Η πτώση της μεσαίας τάξης και το μέλλον της Δημοκρατίας


 


Του Francis Fukuyama


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Σήμερα στον κόσμο υπάρχει μεγάλος συσχετισμός της οικονομικής ανάπτυξης με την κοινωνική αλλαγή και την ηγεμονία της φιλελεύθερης δημοκρατικής ιδεολογίας. Και προς το παρόν, δεν διαφαίνεται άλλη πειστική ανταγωνιστική ιδεολογία. Αν, όμως, συνεχιστούν κάποιες ανησυχητικές οικονομικές και κοινωνικές τάσεις, θα θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών, αλλά και θα εκθρονίσουν τη δημοκρατική ιδεολογία, έτσι όπως την κατανοούμε σήμερα. Ο κοινωνιολόγος Barrington Moore διατύπωσε κάποτε ορθά-κοφτά τη φράση: «Χωρίς Αστούς, Χωρίς Δημοκρατία». Οι μαρξιστές δεν πέτυχαν την κομμουνιστική ουτοπία, επειδή ο ώριμος καπιταλισμός δημιούργησε τις κοινωνίες της μεσαίας τάξης και όχι της εργατικής. Τι θα γίνει, όμως, αν η περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνολογίας και η παγκοσμιοποίηση υπονομεύσουν τη μεσαία τάξη και δεν επιτρέπουν πλέον παρά σε μια μικρή μειονότητα πολιτών μιας προηγμένης κοινωνίας να αναρριχώνται στο status της μεσαίας τάξης; Είναι ήδη άφθονα τα σημάδια ότι μια τέτοια εξέλιξη έχει ήδη ξεκινήσει. Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα μεσαία εισοδήματα έχουν -σε πραγματικούς όρους- τελματώσει, από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Οι οικονομικές επιπτώσεις αυτής της στασιμότητας εξομαλύνθηκαν εν μέρει από το γεγονός ότι τα περισσότερα αμερικανικά νοικοκυριά της περασμένης γενιάς στηρίχτηκαν στο εισόδημα δύο εργαζομένων μελών τους. Επιπροσθέτως, όπως πολύ πειστικά υποστήριξε ο οικονομολόγος Raghuram Rajan, με δεδομένο ότι οι Αμερικανοί είναι απρόθυμοι να δεσμευθούν σε μια ξεκάθαρη αναδιανομή, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντιθέτως, προχώρησαν σε μια πολύ επικίνδυνη και αναποτελεσματική μορφή αναδιανομής, επιδοτώντας τον ενυπόθηκο δανεισμό των νοικοκυριών με χαμηλό εισόδημα, της περασμένης γενιάς. Η τάση αυτή διευκολύνθηκε από την υψηλή ρευστότητα, προερχόμενη από την Κίνα και άλλες χώρες, και έδωσε σε πολλούς απλούς Αμερικανούς την ψευδαίσθηση ότι το βιοτικό τους επίπεδο ανέβαινε προοδευτικά στη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας.


Από αυτήν την άποψη, το σκάσιμο της στεγαστικής φούσκας το 2008-9, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια βίαιη επιστροφή στη φτώχεια. Μπορεί οι Αμερικανοί να απολαμβάνουν σήμερα φθηνά κινητά τηλέφωνα, ρούχα σε λογικές τιμές και Facebook, αλλά ολοένα και περισσότερο δεν μπορούν να συντηρήσουν το σπίτι τους, να πληρώσουν την ασφάλεια για υγειονομική περίθαλψη ή ικανοποιητική σύνταξη, όταν θα πάψουν να εργάζονται. Ένα πιο ανησυχητικό φαινόμενο, που ανέδειξαν ο ειδικός στα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών Peter Thiel και ο οικονομολόγος Tyler Cowen, είναι ότι τα οφέλη από τα πιο πρόσφατα επιτεύγματα της τεχνολογικής καινοτομίας σωρεύθηκαν δυσανάλογα στα πιο χαρισματικά και μορφωμένα μέλη της κοινωνίας. Αυτό το φαινόμενο συνέβαλε με τη σειρά του στη μαζική αύξηση της ανισότητας στην προηγούμενη γενιά, στις Ηνωμένες Πολιτείες.


