Διοίκηση, Παραγωγή, Ανταγωνιστικότητα


Tου Aγγελου Σταγκου


Ευτυχώς, ορισμένες παραδόσεις κρατάνε ακόμη στη χώρα μας, ακόμη και αν δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια και όχι επειδή μπήκαν στο πετσί μας πριν από αιώνες. Οι τηλεοπτικές και σε μεγάλο βαθμό και οι ραδιοφωνικές εκπομπές πολιτικού «διαλόγου», ή και τηλεμαχίες όπως μάθαμε να τις λέμε ενόψει εκλογών, καλλιεργούν και προβάλλουν τη σύγχυση, την αντιφατικότητα, την άγνοια και την ασυναρτησία που επικρατεί σε πολιτικούς, σε κόμματα, σε δημοσιογράφους και, δυστυχώς, σε σημαντικά τμήματα της κοινής γνώμης. Κυρίως, όμως, αναδεικνύουν το σύνδρομο της ρήξης που χαρακτηρίζει γενικά τη σκέψη και τη συμπεριφορά του Ελληνα, την άρνηση της πραγματικότητας, την αντιφατικότητα στόχων και μέσων που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξή τους, αλλά και την αποφυγή της ουσίας.


Ολοι, λοιπόν, επαναστάτες, σωτήρες της Ευρωζώνης και του κόσμου, φθαρμένοι, υπεύθυνοι και ανεύθυνοι, μιλούν για το επώδυνο Μνημόνιο, για την τήρηση ή την απόρριψή του, για ακύρωση και αναδιαπραγμάτευση, για παραμονή ή έξοδο της χώρας από το ευρώ, για ευρωομόλογο και φυσικά για την περίφημη «ανάπτυξη», αλλά κουβέντα δεν γίνεται για τον τρόπο με τον οποίο η χώρα θα αποκτήσει στοιχειώδη παραγωγική βάση, ούτε και για την ανταγωνιστικότητα ούτε και για την ανυπαρξία της διοίκησης. Κανείς δεν αναφέρεται στους τρεις βασικούς λόγους για τους οποίους η Ελλάδα έφτασε στο σημείο της πλήρους κατάρρευσης, απειλώντας ταυτόχρονα το γενικότερο «σύστημα».


Για άλλη μια φορά, γίνεται δημόσιος «διάλογος», αν αυτά που παρακολουθούμε με ενδιαφέρον ή αδιαφορία συνιστούν «διάλογο», κρύβοντας την ουσία κάτω από το χαλί. Είτε η χώρα παραμείνει στην Ευρωζώνη, που είναι και το επιθυμητό υποτίθεται, είτε κατορθώσει (γιατί θα πρόκειται περί κατορθώματος που θα γραφεί με μαύρα γράμματα στην Ιστορία μας) να επιστρέψει ανάδελφη, αλλά υπερήφανη και αδούλωτη, στην αυτονομία της δραχμής, για να έχει το οποιοδήποτε μέλλον θα πρέπει να αποκτήσει διοικητική υπόσταση και να παράγει προϊόντα και υπηρεσίες που θα έχουν ζήτηση όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και πέρα από τα σύνορά της. Ακόμη περισσότερο, αυτά τα προϊόντα και οι υπηρεσίες θα πρέπει να είναι ελκυστικά και από πλευράς ποιότητας και από πλευράς τιμής για να είναι ανταγωνιστικά, ώστε να αγοράζονται.


Είναι τραγικό ότι εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο του λαού δεν ασχολούνται με τέτοια πεζά προβλήματα· από τους δημοσιογράφους των μίντια, που έχουν αυτοανακηρυχθεί σε παράγοντες, ή έστω, ελεγκτές της εξουσίας, δεν περνούν από το μυαλό τέτοιες… προωθημένες σκέψεις, ενώ το νοήμον κοινό, που παρακολουθεί με ενδιαφέρον ή αδιαφορεί για όσα λέγονται και γίνονται, προτιμά την αφασία και την καταγγελία από τον προβληματισμό. Είναι προφανές ότι για τον μέσο Ελληνα, η «ανάπτυξη» ταυτίζεται με την αιώνια δυνατότητα να αγοράζει και να καταναλώνει εισαγόμενα. Η επάνοδος, δηλαδή, στο μοντέλο του αδιεξόδου. Αυτό όμως είναι αδύνατον πλέον. Οπως είναι αδύνατον να υπάρχει ελπίδα δίχως παραγωγή, ανταγωνιστικότητα και διοίκηση.