Εκλογές με ψηφοφόρους στην άγνοια….


 


Τις παραμονές των μεγάλων ποδοσφαιρικών ντέρμπυ , τόσο οι πρωταγωνιστές όσο και τα ΜΜΕ –η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων είναι άμεσα ή έμμεσα κατευθυνόμενα- προσπαθούν να πολώσουν το κλίμα μεταξύ των οπαδών . Δηλώσεις και τίτλοι όπως : «μητερα των μαχών», «αγώνας χωρίς αύριο» έχουν καθιερωθεί στην αθλητική ορολογία . Φυσικά, οι κερδισμένοι δεν είναι παρά τα σωματεία , τα ΜΜΕ και οι ιδιοκτήτες των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης καθώς οι μεν «κόβουν εισιτήρια , οι δε πουλάνε εφημερίδες και διαφημιστικό χρόνο .Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο όλοι θεωρούν ότι, με την πρακτική αυτή ανεβάζουν την αξία τους προϊόντος τους. Κανείς βεβαίως, δεν σκέπτεται ότι , μακροπρόθεσμα , ακολουθώντας αυτή την τακτική απαξιώνουν το ίδιο το προϊόν τους .


Πριν λίγα χρόνια , κάποιοι διανοητές έκαναν λόγο για την ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής ζωής της χώρας καταγράφοντας , τα κοινά χαρακτηριστικά του ποδοσφαίρου και της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Οι περισσότεροι διαπίστωσαν ότι ποδόσφαιρο και πολιτικοί ακολουθών παραπλήσιες πολιτικές προώθησης του προϊόντος τους. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που υποστήριζαν ότι στην πραγματικότητα αυτό που έχει γίνει είναι ότι μάλλον το ποδόσφαιρο ήταν εκείνο που «μπολιάστηκε» από την πολιτική.


Η διαπίστωση αυτή , γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα , καθώς ακόμα και σε αυτές τις εκλογές τις 6ης Μαϊου οι οποίες θα κρίνουν την πορεία της χώρας τουλάχιστον για την επόμενη δεκαετία, οι όροι της αντιπαράθεσης είναι …ποδοσφαιρικοί. Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά , το πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης θα αισθανθεί ότι οι πρωταγωνιστές της , δηλαδή οι πολιτικοί αρχηγοί κινούνται με βάση τις βασικές αρχές του ποδοσφαιρικού marketing . Απλοϊκά επιχειρήματα, ανούσιες ατάκες ,χαρακτηρισμοί απαξιωτικοί για τους αντίπαλους πολιτικούς αρχηγούς , διλλήματα που κινούνται μεταξύ «ασπρου και μαύρου» και αδιέξοδες προτάσεις που υποδηλώνουν τη πρόθεση των πολιτικών να υφαρπάξουν –για μία ακόμη φορά- την προτίμηση του έλληνα ψηφοφόρου κάνουν φανερό ότι το ζητούμενο δεν είναι το μέλλον της χώρας αλλά η επόμενη μέρα του αρχηγού ή του υποψήφιου βουλευτή.


