Το μεγάλο στοίχημα της Αριστεράς…


Του Γιάννη Σιώτου


Φαίνεται ότι η Αριστερά στις εκλογές που έρχονται , θα χάσει ακόμα μία ευκαιρία για να αναδειχθεί και να εδραιώσει την παρουσία της ως καταλύτης στις πολιτικές εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών . Την στιγμή που κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ , έχουν κατεβάσει τον πήχη χαρακτηρίζοντας ως επιτυχία την παρουσία τους ως αριστερό «εξαπτέρυγο» στην πιθανολογούμενη κυβέρνηση συνεργασίας με τη ΝΔ , η Αριστερά παρακολουθεί βουβή τις εξελίξεις αδυνατώντας να προσφέρει μία αξιόπιστη και κυρίως υλοποιήσιμη εναλλακτική πρόταση.


Το σίγουρο είναι ότι οι εκλογές , όποτε και αν γίνουν θα θέσουν ένα κεντρικό ερώτημα: Ποιος μπορεί να διαχειριστεί την χρεωκοπία; Αν το καλοσκεφτεί κανείς, το πραγματικό δίλημμα του εκλογικού σώματος δεν θα είναι η χρεωκοπία αλλά ο αυτός που θα χρεοκοπήσει: Το ελληνικό κράτος ή οι έλληνες πολίτες; Δεν πρέπει να υπάρχει ούτε ένα έλληνας που να πιστεύει ότι τελικά και οι δύο μπορεί να γλυτώσουν την χρεωκοπία. Σε αυτό το ερώτημα ενώ το λεγόμενο μνημονιακό μέτωπο έχει την απάντηση δυστυχώς η άλλη πλευρά το μόνο που έχει να αντιπαραθέσει είναι : τσιτάτα, συνθήματα και ένα ιδιότυπο ακτιβισμό ο οποίος ουσιαστικά προκαλεί τόση ανασφάλεια στους νοικοκυραίους όση ακριβώς απαιτείται προκειμένου… επιστρέψουν στο μαντρί των δύο μεγάλων κομμάτων.


Σίγουρα , η έλλειψη ρεαλιστικού λόγου και εφαρμόσιμης πρότασης, δεν είναι γνώρισμα μόνο της ελληνικής αριστεράς. Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80, η ευρωπαϊκή αριστερά εγκαταλείποντας , τις διδαχές της οικονομίας της Ανάπτυξης και προσαρμοζόμενη στην ανάγκη της να κυβερνήσει , ουσιαστικά απεμπόλησε το πιο σημαντικό περιουσιακό της στοιχείο: την ιδεολογική της πρόταση. Στην πραγματικότητα, η παρουσία του Μιτεράν , η ανάδειξη των ισπανών , των πορτογάλων αλλά και των ισπανών σοσιαλιστών ως συμπαίκτες στη παρτίδα της εξουσίας λειτούργησε καταλυτικά για την μετέπειτα πορεία της Αριστεράς . Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι το τίμημα που «πλήρωσε» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η καταστροφή μίας τεράστιας δεξαμενής διανοητών , στους οποίους άλλωστε και ανήκε ένα μεγάλο μερίδιο της αναρρίχησης στην εξουσία. Τεράστιες προσωπικότητες του διαμετρήματος των Αλτουσερ, Μαντελ, Καστοριάδη , Γκραμσι, Μαρκοβιτς ακόμα και του Γκαλπρεηθ(!) δεν αντικαταστάθηκαν από σύγχρονους ορματιστές ενώ την ίδια περίοδο τα σημαντικότερα think tank της ευρωπαϊκής αριστεράς άρχισαν να λοξοκοιτούν προς το νότο.


Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, η διαδικασία της αναζήτησης για την διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού λόγου ξεκίνησε να μεταναστεύει στην Νότια Αμερική , όπου οι σύγχρονοι διανοητές άρχισαν να ανακαλύπτουν πάλι τις διδαχές των οικονομολόγων της ανάπτυξης του Σαμιρ Αμιν, τόσο ως προς την διαχείριση του εθνικού πλούτου όσο και ως τις αναδιανεμητικές πολιτικές του εισοδήματος. Κουβαλώντας το τεράστιο φορτίο των επιπτώσεων στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό από :τη ωμή βία που επέβαλλαν τα διδακτορικά καθεστώτα, τη λεηλασία του εθνικού πλούτου που επεβλήθη από τους «κηδεμόνες» , τη περιθωριοποίηση τεράστιων ομάδων πληθυσμού και των βίαιων κοινωνικών ανακατατάξεων , η Νότια Αμερική μετατράπηκε σε ένα τεράστιο σύγχρονο ιδεολογικό εργαστήρι για την Αριστερά. Μέσα από αυτό το εργαστήρι προέκυψαν οι σημερινές πολιτικές οι οποίες επιτρέπουν να συνυπάρχουν η οικονομική μεγέθυνση με την κοινωνική προστασία. Στην πραγματικότητα αυτό που έγινε στην Νότια Αμερική ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης η αριστερά κατάφερε όχι μόνο να απογαλακτιστεί από την «αυτοκρατορική» ιδεολογική –και πατερναλιστική- παρουσία της Κούβας του Κάστρο , αλλά να αναθεωρήσει τις πρακτικές της επαναστατικής βίας του παρελθόντος χρησιμοποιώντας το όπλο των εκλογών προκείμενου να αναρριχηθεί και να διατηρηθεί στην εξουσία.