Το 1974, το κορυφαίο 1% των οικογενειών μοιράστηκε το 9% του ΑΕΠ. Μέχρι το 2007, το μερίδιο αυτό αυξήθηκε στο 23,5%. Οι εμπορικές και φορολογικές πολιτικές ενδεχομένως να επιτάχυναν αυτήν την τάση, αλλά ο πραγματικός θύτης εδώ είναι η τεχνολογία. Στις παλαιότερες φάσεις της εκβιομηχάνισης (στις εποχές της υφαντουργίας, του άνθρακα, του χάλυβα και των μηχανών εσωτερικής καύσης), τα οφέλη από τις τεχνολογικές αλλαγές σχεδόν πάντα διαχέονταν προς τα κάτω, στην υπόλοιπη κοινωνία, με τη μορφή της απασχόλησης. Όμως, αυτό δεν αποτελεί νόμο της φύσης. Σήμερα ζούμε σε αυτό που ο καθηγητής Shoshana Zuboff χαρακτήρισε «εποχή της έξυπνης μηχανής», στο πλαίσιο της οποίας ολοένα και πιο πολύ η τεχνολογία είναι ικανή να υποκαθιστά περισσότερες και υψηλότερες λειτουργίες του ανθρώπου. Κάθε σπουδαίο επίτευγμα στη Silicon Valley πιθανότατα σημαίνει απώλεια χαμηλής ειδίκευσης θέσεων εργασίας σε άλλους τομείς της οικονομίας. Αυτή η τάση δεν φαίνεται πιθανό να ανατραπεί σύντομα. Η ανισότητα υπήρχε ανέκαθεν, ως αποτέλεσμα των φυσικών διαφορών σε χαρίσματα και σε χαρακτήρα.


Όμως, ο σημερινός τεχνολογικός κόσμος μεγιστοποιεί σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτές τις διαφορές. Σε μια αγροτική κοινωνία του 19ου αιώνα, ένας άνθρωπος με μαθηματικό μυαλό δεν είχε τόσο πολλές ευκαιρίες να κεφαλαιοποιήσει το χάρισμά του. Σήμερα, μπορεί να γίνει άσσος στη μηχανική λογισμικού και να προσποριστεί ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο εθνικού πλούτου. Ο άλλος παράγοντας που υπονομεύει τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης στις ανεπτυγμένες χώρες, είναι η παγκοσμιοποίηση. Με τη μείωση του κόστους των μεταφορών και των επικοινωνιών και την είσοδο στο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό εκατοντάδων εκατομμυρίων νέων εργατών από τις αναπτυσσόμενες χώρες, το είδος της εργασίας που προσέφερε η παλιά μεσαία τάξη στον ανεπτυγμένο κόσμο μπορεί τώρα να εκτελεστεί αλλού πολύ πιο φθηνά. Κάτω από ένα οικονομικό μοντέλο που θέτει ως προτεραιότητα τη μεγιστοποίηση του συνολικού εισοδήματος, είναι αναπόφευκτο ότι οι θέσεις εργασίας θα μεταφέρονται έξω από τα σύνορα. Πιο έξυπνες ιδέες και πολιτικές θα μπορούσαν να περιορίσουν τη ζημιά. Η Γερμανία πέτυχε σε σημαντικό βαθμό να προστατεύσει την παραγωγική της βάση και το βιομηχανικό εργατικό δυναμικό της, ενώ οι επιχειρήσεις της παρέμειναν ανταγωνιστικές σε διεθνές επίπεδο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, από την άλλη πλευρά, ευχαρίστως υιοθέτησαν τη μετάβαση στη μετα-βιομηχανική οικονομία των υπηρεσιών. Το ελεύθερο εμπόριο έγινε μάλλον μια ιδεολογία παρά μια θεωρία: όταν μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου επιχείρησαν με τη μορφή εμπορικών κυρώσεων μια αντεπίθεση κατά της Κίνας επειδή διατηρεί υποτιμημένο το νόμισμά της, κατηγορήθηκαν με αγανάκτηση για προστατευτισμό, σαν να είχε ήδη επιτευχθεί ανταγωνισμός επί ίσοις όροις. Πολύς λόγος έχει γίνει γύρω από τα θαύματα της οικονομίας της γνώσης καθώς και για το πώς οι βρώμικες και επικίνδυνες δουλειές στη βιομηχανία αναπόφευκτα θα αντικατασταθούν από εργάτες υψηλής ειδίκευσης, που θα κάνουν δημιουργικά και ενδιαφέροντα πράγματα.