Το σίγουρο είναι ότι , οι εκλογές της 6ης Μαρτίου μπορεί να έχουν καθοριστική σημασία όχι μόνο για το μέλλον της Ελλάδας αλλά και για μέλλον της Ευρώπης , καθώς το γενικότερο περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξάγονται μπορεί να οδηγήσει σε πρωτόγνωρες ανατροπές. Κανείς , δεν έχει δώσει την σημασία που αρμόζει στο γεγονός ότι η γηραιά ήπειρός έχει μεταμορφωθεί σε «καζάνι που βράζει». Για πρώτη φορά αμφισβητείται , η κυριαρχία που προσπάθησε να επιβάλλει η Γερμανία στην Ευρώπη. Για πρώτη φορά από τότε που ξέσπασε η κρίση , ο γαλλογερμανικός άξονας απειλείται όχι τόσο από τον κ. Ολαντ όσο από την αμφισβήτηση της πολιτικής ενίσχυσης του γαλλογερμανικού άξονα η οποία ακολουθήθηκε από τον σημερινό πρόεδρο της γαλλικής δημοκρατίας. Η εγκατάλειψη του βοναπατρισμού , που χαρακτήριζε τον κ. Σαρκοζί , με τις μετριοπαθείς θέσεις του Σοσιαλιστικού κόμματος για το σύμφωνο σταθερότητας αλλά και το ρόλο της ΕΚΤ , δεν είναι μία τυχαία εξέλιξη. Ουσιαστικά , οι θέσεις αυτές υποδηλώνουν , την φοβία του γαλλικού λαού για τις επιπτώσεις που θα έχει η θεσμική εγκατάλειψη του κεϋνσιανισμού και η υιοθέτηση πολιτικών που συγγενεύουν με εκείνες της σχολής του Σικάγου. Την φοβία αυτή αντιλήφθηκε το Σοσιαλιστικό κόμμα και φυσικά έσπευσε να την εκμεταλλευτεί εκλογικά. Είναι σίγουρο ότι , αν οι σοσιαλιστές δεν είχαν αντιληφθεί το φόβο της ανεργίας και της υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου που διακατέχει την συντριπτική πλειοψηφία του γαλλικού λαού, τότε θα ανταγωνίζονταν τον κ. Σαρκοζί με επιχειρήματα που θα ενίσχυαν το ναπολεόντειο όραμα του συζύγου της κυρίας Κάρλα Μπρούνι. Η κλιμακούμενη αντίδραση των Ισπανών για τα οικονομικά μέτρα και κυρίως το γεγονός ότι , 1 στους 4 ισπανούς είναι άνεργοι είναι ένα ακόμα στοιχείο που κανείς δεν μπορεί να αφήσει να περάσει απαρατήρητο. Η άνοδος του κόστους δανεισμού της Ιταλίας, στις δημοπρασίες της προηγούμενης εβδομάδας είναι μία σαφής ένδειξη ότι οι «γείτονες» μας αργά ή γρήγορα θα ζήσουν –την δική τους εκδοχή – της ελληνικής περιπέτειας. Ακόμα και η αμφισβήτηση της Κυβέρνησης Μόντι , μπορεί να αποτελέσει προάγγελο για την αποτυχία του «πειράματος» των τεχνοκρατών . Αν σε όλα αυτά προστεθεί το ιρλανδικό δημοψήφισμα για το σύμφωνο σταθερότητας αλλά και η πτώση της ολλανδικής κυβέρνησης τότε , θα βρεθεί μπροστά στην εικόνα μίας Ε.Ε. η οποία αμφισβητεί τον ίδιο της τον εαυτό. Η σιωπή της κυρίας Μέρκελ ή για να το πούμε καλύτερα η όψιμη επίκληση του περίφημου αναπτυξιακού πακέτου των 200 δις. ευρώ ακόμα και ο σκεπτικισμός της ευρωπαϊκής επιτροπής είναι μία ακόμα ένδειξη για το νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον που διαμορφώνεται . Αν μάλιστα , στην εξίσωση προσθέσει κανείς τις εκλογές των ΗΠΑ, τότε εύκολα μπορεί να συμπεράνει ότι η πίστη στην ορθοδοξία της πολιτικής Μέρκελ –Σαρκοζύ όχι μόνο κλονίζεται αλλά είναι πολύ πιθανόν να ανατραπεί.


Σε αυτό το περιβάλλον , οι ελληνικές εκλογές μπορεί να πυροδοτήσουν γενικότερες εξελίξεις είτε προς την μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση και να συμβάλλουν στην ανατροπή των συμμαχιών και των δογμάτων που κυριάρχησαν τα προηγούμενα χρόνια στην Ευρώπη. Αυτές τις δυνατότητες και ευκαιρίες , η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού εκλογικού σώματος , είτε δεν τις γνωρίζει καθόλου είτε «απλώς έχει κάτι ακούσει». Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα κρίνοντας προφανώς ότι ο «πολιτικός απομονωτισμός» είναι πιο βολικός σε σχέση με μία ευρωπαϊκή προσέγγιση της εκλογικής αναμέτρησης , προωθούν τον πολιτικό χουλιγκανισμό ο οποίος –όπως έχει αποδειχθεί- οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον γκρεμό τόσο τους ίδιους όσο και τον ελληνικό λαό.