Όλα αυτά τα μηνύματα φαίνεται ότι χάθηκαν κατά την μεταφορά στο «τρίγωνο των Βερμούδων». Η ευρωπαϊκή αριστερά όχι μόνο δεν κατάφερε να αξιοποιήσει την εμπειρία της Λατινικής Αμερικής για να διαμορφώσει μία νέα πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα αλλά αντίθετα πέτυχε να «φορτωθεί» , στο όνομα του πολιτικού ρεαλισμού όλες τις ευθύνες της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους το οποίο οι πολιτικοί πρόγονοι στων σημερινών ηγετών της είχαν αναδείξει σε στρατηγικό πολιτικό στόχο.


Σε ένα τέτοιο περιβάλλον , θα ήταν μάλλον υπερβολικό να περιμένει κανείς από την ελληνική αριστερά την υπέρβαση με το να στηρίξει πρωτοβουλίες που θα οδηγούσαν στην διαμόρφωση ενός νέου και σύγχρονου ιδεολογικού μοντέλου. Όμως , εξίσου υπερβολική είναι και η περιχαράκωση της σε ένα πολιτικό λόγο που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην απαξίωση μέσω της επιτυχίας. Ας μη γελιόμαστε , οι επερχόμενες εκλογές θα αναδείξουν τα κόμματα της Αριστεράς σε κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα . Ακόμα και με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις τα αθροιστικά ποσοστά της θα ξεπερνούν το 30% ενώ αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο χρόνος «δουλεύει» για αυτά τότε μπορεί να πλησιάσουν και το 40%. Και μετά τι;


Πως θα απαντήσουν στα αλλεπάλληλα κύματα της ύφεσης ; Τι θα αντιπροτείνουν προκειμένου η ελληνική κοινωνία να αποκτήσει έστω και ένα υποτυπώδες δίκτυ προστασίας; Ενδεχομένως, συνθήματα και σιωπή. Αν παρακολουθήσει κανείς προσεκτικά τις τοποθετήσεις των ηγεσιών της Αριστεράς αποκτά την αίσθηση ότι δεν θέλουν να επωμιστούν τις ευθύνες των αποφάσεων. Θα ήταν τουλάχιστον υπερφίαλο να πιστέψει κανείς ότι η μεσαία τάξη (η μεγάλη δεξαμενή που τροφοδοτεί σήμερα με ψήφους την Αριστερά) θα αρκεστεί σε λογικές του στυλ : «για όλα φταίει ο καπιταλισμός» ή σε πρακτικές της λογικής «ελάτε , όλοι οι καλοί χωράνε» ή σε καλέσματα για την ελληνική εκδοχή της «πλατείας Ταχιρ».


Η ελληνική μεσαία τάξη , η οποία σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της ύφεσης διαισθάνεται πολύ καλά την διαφορά μεταξύ θυμού και λογικής. Ο ρεαλισμός είναι εκείνο το στοιχείο που χαρακτηρίζει τις επιλογές της καθώς γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει ένα άδειο και ένα γεμάτο ρεζερβουάρ αυτοκινήτου. Για το λόγο αυτό όταν περνά ο θυμός και έρχεται η ώρα της λογικής ακολουθεί εκείνον που προσφέρει ρεαλιστικές λύσεις. Και σίγουρα η ελληνική αριστερά είτε τις κρατά πεισματικά για τον εαυτό της είτε απλώς δεν έχει.


Το πιο πιθανό είναι ότι οι ηγεσίες των κομμάτων της Αριστεράς να μη έχουν συνειδητοποιήσει ότι σύντομα θα κληθούν να δώσουν την «Μητέρα των Μαχών» Αν δεν καταφέρουν να διαχειριστούν την νίκη τους το πιο πιθανό είναι ότι την επόμενη μέρα , θα γίνουν οι ίδιες θύματα των ακραίων επιλογών της πολιτικής τους αδυναμίας –ή μηπως απροθυμίας- και θα στείλουν την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος στην αγκαλιά των πιο ακραίων πολιτικών φορέων.