Όλα αυτά ήταν ένας λεπτός πέπλος που κάλυπτε το σκληρό γεγονός της αποβιομηχάνισης. Παρέβλεπε το γεγονός ότι τα οφέλη από τη νέα τάξη πραγμάτων προορίζονταν δυσανάλογα για έναν πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων που κινούνται γύρω από τα χρηματοοικονομικά και την υψηλή τεχνολογία, δηλαδή για κύκλους συμφερόντων που κυριαρχούν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στον γενικότερο πολιτικό διάλογο.



 


Η ΑΠΟΥΣΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Ένα από τα πιο αινιγματικά χαρακτηριστικά του κόσμου μας, που αποτελούν επακόλουθο της οικονομικής κρίσης, είναι ότι μέχρι στιγμής, η λαϊκή έκφραση δείχνει να έχει λάβει κατά κύριο λόγο δεξιόστροφη μορφή, παρά αριστερόστροφη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, αν και το Πάρτι του Τσαγιού ακολουθεί μια αντι-ελιτίστικη ρητορική, εντούτοις τα μέλη του ψηφίζουν συντηρητικούς πολιτικούς, που υπηρετούν τα συμφέροντα ακριβώς εκείνων των επενδυτικών και επιχειρηματικών ελίτ, τις οποίες υποτίθεται ότι απεχθάνονται. Για το φαινόμενο αυτό υπάρχουν πολλές ερμηνείες, οι οποίες περιλαμβάνουν μια βαθιά εδραιωμένη πίστη στην ισότητα των ευκαιριών μάλλον, παρά στην ισότητα του αποτελέσματος, και στο γεγονός ότι ζητήματα κουλτούρας, όπως οι εκτρώσεις και το δικαίωμα οπλοφορίας, τέμνουν τα οικονομικά ζητήματα. Όμως, ο βαθύτερος λόγος για τον οποίον ποτέ δεν έγινε εφικτή μια Αριστερά με ευρεία λαϊκή βάση, είναι πνευματικός.


Πρώτον, εδώ και πολλές δεκαετίες ούτε ένας εκπρόσωπος της Αριστεράς δεν μπόρεσε να διατυπώσει μια λογική ανάλυση του τι συμβαίνει στη δομή των προηγμένων κοινωνιών όταν υφίστανται οικονομικές μεταβολές, και, δεύτερον, να διαμορφώσει μια ρεαλιστική ατζέντα που να δημιουργεί την ελπίδα για την προστασία της κοινωνίας της μεσαίας τάξης.


Οι βασικές τάσεις που διαμορφώθηκαν στην Αριστερά, στη διάρκεια των δύο τελευταίων γενεών, ήταν -ειλικρινά- καταστροφικές, είτε ως εννοιολογικό πλαίσιο είτε ως μέσον κινητοποίησης. Ο μαρξισμός πέθανε πριν από πολλά χρόνια και οι λίγοι παλιοί οπαδοί του που επιζούν, είναι έτοιμοι για το γηροκομείο. Η θεωρητική Αριστερά αντικατέστησε τον μαρξισμό με τον μετα-μοντερνισμό, την πολυ-πολιτισμικότητα, τον φεμινισμό, την κριτική θεωρία και έναν σωρό από άλλες κατακερματισμένες διανοητικές τάσεις, που έχουν μάλλον πολιτισμικό παρά οικονομικό προσανατολισμό.


