Ο Καφές, μια ιστορία που ξεκίνησε πριν από 350 χρόνια

Στον βαθμολογικό πίνακα των προϊόντων που πωλούνται σε μεγαλύτερη ποσότητα σε όλον τον κόσμο ο καφές κατέχει την τέταρτη θέση μετά το πετρέλαιο, το ατσάλι και τα σιτηρά, μια θέση ανεξήγητη, εκ πρώτης όψεως, εφόσον πρόκειται για ένα αγαθό που δεν είναι βασικής κατανάλωσης. Και ακόμα πιο παράξενο: για να φθάσει ο καφές σε αυτό το επίπεδο χρειάστηκαν λίγο περισσότερα από 300 χρόνια.
Αυτό επιτεύχθηκε χάρη στο έργο μιας μικρής ομάδας ενθουσιωδών οπαδών και πιονιέρων που κατόρθωσαν να τον επιβάλουν παρά τις πολλές δυσκολίες, όπως για παράδειγμα η κοπιώδης διαδοχή «πράξεων» ενός τελετουργικού εντελώς ξένου σε όλους τους παλιούς κανόνες της κουζίνας. Πράγματι, ενώ τα αφεψήματα και τα ροφήματα ετοιμάζονται εύκολα βράζοντας σε νερό τα φύλλα τους, τα άνθη τους ή τα βότανα, για τον καφέ είναι απαραίτητη μια σειρά από διαδικασίες –καβούρδισμα, άλεσμα στον μύλο, βράσιμο στο μπρίκι–, όλα αυτά που σήμερα είναι τόσο συνηθισμένα αλλά που τότε φαίνονταν ακατανόητα και παράλογα σε κάποιον που δεν ήταν εξοικειωμένος με τις συνήθειες του πολιτισμού μας. Είναι κοινώς γνωστό και μη αμφισβητούμενο ότι ο καφές κατάγεται από την Αιθιοπία, και συγκεκριμένα από την Κάφα, στα νότια, στα σύνορα με το Σουδάν και την Κένυα. Αυτό θα εξηγούσε το όνομά του, αν και στην Αφρική τον ονόμαζαν bun ή buna, ενώ ο ιστορικός Χάινριχ Γιάκομπ συνδέει τη ρίζα της λέξης με το αραβικό Kawek ή Khawe (που σημαίνει «διεγερτικό»). Από την Αιθιοπία, φυτό και ρόφημα διαδόθηκαν στην Αραβία, στην Υεμένη και ιδίως στη Μόκα, που έδωσε με τη σειρά της το όνομά της στο ρόφημα, και κατόπιν σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο.
Η ευκολία με την οποία υιοθετήθηκε ο καφές από τους Άραβες οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι το Κοράνιο απαγορεύει τα αλκοολούχα ποτά. Έτσι οι μουσουλμάνοι επέλεξαν τον καφέ σαν «παρηγοριά» και δικαιολογία για να συγκεντρώνονται γύρω από το μπρίκι (άλλη μια λέξη ανατολίτικης προέλευσης: albrik) και να κουβεντιάζουν. Από τη συνήθεια αυτή των φιλικών συγκεντρώσεων γεννήθηκαν οι χώροι που ονομάστηκαν καφέ –καφενεία– και οι οποίοι έγιναν γρήγορα ιδιαίτερα δημοφιλείς, αν και, σύντομα, αντιμετωπίστηκαν με μεγάλη περιφρόνηση και δυσαρέσκεια από τους τυράννους. Το 1511, γράφει ο Ευγένιος Μπουρζέν, ο κυβερνήτης της Μέκκας απαγόρευσε τη χρήση του ροφήματος βασισμένος σε μια προσωπική του ερμηνεία του Κορανίου και διέταξε το κλείσιμο των καφενείων. Ωστόσο, μπροστά στην αντίδραση του λαού αναγκάστηκε έπειτα από λίγες ημέρες να αναιρέσει την απαγόρευση. Στη συνέχεια τα καφέ έγιναν το λίκνο των επαναστατικών κινημάτων από το Παρίσι του 1792 ως τα ιταλικά καφέ του risorgimento, σημεία συνάντησης διανοουμένων και προοδευτικών.
Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν την προέλευση και την επιτυχία των καφέ ανατρέχοντας ακόμα και σε θρύλους. Για τους Άραβες ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ που πρόσφερε στον Μωάμεθ ένα ποτό «μαύρο σαν την Πέτρα της Μέκκας» και ικανό να γιατρεύει και να αναζωογονεί. Κατ’ άλλους, όταν ο ερημίτης Αλί Μπεν Ομάρ αποσύρθηκε στα βουνά της Υεμένης είχε την έμπνευση, ερμηνεύοντας το τραγούδι ενός πτηνού σταλμένου από τον Αλλάχ, να συλλέξει τους κόκκινους καρπούς ενός παράξενου φυτού (οι δύο σπόροι περικλείονται πράγματι σε μια δρύπη που μοιάζει με κεράσι) και να βράσει τα «καβουρντισμένα κουκούτσια» επιτυγχάνοντας έτσι την παρασκευή ενός δυναμωτικού ποτού. Πιο γνωστός ακόμα και στην Ιταλία είναι ο θρύλος που διηγείτο στα τέλη του 16ου αιώνα ο Φάουστο Ναϊρόνι –ή Νιρόνι–, καθηγητής Ανατολικών Γλωσσών στη Ρώμη. Είμαι η ιστορία του μοναχού-βοσκού από την Υεμένη ο οποίος παρατήρησε ότι οι κατσίκες που τρέφονταν με τα φύλλα και τους καρπούς ενός παράξενου θάμνου ήταν πιο ζωηρές και έμεναν περισσότερη ώρα ξύπνιες από τις άλλες. Μάζεψε λοιπόν καρπούς και έβγαλε τους σπόρους. Από τότε, οι μοναχοί δεν κοπίαζαν τόσο να μείνουν ξύπνιοι τη νύχτα για να δοξάζουν τον Αλλάχ, αφού έπιναν το «μαύρο νερό που έχει την ικανότητα να κρατάει τον άνθρωπο ξύπνιο», όπως γράφει το 1585 σε μια συγγενή του ο πρεσβευτής της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη Τζιαν Φραντσέσκο Μοροζίνι.
Η επιθυμία να αναγάγουν τη χρήση του καφέ στη βιβλική εποχή ώθησε, στις αρχές του 17ου αιώνα, τον Γκέορκ Πάσκιους να ερμηνεύσει τον 18ο στίχο του ΚΕ’ βιβλίου του Σαμουήλ της Παλαιάς Διαθήκης, όπου αναφέρει ότι η Αβιγαήλ χαρίζει στον Δαυίδ για να συμφιλιωθεί μαζί του «πέντε μεζούρες καβουρδισμένους σπόρους». Κατά τον ιστορικό, μπορεί να επρόκειτο για καφέ έτοιμο για άλεσμα. Αλλά αρκεί να επισκεφθούμε και σήμερα τη Μέση Ανατολή για να διαπιστώσουμε τη συνήθεια, αρκετά διαδεδομένη, να μασούν καβουρδισμένους σπόρους και σιτηρά (από κριθάρι ως ρεβίθι), τόσο που μπορεί να θεωρηθεί πολύ αυθαίρετη αυτή η ερμηνεία.
Ο καφές έφθασε στην Ευρώπη στις αρχές του 17ου αιώνα χάρη στη Βενετία, είτε επειδή το Ριάλτο, παρότι είχε χάσει το μονοπώλιο των μπαχαρικών (είχε περάσει στους Πορτογάλους μετά το ταξίδι του Βάσκο ντα Γκάμα), ήταν ανέκαθεν μια αγορά διεθνούς σημασίας ιδίως για εμπορεύματα που προέρχονταν από τη Μέση Ανατολή, είτε λόγω της ικανότητας των Βενετών να κατανοούν τα ήθη και τα έθιμα των Τούρκων, που εθεωρούντο εχθροί αλλά όχι βάρβαροι και ακαλλιέργητοι. Οι Βενετοί, που είχαν υιοθετήσει ήδη στην κουζίνα τους από καιρό το ρύζι, το παστό αρνίσιο κρέας, τις σταφίδες και τα μπαχαρικά, συνήθισαν εύκολα (περί τα τέλη του 1615) και τον καφέ. Ωστόσο, το πρώτο κατάστημα άνοιξε το 1645.[…]

Πηγή: istoria.gr