Οι οικονοµικές διαστάσεις του ποδοσφαίρου, οι υπόγειες διαδροµές τεράστιων ποσών, κυρίως µαύρου χρήµατος, οι χρηµατισµοί, τα στηµένα παιχνίδια, οι εκβιασµοί και τα φαινόµενα της παθογένειας δεν είναι µόνο σηµερινό φαινόµενο.
Ξεκίνησαν κυρίως κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν το ποδόσφαιρο άρχισε ουσιαστικά να «επαγγελµατικοποιείται» – χωρίς να οµολογείται όµως από κανέναν – και, εκτός από τη φανέλα, άρχισε να µπαίνει και το χρήµα στο πάθος για το άθληµα, όχι µε τη µορφή μισθού, αλλά κυρίως µε τη µορφή του δώρου µε την υπογραφή δελτίου στη νέα οµάδα και τη μεταγραφή αλλά και τη µορφή του πριµ στις νίκες ή στην κατάκτηση των διαφόρων τροπαίων…
Δυστυχώς, δεν έχει ακόµη καταγραφεί η ιστορία του αθλήµατος. Όταν όµως γραφτεί, έχει πολλά να αποκαλύψει για τους πρώτους ιµπρεσάριους, τις οµάδες και τα πρόσωπα που… εγκαινίασαν αυτές τις πρακτικές, πολλές δεκαετίες πριν µετατραπούν τα σωµατεία σε ανώνυµες εταιρείες.
Εκείνος που πρώτος αποκάλυψε τέτοια κυκλώµατα ήταν ο δηµοσιογράφος Βασίλης Γεωργίου, που άρχισε να δηµοσιεύει αποκαλυπτικά ρεπορτάζ πριν από ογδόντα χρόνια, µε αφορµή επεισόδια που ξέσπασαν – πού αλλού; – σε έναν αγώνα µεταξύ του Ολυμπιακού και του ΠΑΟΚ, όπου ο φανατισµός πριν από τον αγώνα έφθανε συνήθως στο κατακόρυφο.
Στα δηµοσιεύµατά του λοιπόν ο Βασίλης Γεωργίου διαπίστωνε πως «το ποδόσφαιρον διέρχεται αφόρητον ηθικήν κρίσιν» και µε σειρά δηµοσιευµάτων του αποκάλυπτε τα υπόγεια δίκτυα αγοραπωλησίας και εκµετάλλευσης των παικτών και ένα είδος ξεπλύµατος «βρόµικου χρήµατος» της εποχής.
Αυτά που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θυµίζουν ακόµη και σημερινές πρακτικές είναι οι περιγραφές παραγόντων της εποχής που προσπαθούν να περάσουν το µήνυµα στον συνοµιλητή ότι όλα λύνονται µε το χρήµα…
Οι περιγραφές που επιχειρεί ο δηµοσιογράφος θα πρέπει να πούµε ότι είναι εντυπωσιακές. Γράφει χαρακτηριστικά ότι, όταν επισκέφθηκε έναν εξ αυτών, εφοπλιστή στο επάγγελµα, διαπίστωσε ότι «κάπου – κάπου έβαζε το χέρι του εις το πανταλόνι και ήκουα τον ελαφρόν θρουν των κολλαρισµένων χιλιοδράχµων και µε έπιανε νευρική κρίσις» (!) αφού προφανώς ο εφοπλιστής προκαλούσε τον «ελαφρόν θρουν» προκειµένου να περάσει το µήνυµα ότι υπάρχει διαθέσιµο χρήµα…
Την εποχή εκείνη το κυνήγι ταλέντων ήταν το πρώτο µέληµα των παραγόντων του ποδοσφαίρου. Ξαµολούσαν στις φτωχογειτονιές και τους προσφυγικούς συνοικισµούς «ιμπρεσάριους», οι οποίοι όργωναν στην κυριολεξία ολόκληρη τη χώρα και δίνοντας µερικά κατοστάρικα δέσµευαν τους καλούς παίκτες και αποσπούσαν τις υπογραφές τους πάνω σε δελτία των σωµατείων ή έκαναν από απαγωγές µέχρι και διάφορες κοµπίνες προκειµένου να εξασφαλίσουν µια καλή µεταγραφή, ενός φτασµένου ποδοσφαιριστή ή ενός µεγάλου ταλέντου.
«Το ποδόσφαιρον κατήντησε η πλέον επικερδής επιχείρησις» συµπέραινε το 1931 ο Β. Γεωργίου, ο οποίος προέβλεψε και πρότεινε εγκαίρως «να εισαχθή το ποδόσφαιρον εις το χρηματιστήριον διότι µόνον έτσι θα αποµυζώµεθα ολιγώτερον ηµείς οι ανόητοι φίλαθλοι»!!!
Και όλα αυτά πριν ακόµη φτάσουµε, µερικές δεκαετίες αργότερα, στις περίφηµες µεταγραφές «ξένων» ποδοσφαιριστών ή των ελληνοποιηµένων, γεγονός που, εκτός από το χρήµα που διακινείτο κάτω από το τραπέζι, προκαλούσε την µήνιν αλλά και τα γέλια των Ελλήνων φιλάθλων, αφού είχαµε µεταγραφές ακόµη και τέως διεθνών ποδοσφαιριστών που ήταν πλέον άτοµα µε ειδικές ανάγκες.
Πηγή: mikros-romios.gr