Ο μετα-μοντερνισμός ξεκινά με απόρριψη των προοπτικών κάθε γενικής αφήγησης της ιστορίας των κοινωνιών, υποσκάπτοντας το δικό του κύρος ως φωνή για την πλειοψηφία των πολιτών που αισθάνονται προδομένοι από τις ελίτ των κοινωνιών τους. Η πολυ-πολιτισμικότητα κατ’ ουσίαν τεκμηριώνει τη θυματοποίηση των κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων. Είναι αδύνατον να δημιουργήσεις ένα μαζικό προοδευτικό κίνημα στη βάση μια τέτοιας ετερόκλητης συμμαχίας: το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών της εργατικής τάξης και του κατώτερου τμήματος της μεσαίας, που έχουν θυματοποιηθεί από το σύστημα, είναι φορείς συντηρητικής κουλτούρας και θα αισθάνονταν αμήχανοι δίπλα σε συμμάχους σαν τους προαναφερθέντες. Όποιο κι αν είναι το θεωρητικό υπόβαθρο σε μια ατζέντα της Αριστεράς, το μεγαλύτερο πρόβλημά της είναι η έλλειψη αξιοπιστίας. Οι δύο προηγούμενες γενεές γνώρισαν μια Αριστερά, η γενική τάση της οποίας ακολούθησε σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα, που εστίαζε στην κρατική μέριμνα επί μιας σειράς υπηρεσιών, όπως οι συντάξεις, η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση. Αυτό το μοντέλο έχει τώρα εξαντληθεί: τα κράτη-πρόνοιας έχουν γίνει μεγάλα, γραφειοκρατικά και δύσκαμπτα. Πολύ συχνά αιχμαλωτίζονται από τους ίδιους τους οργανισμούς τους οποίους εποπτεύουν, μέσω των συνδικάτων στον δημόσιο τομέα. Και πάνω απ’ όλα, είναι ασύμφορα από δημοσιονομική άποψη, καθώς οι λαοί γηράσκουν παντού στον ανεπτυγμένο κόσμο. Κατά συνέπεια, όταν τα υφιστάμενα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ανέρχονται στην εξουσία, δεν ευελπιστούν παρά να γίνουν φρουροί ενός κράτους-πρόνοιας που είχε δημιουργηθεί δεκαετίες πριν. Κανένα από αυτά τα κόμματα δεν είχε ένα καινούργιο, ενδιαφέρον πρόγραμμα, γύρω από το οποίο να προσελκύσει τις μάζες.



 


ΜΙΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ


Φανταστείτε, για μια στιγμή, σήμερα, έναν ταπεινό γραφιά, κάπου σε μια σοφίτα, να προσπαθεί να αποτυπώσει μια ιδεολογία για το μέλλον, που θα προσφέρει έναν ρεαλιστικό δρόμο προς έναν κόσμο με υγιείς κοινωνίες μεσαίων τάξεων και εύρωστων δημοκρατιών. Πώς θα ήταν αυτή η ιδεολογία ; Θα είχε δύο -τουλάχιστον- συστατικά μέρη, το πολιτικό και το οικονομικό. Από πολιτική άποψη, η νέα ιδεολογία θα έπρεπε να επαναβεβαιώνει την υπεροχή της δημοκρατικής πολιτικής επί της οικονομίας και να νομιμοποιεί εκ νέου την κυβέρνηση ως εκφραστή του δημοσίου συμφέροντος. Όμως, η ατζέντα που προωθείται για την προστασία της ύπαρξης της μεσαίας τάξης, δεν θα πρέπει να βασίζεται απλώς στους υφιστάμενους μηχανισμούς του κράτους-πρόνοιας. Η ιδεολογία θα πρέπει με κάποιον τρόπο να επανασχεδιάσει τον δημόσιο τομέα, αποδεσμεύοντάς τον από την εξάρτησή του από τις υπάρχουσες ομάδες συμφερόντων και χρησιμοποιώντας νέες, επιβοηθούμενες από την τεχνολογία, προσεγγίσεις για την παροχή υπηρεσιών. Θα πρέπει να κάνει με ειλικρίνεια λόγο για μεγαλύτερη αναδιανομή και να παρουσιάσει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα για να πάψει η κυριαρχία των ομάδων συμφερόντων στην πολιτική. Από οικονομική άποψη, η ιδεολογία δεν θα πρέπει να ξεκινά με μια καταδίκη του καπιταλισμού καθεαυτού, ως σαν ο ξεπερασμένος σοσιαλισμός να εξακολουθεί να αποτελεί βιώσιμη προοπτική.


