίσκονται εδώ και καιρό στη δίνη αυτή, ενώ Ιταλοί και Ισπανοί μόλις εισήλθαν και αυτοί στον φαύλο κύκλο της λιτότητας. Τα αρνητικά στοιχεία του προϋπολογισμού για το 2011 σε Ελλάδα και Ιρλανδία (έλλειμμα 10% του ΑΕΠ), Ισπανία και Πορτογαλία (έλλειμμα 7%-8% του ΑΕΠ), αλλά και στην Ιταλία με 4% του ΑΕΠ, δεν προμηνύουν κάτι καλό για το 2012.


Είναι αλήθεια ότι ένας βαθμός λιτότητας ήταν αναγκαίος, δεδομένου ότι οι δημόσιες δαπάνες είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Στην Ελλάδα, η αποτυχία επιβολής αναγκαίων μεταρρυθμίσεων σήμανε την απώλεια χρόνου και αξιοπιστίας. Οι αέναοι κύκλοι λιτότητας είναι, ωστόσο, βλαβεροί για την εθνική οικονομία κάθε χώρας. Η ιδανική προσέγγιση έγκειται στην επιβολή ενός ενιαίου και ευρέως προγράμματος, που θα επιβάλλεται αποτελεσματικά και θα μπορεί να αναμορφωθεί ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες και οικονομικές επιδιώξεις.


Είναι αλήθεια ότι οι πιστωτές δεν είναι πρόθυμοι να προσφέρουν κεφάλαια χωρίς αντάλλαγμα. Εδώ, όμως, μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμος ο σημειολογικός διαχωρισμός μεταξύ λιτότητας και διαρθρωτικής μεταρρύθμισης. Και οι δύο απαιτούν πολιτική τόλμη από την πλευρά της κυβέρνησης και σημαντικές θυσίες από τη μεριά των πολιτών. Η λιτότητα, όμως, συρρικνώνει μια οικονομία, ενώ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις την ενισχύουν, έστω και μακροπρόθεσμα. Η δημιουργία «ενάρετου κύκλου» είναι δυνατή, με την οικονομία να ανακάμπτει, μαζί με τα φορολογικά έσοδα, το έλλειμμα να υποχωρεί και την εμπιστοσύνη να επανέρχεται.


Η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα. Η κίνηση αυτή δεν περιορίζει μόνο τις κρατικές δαπάνες, αλλά αυξάνει επίσης την παραγωγικότητα μιας οικονομίας διευρύνοντας το εργατικό της δυναμικό. Ανάλογα θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει και η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας. Η απελευθέρωση των απολύσεων και προσλήψεων δημιουργεί πιέσεις για μείωση των μισθών, βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και συρρικνώνει την ανεργία, που με τη σειρά της επιβαρύνει τον δημόσιο κορβανά με τα επιδόματα που λαμβάνουν οι άνεργοι.


Άλλες επείγουσες μεταρρυθμίσεις, ιδιωτικοποιήσεις, απελευθέρωση των αγορών και αυξημένη αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα και της Δικαιοσύνης θα ευνοήσουν και αυτές τη μακροχρόνια ανάπτυξη. Οι ιδιωτικοποιήσεις, από τη μεριά τους, θα περιορίσουν το δημόσιο χρέος, όπως θα κάνει και η πάταξη της φοροδιαφυγής.


Οι χώρες της ομάδας PIIGS έχουν πραγματοποιήσει κάποια βήματα προς την κατεύθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα, για παράδειγμα, ψήφισαν την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης. Οι μεταρρυθμίσεις υπήρξαν, όμως, αποσπασματικές και καθυστερημένες. Η Ελλάδα προσφέρει το χειρότερο παράδειγμα: ελάχιστα έχουν γίνει για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και τις ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων. Στο μεταξύ, οι νέες κυβερνήσεις σε Ρώμη και Μαδρίτη δεν έχουν ακόμη επιλέξει πολιτική στο θέμα της μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας. Αν τα κράτη της ομάδας PIIGS πετύχουν να πείσουν τους πιστωτές τους ότι είναι ειλικρινή όταν μιλούν για μεταρρύθμιση, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν πίστωση χρόνου. Αυτό θα τους επέτρεπε να αποφύγουν νέους επώδυνους γύρους λιτότητας. Η Αγκελα Μέρκελ θα μπορούσε έτσι να υποστηρίξει στους Γερμανούς ψηφοφόρους ότι οι οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας σοβαρολογούν όταν μιλούν για αλλαγή. Την ίδια ώρα, οι οικονομίες της Γερμανίας και άλλων κρατών-πιστωτών θα ευνοηθούν σημαντικά. Η λιτότητα στη «γειτονιά» τους, σε συνδυασμό με την απειλή κατάρρευσης της Ζώνης του Ευρώ, δεν δημιουργεί ευνοϊκές επιχειρηματικές συνθήκες. Για να γίνει δυνατή η εκκίνηση της διαδικασίας αυτής, θα πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για τη λιτότητα και τη μεταρρύθμιση, λες και πρόκειται για το ίδιο πράγμα.


* Ο κ. Hugo Dixon είναι διευθυντής του Reuters Breakingviews.