
Του Γ. Σμουρδιά
Ίσως είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία που μία εκλογική αναμέτρηση σε ένα μικρό και ουσιαστικά αδύναμο –πολιτικά και οικονομικά-κράτος μπορεί να έχει τόσο σημαντικές επιπτώσεις στο μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου. Αν και πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι οι γαλλικές πολιτικές εκλογές ήταν εκείνες οι οποίες , μπορεί να αλλάξουν τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς , η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.
Ο κ. Ολαντ, αν και διαφορετικός από τον κ.Σαρκοζί , ο βοναπαρτισμός του οποίου ήταν έκδηλος δεν φαίνεται ότι θα διαφοροποιηθεί σημαντικά από τις στρατηγικές επιλογές του προκατόχου του . Οι βασικοί άξονες της γαλλικής ευρωπαϊκής πολιτικής σε γενικές γραμμές θα παραμείνουν οι ίδιοι και αυτό που θα αλλάξει , θα αφορά κυρίως στην δημόσια εικόνα . Το πιο πιθανό είναι ότι το αδιάλλακτο πρόσωπο του κ. Σαρκοζί , θα δώσει την θέση του σε έναν πιο μειλίχιο –αλλά εξίσου αποφασιστικό- λόγο του σοσιαλιστή προέδρου. Σίγουρα , ο σοσιαλιστής Ολαντ , δεν θα θέσει σε αμφισβήτηση ούτε τον γαλλογερμανικό άξονα ούτε τις βασικές αρχές και επιδιώξεις του. Άλλωστε , και οι θέσεις που διατύπωσε κατά την διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας δεν άφηναν κανένα περιθώριο για σκέψεις ανατροπής των βασικών παραδοχών της ευρωπαϊκής πολιτικής της Γαλλίας. Επομένως, αυτό που θα αναζητήσει από την κυρία Μέρκελ θα είναι τα «εργαλεία» που θα του επιτρέψουν να επιχειρήσει αυτό το λίφτινγκ.
Βασικές επιλογές όπως η αλλαγή του συμφώνου σταθερότητας είναι σχεδόν απίθανο να τεθούν από το νέο γάλλο πρόεδρο. Ας μη ξεχνάμε ότι ακόμα και ο μακαρίτης Μιτεράν, αντικατάστησε πολύ γρήγορα το ουμανιστικό προφίλ για χάρη του πολιτικού ρεαλισμού που υπαγόρευε το raison de etat του Ρισελιέ. Η σχετικά πρόσφατη εμπειρία της πολιτικής κατευνασμού που ακολούθησε η Γαλλία στην διάρκεια της δεκαετίας του ΄30 είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ακολουθεί διαχρονικά το δόγμα της εξωτερικής της πολιτικής. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα , ότι κάποιοι πιο «αιρετικοί» αναλυτές υποστήριζαν την προηγούμενη εβδομάδα ότι η Γερμανία προκειμένου να προχωρήσουν τα ευρωπαϊκά σχέδια της , αν δεν υπήρχε ο κ. Ολαντ θα έπρεπε να τον ανακαλύψει. Επομένως, ο μοναδικός κίνδυνος που μπορεί να ανιχνευθεί προέρχεται από τους έλληνες εκλογείς οι οποίοι αμφισβήτησαν με το πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο τις βασικές παραδοχές του Συμφώνου Σταθερότητας και κατ επέκταση του γαλλογερμανικού άξονα.
Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαρτίου και οι πολιτικές αναταράξεις που προκάλεσε ήταν μήνυμα προς τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ένα λακωνικό μήνυμα , το οποίο όμως ήταν τόσο πειστικό όσο η πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα , αυτό που προέκυψε ήταν ότι οι πολίτες μπορεί να ανατρέψουν όλα τα πολιτικά στάτους και να αναδείξουν πολιτικές δυνάμεις οι οποίες μέχρι πριν λίγα χρόνια βρίσκονταν στο περιθώριο του «πολιτικού χάρτη». Αυτές οι δυνάμεις , οι οποίες μπορεί να κινούνται τόσο στην αριστερά όσο και στην δεξιά , μπορεί να αποσταθεροποιήσουν το ευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο και να οδηγήσουν την Ευρώπη σε δρόμους όχι μόνο ανεξερεύνητους αλλά και ανεπιθύμητους.
Μεμονωμένα το «ελληνικό παράδειγμα» , δεν μπορεί να επηρεάσει την Ευρώπη αλλά η προοπτική να υιοθετηθεί από τους υπόλοιπους υπερχρεωμένους σίγουρα είναι ο χειρότερος εφιάλτης για την Γερμανία και τους εταίρους της. Επίσης , το «ελληνικό παράδειγμα» , ανέδειξε ένα ακόμα δίλλημα, που αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης του. Με απλά λόγια η Γερμανία έχει να επιλέξει μεταξύ της πολιτικής της αδιαλλαξίας που εκφράζεται μέσω των «αντιποίνων» ή μίας πιο ευέλικτης πολιτικής με παραχωρήσεις και συμβιβασμούς. Και οι δύο αυτές πολιτικές έχουν όμως κοινή κατάληξη. Στην πρώτη επιλογή μία χρεωκοπημένη και εξευτελισμένη Ελλάδα μπορεί να μετατραπεί σε «ήρωα» και να συσπειρώσει όλους τους ευρωπαίους αρνητές των επιταγών του συμφώνου σταθερότητας σε κόμματα που θα έχουν αντιγερμανικό προσανατολισμό. Η δεύτερη επιλογή ανοίγει το δρόμο , στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές ηγεσίες να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις με αντικείμενο τα προγράμματα σταθερότητας που ακολουθούν.
Ο μοναδικός ρεαλιστικός δρόμος που απομένει είναι η παρασκηνιακή επιβολή στην Ελλάδα πολιτικών λύσεων που θα ευνοούν την βασική φιλοσοφία του «συμφώνου σταθερότητας», οι οποίες θα εμφανίζονται ως προϊόν την λαϊκής βούλησης. Αν το καλοσκεφτεί κανείς , αυτή είναι η τελευταία γραμμή άμυνας για την γερμανική πολιτική ελίτ και για την επιτυχία της θα είναι διατεθειμένη να δεχτεί κάθε απώλεια. Πως «μεταφράζεται» η λέξη απώλεια για την γερμανική εξωτερική πολιτική είναι πολύ δύσκολα να προβλέψει κανείς αλλά αν κρίνουμε από την στάση που τήρησαν στην διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου στις χώρες οι οποίες δεν χαρακτηρίστηκαν ως γερμανικό ζωτικός χώρος τότε οι κυβερνήσεις ανδρείκελα δεν θα πρέπει να αποκλειστούν.