Το διακύβευμα είναι μάλλον η διαφοροποίηση του καπιταλισμού και ο βαθμός στον οποίον οι κυβερνήσεις θα βοηθήσουν τις κοινωνίες να προσαρμοστούν στις αλλαγές. Η παγκοσμιοποίηση θα πρέπει να γίνει αντιληπτή όχι ως ένα μοχθηρό φυσικό φαινόμενο, αλλά μάλλον ως πρόκληση και ευκαιρία, που πρέπει να γίνει αντικείμενο πολύ προσεκτικών πολιτικών χειρισμών. Η νέα ιδεολογία δεν θα βλέπει τις αγορές ως αυτοσκοπό. Αντιθέτως, θα αποτιμά το παγκόσμιο εμπόριο και τις επενδύσεις στο μέτρο που συνέβαλαν στη δημιουργία μιας ευημερούσας μεσαίας τάξης και όχι μόνο στη μεγαλύτερη συσσώρευση εθνικού πλούτου. Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να επιτευχθούν τα ανωτέρω χωρίς να γίνει μια σοβαρή και επίμονη κριτική ανάλυση στο οικοδόμημα των σύγχρονων νεοκλασικών οικονομικών, αρχής γενομένης από θεμελιώδεις προϋποθέσεις, όπως είναι ο σεβασμός των ατομικών προτιμήσεων και η άποψη ότι το συλλογικό εισόδημα είναι ένας ακριβής δείκτης της εθνικής ευημερίας. Αυτή η ανάλυση θα πρέπει να επισημαίνει ότι το εισόδημα των ανθρώπων δεν αντιστοιχεί απαραιτήτως με την πραγματική συνεισφορά τους στην κοινωνία. Εντούτοις, θα πρέπει να προχωρεί περισσότερο και να αναγνωρίζει ότι ακόμη και αν οι αγορές εργασίας ήταν αποδοτικές, η φυσική κατανομή των χαρισμάτων δεν είναι απαραιτήτως δίκαιη και ότι τα άτομα δεν είναι κυρίαρχες οντότητες, αλλά πλάσματα που σε πολύ μεγάλο βαθμό διαμορφώνονται από τις κοινωνίες που τα περιβάλλουν. Οι περισσότερες από αυτές τις ιδέες κυκλοφορούσαν σαν συνονθύλευμα για κάποιο διάστημα. Ο γραφιάς που προαναφέραμε, θα έπρεπε να τις τοποθετήσει σε ένα συνεκτικό πακέτο. Ο ίδιος ή η ίδια θα έπρεπε επίσης να αποφύγει το πρόβλημα με τη «λάθος διεύθυνση». Η κριτική της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή, θα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με τον πατριωτισμό ως στρατηγική για κινητοποίηση, έτσι ώστε να καθορίζει την έννοια του εθνικού συμφέροντος με έναν τρόπο πιο εξελιγμένο, σε σύγκριση -για παράδειγμα- με το σύνθημα «Αγόραζε Αμερικανικά», που προώθησαν τα σωματεία στις Ηνωμένες Πολιτείες.


