Tο Διακύβευμα των Εκλογών….


 


Tου Τακη Aθανασοπουλου*


 


«Παππού, με ποιους είμαστε; Mε αυτούς που είναι με το Μνημόνιο ή με αυτούς που είναι εναντίον του Μνημονίου;», άκουσα ένα δεκάχρονο αγόρι να ρωτά τον παππού του, ο οποίος το κρατούσε σφιχτά από το χέρι καθώς περίμεναν στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου το πράσινο φως για να περάσουν απέναντι.

«Οχι τώρα, θα σου εξηγήσω μόλις φθάσουμε στο σπίτι», απάντησε ο παππούς, με έκδηλη την ανησυχία στο πρόσωπό του να προλάβουν να μην κλείσει η λεωφόρος από τους αντιμνημονιακούς διαδηλωτές που είχαν συγκεντρωθεί στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου.

Παρότι οι συζητήσεις για το Μνημόνιο και οι διάλογοι μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών γίνονται καθημερινά και παντού, με απασχόλησε πάρα πολύ αυτή η σκηνή. Για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί όλα δείχνουν ότι το Μνημόνιο θα αποτελέσει τον πυρήνα αντιπαράθεσης και των επερχόμενων εθνικών εκλογών, με σημαντικές πιθανότητες να οδηγήσει τη χώρα μας σε πολύ επικίνδυνες ατραπούς με ανυπολόγιστες συνέπειες. Δεύτερον, γιατί το βασικό διακύβευμα αυτών των εκλογών αλλά και το καθημερινό μας μέλημα θα πρέπει να είναι το τι είναι καλύτερο τόσο για τις απερχόμενες όσο και, κυρίως, για τις νέες γενιές.

Το Μνημόνιο αποτέλεσε το κύριο θέμα αντιπαράθεσης στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, επηρεάζοντας σημαντικά τα αποτελέσματά τους, καθώς
υποσκέλισε τις προτεραιότητες των τοπικών κοινωνιών.

Σήμερα έχει οδηγήσει στον μεγάλο κατακερματισμό των κομμάτων και στον διαχωρισμό τους σε μνημονιακά και αντιμνημονιακά, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται στο πολιτικό τόξο των ιδεολογικών τους διαφορών.

Η ύπαρξη του Μνημονίου αυτή καθεαυτήν δεν θα έπρεπε να αποτελεί θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης. Εφόσον η χώρα μας βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να μην μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πιστωτές της, ήταν υποχρεωμένη να υπογράψει μαζί τους ένα Μνημόνιο συμφωνίας που θα περιγράφει
τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει, ως αποτέλεσμα αυτής τής αδυναμίας.

Επομένως, οι όποιες πολιτικές αντιπαραθέσεις πρέπει να αφορούν αποκλειστικά το περιεχόμενο ή συγκεκριμένα τμήματα του Μνημονίου.

Παραδείγματος χάριν, ποιο είναι το βιοτικό επίπεδο που μας αναλογεί ή δικαιούμαστε να έχουμε σύμφωνα με τις δυνατότητες της οικονομίας μας σήμερα
και τι πρέπει να κάνουμε προκειμένου να έχουμε αυτό που επιθυμούμε;

Ποια προνόμια, που μας είχαν απλόχερα δοθεί από την Πολιτεία στο παρελθόν, μπορούμε να συνεχίσουμε να διατηρούμε;

Σε ποιες ενέργειες και μεταρρυθμίσεις πρέπει να προβούμε για να επιτύχουμε οικονομική ανάπτυξη και να βελτιώσουμε την παραγωγικότητα της εθνικής μας οικονομίας;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα και πολύ περισσότερα ακόμη, αλλά και κυρίως το πρόγραμμα υλοποίησής τους από τους διάφορους πολιτικούς σχηματισμούς, θα πρέπει να είναι το βασικό στοιχείο αντιπαράθεσης και διεκδίκησης της ψήφου μας.