Το προϊόν θα ήταν μια σύνθεση ιδεών τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά, αποσυνδεδεμένο από την ατζέντα των περιθωριοποιημένων ομάδων, που συνιστούν το υπάρχον προοδευτικό κίνημα. Η ιδεολογία θα πρέπει να είναι λαϊκή. Το μήνυμα θα πρέπει να ξεκινά με μια κριτική κατά των αρχουσών τάξεων, οι οποίες επέτρεψαν να θυσιαστούν τα οφέλη των πολλών προς χάριν των ολίγων, και μια κριτική της χρηματοοικονομικής πολιτικής (ειδικά στην Ουάσιγκτον), που συντριπτικά ευνοεί τους πλούσιους. Οι εγγενείς κίνδυνοι ενός τέτοιου κινήματος είναι προφανείς: μια υποχώρηση ιδίως των Ηνωμένων Πολιτειών από την υπεράσπιση ενός πιο ανοιχτού παγκόσμιου συστήματος, θα πυροδοτούσε αλλού αντιδράσεις προστατευτισμού. Από πολλές απόψεις, η επανάσταση των Ρήγκαν και Θάτσερ πέτυχε αυτό που έλπισαν οι υποστηρικτές της, δηλαδή να δημιουργήσει έναν ολοένα και πιο ανταγωνιστικό, παγκοσμιοποιημένο και χωρίς συγκρούσεις κόσμο. Στη διαδρομή παρήχθη τεράστιος πλούτος και δημιουργήθηκαν ανερχόμενες μεσαίες τάξεις παντού στον ανεπτυγμένο κόσμο, αλλά και παράλληλη εξάπλωση της δημοκρατίας. Είναι πιθανόν ο ανεπτυγμένος κόσμος να βρίσκεται στην άκρη μιας σειράς τεχνολογικών ανακαλύψεων, οι οποίες όχι μόνο θα αυξήσουν την παραγωγικότητα αλλά και θα προσφέρουν αξιόλογη απασχόληση σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων από τη μεσαία τάξη. Όμως, τα παραπάνω είναι μάλλον ζήτημα ελπίδων παρά αντανάκλαση της εμπειρικής πραγματικότητας των τελευταίων τριάντα χρόνων, η οποία δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πράγματι, είναι πολλοί οι λόγοι που μας κάνουν να πιστέψουμε ότι η ανισότητα θα εξακολουθήσει να επιδεινώνεται.


Η ισχύουσα συγκέντρωση του πλούτου στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει γίνει αυτοτροφοδοτούμενη: όπως υποστήριξε ο οικονομολόγος Simon Johnson, ο χρηματοοικονομικός τομέας έχει χρησιμοποιήσει την πολιτική επιρροή των ομάδων συμφερόντων για να αποφύγει πιο επαχθείς μορφές ελέγχου. Τα σχολεία για εύπορους είναι καλύτερα από ποτέ, ενώ τα σχολεία για όλους τους άλλους συνεχίζουν να εκφυλίζονται. Σε όλες τις κοινωνίες οι ελίτ χρησιμοποιούν τη μεγαλύτερη πρόσβασή τους στο πολιτικό σύστημα, για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, απούσης μιας αποτρεπτικής δημοκρατικής κινητοποίησης, που θα εξισορροπούσε την κατάσταση. Οι αμερικανικές ελίτ δεν αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα. Αυτή η κινητοποίηση δεν πρόκειται να συμβεί, εντούτοις, για όσον καιρό οι μεσαίες τάξεις στον ανεπτυγμένο κόσμο παραμένουν γοητευμένες από τον μύθο της προηγούμενης γενιάς: ότι τα συμφέροντά τους θα εξυπηρετηθούν καλύτερα από μια ακόμη πιο ελεύθερη αγορά και από λιγότερο κράτος. Ο εναλλακτικός μύθος είναι εκεί έξω και περιμένει να γεννηθεί.