Πρωτίστως, καλό είναι να μάθουμε περισσότερα για την κατάστασή μας, ξεκινώντας από το πώς τη βλέπουν οι ξένοι και πώς πιστεύουν ότι μπορεί να βγούμε από την κρίση με επιτυχία.

Οι ξένοι πολιτικοί και αναλυτές, μελετώντας τα προβλήματα της χώρας μας με τον δικό τους τρόπο σκέψης, έρχονται αμέσως αντιμέτωποι με μια οικονομική αντινομία – οικονομικό παράδοξο, πιο απλά.

Η χώρα μας, πριν ξεκινήσει η κρίση, ενώ είχε περίπου το ίδιο κατά κεφαλήν εισόδημα με άλλες μικρές οικονομίες της Ευρώπης όπως η Δανία, η Σουηδία και η Φινλανδία, βρισκόταν εκ διαμέτρου αντίθετα σε καθοριστικούς για την πορεία της οικονομίας δείκτες, όπως αυτοί της ανταγωνιστικότητας, της επιχειρηματικότητας και της διαφθοράς. Οι τρεις χώρες που προανέφερα βρίσκονται περίπου στην πρώτη δεκάδα, ενώ εμείς είμαστε περίπου εκατό θέσεις μετά, μαζί με χώρες του τρίτου κόσμου κυρίως, αλλά και κάποιες της Ενωμένης Ευρώπης, των οποίων όμως το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι πολύ χαμηλότερο του δικού μας. Ας μη μας ξενίζει λοιπόν το γιατί όλο και περισσότερες φωνές ξένων πολιτικών και ειδικών μιλούν για τους μισθούς μας που πρέπει να οδηγηθούν στα ίδια επίπεδα με αυτά των χωρών με τις οποίες έχουμε παρόμοιους δείκτες παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας, επιχειρηματικότητας και διαφθοράς. Και όταν πρώην αρχηγοί μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, παραδοσιακοί φίλοι της χώρας μας, λένε ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να έχει γίνει δεκτή στην Ευρωζώνη, δεν εννοούν ότι η οικονομία μας δεν είχε τις επιδόσεις ένταξης που είχαν τεθεί ως όριο, αυτό το γνώριζαν. Αυτό που δεν γνώριζαν και δεν περίμεναν ήταν ότι εμείς οι Ελληνες, μπαίνοντας στην Ευρωζώνη, θα επιδιώκαμε να ευημερούμε σαν Ευρωπαίοι και να συμπεριφερόμαστε σαν πολίτες του τρίτου κόσμου.
 
Ο μόνος τρόπος, όχι μόνο για να διατηρήσουμε το σημερινό επίπεδο διαβίωσης, αλλά και για να υπάρξουν σύντομα προϋποθέσεις οικονομικής ανάπτυξης και βελτίωσης, είναι η άμεση ενεργοποίηση όλων μας –από την πολιτική ηγεσία του τόπου μέχρι τον τελευταίο πολίτη– για την εξάλειψη της διαφθοράς, τη βελτίωση των δεικτών ανταγωνιστικότητας και επιχειρηματικότητας σε επίπεδα ανεπτυγμένων χωρών και την αλλαγή τρόπου σκέψης και αντιμετώπισης των υποχρεώσεων του καθένα από εμάς προς το κοινωνικό σύνολο.

Αν επιμείνουμε στη στείρα αντιπαράθεση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών, τότε το αποτέλεσμα των επερχόμενων εκλογών θα είναι να παραπλανηθεί το εκλογικό σώμα, ώστε
να μη συμβάλει με τις επιλογές του στη δημιουργία ενός σύγχρονου, κοινωνικά δίκαιου, έντιμου και δημιουργικού περιβάλλοντος που εξασφαλίζεται μόνο με την παραμονή μας στην Ευρώπη.

Σ’ αυτές τις εκλογές, το διακύβευμα δεν είναι άλλο
παρά το μέλλον των παιδιών και των εγγονιών μας.

* Ο κ. Τάκης Αθανασόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, αντιπρόεδρος του ΙΟΒΕ.